Αρχική Green Life Ζώα & Περιβάλλον Ισχύει από σήμερα η συμφωνία του Κιότο για το περιβάλλον με προκλητικά...

Ισχύει από σήμερα η συμφωνία του Κιότο για το περιβάλλον με προκλητικά απούσες τις ΗΠΑ

13


Το Δεκέμβριο του 1997 η 3η διάσκεψη των συμβαλλόμενων -στη σύμβαση – πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή- μερών υιοθέτησε το Πρωτόκολλο του Κιότο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η αξιοπιστία της διεθνούς κλιματικής πολιτικής δοκιμάστηκε, καθώς τα βιομηχανικά κράτη άρχισαν σταδιακά μετά το Κιότο να διαπιστώνουν ότι οι περιβαλλοντικοί στόχοι του Πρωτοκόλλου (κυρίως οι εθνικοί ποσοτικοί στόχοι μείωσης των εκπομπών) αποδεικνύονταν δυσκολότεροι από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί.
Οι λύσεις ήταν δύο: το θεσμικό οικοδόμημα του Κιότο έπρεπε είτε να «μετασκευασθεί» είτε -στη χειρότερη περίπτωση- να εγκαταλειφθεί οριστικά και η διεθνής κλιματική πολιτική να αλλάξει μορφή (τιθέμενη σε περιφερειακή πιθανώς, αντί πλανητικής βάσης).


Οι ΗΠΑ αποφάσισαν, το 2001, να μην περάσουν ποτέ το ρυθμιστικό κατώφλι του Πρωτοκόλλου. Αλλα αναπτυγμένα κράτη, όπως η Αυστραλία, ακόμη το σκέπτονται. Οι υπόλοιπες βιομηχανικές χώρες επέλεξαν να εξαντλήσουν τα όρια της πρώτης λύσης και επιδόθηκαν σε μια αξιοθαύμαστη «ρυθμιστική μετασκευή» του, η οποία ολοκληρώθηκε με τις 200 -και πλέον- σελίδες των ερμηνευτικών «Συμφωνιών του Μαρακές» (Marrakech Accords), το 2001. Ακόμη και έπειτα από αυτό όμως, η διεθνής κλιματική πολιτική παρέμεινε «παγωμένη» για τρία ακόμη ολόκληρα χρόνια (2002-2004), με το Πρωτόκολλο να βρίσκεται σε καθεστώς πολιτικής ομηρίας λόγω της άρνησης των ΗΠΑ και της κωλυσιεργίας της Ρωσίας να το κυρώσουν. Πολλοί είχαν αρχίσει να μιλούν για πρόωρο θάνατο του Πρωτοκόλλου, μέχρι τον περασμένο Οκτώβριο, οπότε και κυρώθηκε από τη Ρωσική Δούμα. Η ρωσική απροθυμία είχε καμφθεί μερικούς μήνες νωρίτερα, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση μιας ευρωρωσικής εμπορικής διάσκεψης το Μάιο του 2004 στη Μόσχα, όπου η Ρωσία εξασφάλισε τη στήριξη της Ε.Ε. για την ένταξή της στον ΠΟΕ.


Το Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ στις 16 Φεβρουαρίου 2005, χωρίς ωστόσο να πρόκειται -στην πραγματικότητα- για την ίδια συμφωνία με αυτή που υιοθετήθηκε το 1997, αφού οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις της 6ης και κυρίως της 7ης Διάσκεψης των μερών (Βόννη και Μαρακές αντίστοιχα) «μετασκεύασαν» τους περιβαλλοντικούς στόχους της, προσαρμόζοντάς τους στη νέα γεωπολιτική, οικονομική και ενεργειακή «τάξη πραγμάτων». Το κυρίαρχο ερώτημα που γεννάται πλέον είναι πόσο αποτελεσματική περιβαλλοντικά μπορεί να αποδειχθεί η συγκεκριμένη διεθνής συμφωνία. Ας σταθούμε όμως, πριν επιχειρήσουμε μια πρόβλεψη ως προς το ερώτημα αυτό, σε δύο αρκετά πιο αισιόδοξες διαπιστώσεις:


Πρώτον, το γεγονός και μόνο της θέσεως σε ισχύ του Πρωτοκόλλου συνιστά μια ιστορική επιτυχία του (περιβαλλοντικά) προοδευτικού πόλου κρατών, των ΜΚΟ και της επιστημονικής κοινότητας. Το 1992, με την υιοθέτηση της σύμβασης – πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή, η διεθνής κοινότητα αποτύπωσε και νομικά τη θέση ότι τα ορυκτά καύσιμα και η «οικονομία του άνθρακα», εκτός από κινητήρια δύναμη, αποτελούν και ένα σημαντικό, πολυδιάστατο πρόβλημα για τον πλανήτη και για την ανθρωπότητα (κυρίως δε τις μελλοντικές γενιές). Το Πρωτόκολλο αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό (αφού είναι μετρήσιμο) βήμα προς τον απώτερο στόχο της «κλιματικής αειφορίας», ο οποίος τέθηκε από τη σύμβαση – πλαίσιο το 1992, ενώ θα λειτουργήσει και ως καταλύτης μιας νέας τεχνολογικής, αλλά και παραγωγικής-καταναλωτικής επανάστασης, την οποία, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε τα επόμενα χρόνια.


Δεύτερον, η θέση σε ισχύ του Πρωτοκόλλου -που ισοδυναμεί με μη κατάρρευση της διεθνούς κλιματικής πολιτικής την οποία θα προκαλούσε μια μικρή μειοψηφία ισχυρών βιομηχανικών κρατών -αποτελεί μια σαφή και αποφασιστική εκδήλωση διεθνούς οικολογικής και κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των 130 και πλέον βιομηχανικών και αναπτυσσόμενων κρατών τα οποία αποφάσισαν να ενταχθούν πλήρως στο νέο κανονιστικό και οικονομικό σύστημα της διεθνούς κλιματικής πολιτικής, η οποία σταδιακά στρέφει το ενδιαφέρον της και στον πυλώνα της «προσαρμογής» των περισσότερο ευπαθών οικοσυστημάτων και πληθυσμών στις επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών.


Σε ό,τι αφορά την περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα του Πρωτοκόλλου, θα κριθεί τόσο από τους στόχους και τη δομή του όσο και από το πόσα και ποια τελικώς βιομηχανικά κράτη εντάσσονται στο νέο κανονιστικό καθεστώς του. Τα 39 βιομηχανικά κράτη που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Β (μεταξύ αυτών και οι ΗΠΑ) καλούνται να επιτύχουν τους ποσοστικούς στόχους τους έως το έτος 2012, με έτος βάσης υπολογισμού των εθνικών επιδόσεων το 1990. Ο συλλογικός-παγκόσμιος στόχος του Πρωτοκόλλου ως προς τις εκπομπές ρύπων του θερμοκηπίου καθορίστηκε στο -5% σε σχέση με τις αντίστοιχες εκπομπές του έτους 1990. Η συνολική περιβαλλοντική επιτυχία του Πρωτοκόλλου, η επίτευξη δηλαδή του συλλογικού στόχου εξαρτάται κατ’ αρχάς από την επίτευξη των εθνικών ποσοτικών στόχων των βιομηχανικών μερών.


Κάπου εδώ γεννώνται τα πρώτα προβλήματα. Απόντος του μεγαλύτερου ιστορικού ρυπαίνοντος την ατμόσφαιρα (ΗΠΑ), στον οποίο αντιστοιχεί το 25% της παγκόσμιας θερμοκηπιακής ρύπανσης και το 36% των εκπομπών των βιομηχανικών κρατών κατά το έτος βάσης 1990, ο συλλογικός περιβαλλοντικός στόχος του Πρωτοκόλλου ήδη πλήττεται. Η άρνηση των ΗΠΑ να ενταχθούν στο ρυθμιστικό καθεστώς του Πρωτοκόλλου ισοδυναμεί με μείωση της περιβαλλοντικής αποδοτικότητάς του κατά το ένα τρίτο περίπου.


Τα προβλήματα δεν σταματούν εδώ. Οι μεταγενέστερες του Κιότο ερμηνευτικές αποφάσεις της Διάσκεψης των μερών έδωσαν έμφαση στους μηχανισμούς «ευέλικτης εφαρμογής» του Πρωτοκόλλου και στον παράγοντα της οικονομικής αποδοτικότητας, εις βάρος της περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητάς του. Τα εναπομείναντα 2/3 του αρχικού συλλογικού στόχου αλλοιώθηκαν και αποδυναμώνονται περαιτέρω, με τις αποφάσεις σχετικά με τους φυσικούς ταμιευτήρες απορρόφησης άνθρακα (carbon sinks), καθώς και εξαιτίας της απεριόριστης ποσοτικά δυνατότητας αξιοποίησης των «μηχανισμών της αγοράς», μεταξύ αυτών και του «μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης», με την εφαρμογή του οποίου εισάγονται μη προϋπολογισμένες στο σύστημα του πρωτοκόλλου μονάδες-δικαιώματα ρύπανσης των αναπτυσσόμενων κρατών και πιστώνονται υπέρ των βιομηχανικών μερών. Ωστόσο, το σημαντικότερο ζήτημα σε ό,τι αφορά την περιβαλλοντική αποδοτικότητα του Πρωτοκόλλου φαίνεται να είναι το γεγονός ότι οι εθνικοί ποσοτικοί στόχοι έχουν καταστεί απολύτως ενδεικτικοί. Ετσι, η αρχικά μετρήσιμη περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα του Πρωτοκόλλου, η οποία θα υπολογιζόταν με βάση τις πραγματικές μειώσεις των εκπομπών των βιομηχανικών μερών, μετεξελίσσεται σε μια πολυσύνθετη και αρκετά αόριστη έννοια, η οποία επιδέχεται διαφόρων ερμηνειών.


Οπως και να έχουν τα πράγματα, το 2005 αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μια χρονιά-σταθμό για τη διεθνή κλιματική πολιτική. Οχι μόνο λόγω της ενεργοποίησης του Πρωτοκόλλου, αλλά και επειδή ξεκινά παράλληλα το επόμενο ποιοτικό βήμα εξέλιξής της, οι διαπραγματεύσεις δηλαδή για την ανάληψη από τα αναπτυσσόμενα κράτη κάποιας μορφής εθνικών ποσοτικών δεσμεύσεων (π.χ. ελεγχόμενη αύξηση των εκπομπών τους). Η αισιοδοξία επανέρχεται, μαζί και οι ουσιαστικές προκλήσεις για τη διεθνή κλιματική πολιτική. Αλλωστε, όπως εύστοχα παρατήρησε η Greenpeace σε μια πρόσφατη ανακοίνωσή της, Kyoto was saved – not yet the planet.


Του Κώστα Κατσιμπάρδη


O ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΙΜΠΑΡΔΗΣ είναι Νομικός, ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Περιβαλλοντικής Ερευνας του Παντείου Παν/μίου.


Μια εκτενέστερη εκδοχή του άρθρου είναι διαθέσιμη στο www.nomosphysis.org (γνώμες).