Αρχική Νέα Οικονομία Οικονομία: Τι σημαίνει η ελεύθερη πτώση του δολαρίου

Οικονομία: Τι σημαίνει η ελεύθερη πτώση του δολαρίου

17


Τι και αν το δολάριο έχει υποχωρήσει κατά 38% σε σχέση με το ευρώ από τις αρχές του 2002 όταν βρέθηκε για τελευταία φορά στα υψηλότερα επίπεδα έναντι του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος; H πτώση δεν φαίνεται να έχει τελειωμό. Οι περισσότεροι αναλυτές και οικονομολόγοι διεθνώς πιστεύουν ότι το αμερικανικό νόμισμα θα συνεχίσει να εξασθενεί, όχι μόνο έναντι του ευρώ, αλλά και σε σχέση με τα υπόλοιπα βασικά νομίσματα. Εκτιμούν ότι ως το τέλος του έτους το ευρώ θα ενισχυθεί περαιτέρω και θα βρεθεί ακόμη και στα 1,45 δολάρια από τα επίπεδα του 1,34 που βρίσκεται σήμερα και το γεν στα 97 (97 γεν στο δολάριο) από 104 που είναι η τρέχουσα ισοτιμία των δύο νομισμάτων. «Το δολάριο θα συνεχίσει να είναι ασθενές με βασικό κερδισμένο το ευρώ παρ’ ότι η ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι ισχυρή» αναφέρει ο κ. Ευθ. Μπουλούτας, αναπληρωτής γενικός διευθυντής της EFG Eurobank. Οι μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις βλέπουν το δολάριο να συνεχίζει την πτωτική πορεία του. «Εκτιμούμε ότι η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου θα βρεθεί στο 1,38 σε χρονικό ορίζοντα τριών μηνών, περί το 1,40 στο τέλος του χρόνου και μεταξύ 1,40-1,45 το 2006» αναφέρει ο κ. Ντ. Κάμαρης, διευθυντής Διαθεσίμων και Κεφαλαιαγορών της HSBC.


H εξασθένηση του δολαρίου θεωρείται από τους οικονομολόγους σύμπτωμα μιας μεγαλύτερης και εξαιρετικά ανησυχητικής εξέλιξης. Για 15 χρόνια η αμερικανική οικονομία αποτελεί την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας μέσω της κατανάλωσης εισαγόμενων προϊόντων που ξεπερνούν σε αξία τις αμερικανικές εξαγωγές και έχουν ως αποτέλεσμα τη συνεχή διόγκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (το οποίο περιλαμβάνει και άλλου είδους πληρωμές στο εξωτερικό όπως ταξιδιωτικό και τουριστικό συνάλλαγμα). Το 2003 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ υπολογίζεται ότι έφθασε τα 650 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 5,6% του ΑΕΠ της χώρας και αποτελεί ιστορικό ρεκόρ.


Οι ασιατικές οικονομίες


Την ίδια στιγμή οι οικονομίες των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, κυρίως ασιατικές χώρες, ευημερούν από την πώληση αγαθών στους αμερικανούς καταναλωτές, οι οποίοι στέλνουν τεράστια ποσά δολαρίων στο εξωτερικό για να πληρώσουν τα αγαθά που αγοράζουν ακόμη και με δανεικά από τις τράπεζες. Το πρόβλημα όμως είναι ότι στέλνουν περισσότερα δολάρια απ’ όσα επιθυμούν να κατέχουν οι εμπορικοί τους εταίροι. Και όπως ακριβώς συμβαίνει στις λαϊκές αγορές, όπου η τιμή της ντομάτας πέφτει όταν οι ντομάτες στον πάγκο είναι περισσότερες από αυτές που θέλουν να αγοράσουν οι νοικοκυρές, έτσι και η τιμή του δολαρίου όταν χρησιμοποιείται για αγορά ευρώ, γεν ή στερλινών υποχωρεί σε σχέση με την αξία των νομισμάτων αυτών.


Ωστόσο σε όλη αυτή την ιστορία υπάρχει μια αντίφαση την οποία οι οικονομολόγοι καλούνται να διαχειριστούν. Από τη μια η παγκόσμια οικονομία αναπτύσσεται χάρη στο υψηλό αμερικανικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και από την άλλη κινδυνεύει από αυτό. Οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ τοποθετούν τα δολάρια που κερδίζουν από τις εξαγωγές τους σε αμερικανικές μετοχές και ομόλογα. Στο τέλος του 2003 υπολογιζόταν ότι κατείχαν εταιρικά ομόλογα ύψους 1,8 τρισ. δολαρίων και μετοχές αξίας 1,5 τρισ. δολαρίων. Σύμφωνα λοιπόν με το απαισιόδοξο σενάριο, πιθανή κατάρρευση του δολαρίου (που θα μπορούσε να προκληθεί ακόμη και από μια τρομοκρατική επίθεση μεγάλου μεγέθους) θα οδηγήσει σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων και μετοχών, προκαλώντας πτώση των αγορών διεθνώς και τεράστιες ζημιές. Ως επακόλουθο η καταναλωτική και επιχειρηματική εμπιστοσύνη θα υποχωρήσει κατακόρυφα με συνέπεια η διεθνής οικονομία να βυθιστεί σε ύφεση.


Αυτό που δημιουργεί μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι κανένας δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί την κατάσταση καθώς για πρώτη φορά στην παγκόσμια οικονομική ιστορία οι οικονομολόγοι καλούνται να λύσουν τον γρίφο που θέλει την ισχυρότερη οικονομία του πλανήτη να έχει ένα τεράστιο διεθνές χρέος. Το πρόβλημα θεωρείται πως βρίσκεται στο γεγονός ότι η ανάπτυξη πολλών χωρών εξαρτάται από τις αμερικανικές εισαγωγές και την αμερικανική κατανάλωση. Οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ απολαμβάνουν πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχεται π.χ. σε 3,7% για την Ιαπωνία, 2,3% για την Κίνα, 2,9% για τη Γερμανία ή 6% για την Ταϊβάν. Θεωρητικά οι διαφορές αυτές θα μπορούσαν να εξομαλυνθούν αν οι Αμερικανοί εξήγαγαν περισσότερα και εισήγαγαν λιγότερα. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί αν η αμερικανική κυβέρνηση έπαιρνε μέτρα για μείωση της κατανάλωσης και ενίσχυση της αποταμίευσης (π.χ. αύξηση φορολογίας και επιτοκίων και μείωση των δημοσίων δαπανών) και ταυτόχρονα οι ασιατικές χώρες άφηναν τα νομίσματά τους να ενισχυθούν σε σχέση με το δολάριο.


Ωστόσο, αντίθετα με το ευρώ, η ισοτιμία των ασιατικών νομισμάτων, όπως του κινεζικού γουάν, είναι συνδεδεμένη με το δολάριο, πολιτική που οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών δεν φαίνονται διατεθειμένες να μεταβάλουν. Πιθανή ενίσχυση των ασιατικών νομισμάτων θα κάνει τα ασιατικά προϊόντα ακριβότερα στις ΗΠΑ, ενώ αντίθετα τα αμερικανικά προϊόντα θα γίνουν φθηνότερα στην Ασία. Στην περίπτωση αυτή η ανάπτυξη των ΗΠΑ θα στηριζόταν στις εξαγωγές και όχι στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων, με συνέπεια την υποχώρηση του ελλείμματος.


Διιστάμενες απόψεις


Στην πράξη όμως το ενδεχόμενο αυτό συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες καθώς τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα δεν είναι απλώς στατιστικά μεγέθη αλλά αντανακλούν τις επιλογές και τις προτιμήσεις των κυβερνήσεων που πρωτίστως έχουν να διαχειριστούν τα εσωτερικά τους πολιτικά ζητήματα.


Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι πόσο μπορεί να συνεχιστεί η παρούσα κατάσταση, δηλαδή οι ροές κεφαλαίων από το εξωτερικό να χρηματοδοτούν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Οι απόψεις διίστανται. H μια πλευρά υποστηρίζει ότι μπορεί να συνεχιστεί χωρίς να δημιουργεί προβλήματα καθώς εξυπηρετεί ισχυρά εθνικά συμφέροντα. Οι ασιατικές χώρες – και ειδικότερα η Κίνα -, αναφέρουν οι υποστηρικτές της άποψης αυτής, έχουν ανάγκη να δημιουργήσουν εκατομμύρια θέσεις εργασίας για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους. Επιπροσθέτως η Κίνα επιθυμεί να προσελκύσει ξένες επενδύσεις που θα φέρουν στη χώρα νέες τεχνολογίες και τεχνικές μάνατζμεντ. Και ο καλύτερος τρόπος για να το επιτύχει αυτό είναι να παραμείνει μεγάλος εξαγωγέας, με φθηνό νόμισμα. Προκειμένου λοιπόν να διατηρήσουν τα νομίσματά τους φθηνά έναντι του δολαρίου, οι ασιατικές χώρες θα συνεχίζουν να αγοράζουν δολάρια.


Οι ροές κεφαλαίων εμφανίζονται αυξημένες τον τελευταίο καιρό. «Πρόσφατα είδαμε το δολάριο να δυναμώνει λόγω των αυξημένων εισροών κεφαλαίων που σημειώθηκαν ως αποτέλεσμα των κινήτρων για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων που εφάρμοσε η αμερικανική κυβέρνηση» αναφέρει ο κ. Κάμαρης, ο οποίος εκτιμά ότι «οι ροές κεφαλαίων θα συνεχιστούν καθώς οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και ο χαμηλός πληθωρισμός σε συνδυασμό με την αναμενόμενη αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων καθιστούν ελκυστικές τις τοποθετήσεις στο δολάριο». H αναμενόμενη αύξηση του αμερικανικού επιτοκίου διευρύνει το χάσμα από το ευρωπαϊκό προς όφελος του δολαρίου. H αγορά εκτιμά ότι η FED θα προχωρήσει στις 22 Μαρτίου σε άνοδο του βασικού επιτοκίου του δολαρίου στο 2,75%, όπως προκύπτει από δημοσκόπηση που πραγματοποίησε το πρακτορείο Bloomberg. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Κάμαρη, «πηγή ανησυχίας για τους επενδυτές αποτελεί η άνοδος των επιτοκίων των μακροπρόθεσμων ομολόγων που δείχνει ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων και οδηγεί στην εξασθένηση του δολαρίου».


Ασταθής κατάσταση


H άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι η παρούσα κατάσταση είναι από τη φύση της ασταθής. Το πρόβλημα, αναφέρουν οι υποστηρικτές της άποψης αυτής, είναι ότι οι ΗΠΑ εξαρτώνται από πολλές χώρες. Ακόμη και αν ορισμένες ασιατικές χώρες συνεχίζουν να αγοράζουν δολάρια, κάποιες άλλες χώρες μπορεί να πωλούν ή να σταματήσουν να αγοράζουν. Πρόσφατη έρευνα μεταξύ 65 κεντρικών τραπεζών (στην οποία όμως δεν συμμετείχαν οι κεντρικές τράπεζες της Ιαπωνίας και της Κίνας) εμφανίζει τα δύο τρίτα να μετακινούνται από το δολάριο στο ευρώ. Αλλά και οι ιδιώτες επενδυτές μπορεί να εγκαταλείψουν το δολάριο υπέρ του ευρώ με αρνητικές συνέπειες για την αμερικανική οικονομία. Οταν τον περασμένο Φεβρουάριο η Τράπεζα της Κορέας ανακοίνωσε ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει ως αποθεματικό νόμισμα το ευρώ, όχι μόνο υποχώρησε το δολάριο, αλλά και ο Dow Jones έπεσε 174 μονάδες.


Οι συνεχιζόμενες συζητήσεις για ανακατανομή των τοποθετήσεων των συναλλαγματικών διαθεσίμων των κεντρικών τραπεζών ιδιαίτερα των χωρών της NA Ασίας υπέρ του ευρώ έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού νομίσματος. Κάτι που δεν ευνοεί τους Ευρωπαίους, οι οποίοι εμφανίζονται ενοχλημένοι και από το γεγονός ότι με τα ασιατικά νομίσματα συνδεδεμένα στο δολάριο, όσοι εγκαταλείπουν το αμερικανικό νόμισμα αγοράζουν ευρώ, οδηγώντας ακόμη υψηλότερα την ισοτιμία του, παρά το γεγονός ότι η πορεία των οικονομιών της ζώνης του ευρώ κάθε άλλο παρά ικανοποιητική μπορεί να θεωρηθεί. H ενίσχυση του ευρώ πλήττει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων και απειλεί την οικονομική ανάπτυξη της ευρωζώνης.



TA ΠΙΘΑΝΑ ΣΕΝΑΡΙΑ
Δύσκολη η αντιστροφή της τάσης

Σήμερα δύσκολα διαφαίνονται σημάδια αντιστροφής της τάσης και ενίσχυσης του δολαρίου. «Ως πιθανότερο σενάριο» αναφέρει ο κ. Ντ. Κάμαρης «θεωρείται η αργή διολίσθηση του δολαρίου και η ταυτόχρονη ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης των αμερικανικής οικονομίας, μέχρι του σημείου που η Κίνα και οι άλλες ασιατικές χώρες να ανατιμήσουν τα νομίσματά τους και το αμερικανικό έλλειμμα να αρχίσει να βελτιώνεται». Ετσι τώρα το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο τέλος του μήνα, όταν η κεντρική τράπεζα της Κίνας θα επανεξετάσει το ζήτημα της ισοτιμίας του γουάν έναντι του δολαρίου. Οι αναλυτές αναμένουν ότι θα προχωρήσει στη διεύρυνση του εύρους διακύμανσης του γουάν έναντι του δολαρίου και όχι σε σημαντική ενίσχυση της ισοτιμίας του. Πρόκειται για ένα βήμα που δεν αναμένεται να μεταβάλει σημαντικά τη σημερινή κατάσταση. Ετσι οι ΗΠΑ θα συνεχίζουν να εξαρτώνται από τις ροές κεφαλαίων από το εξωτερικό που θα χρηματοδοτούν το εμπορικό έλλειμμα.


Σύμφωνα πάντως με τον κ. Ευθ. Μπουλούτα, «το μεγαλύτερο τμήμα της εξασθένησης του δολαρίου έναντι του ευρώ έχει συντελεστεί». Ο ίδιος εκτιμά ότι το δολάριο δεν έχει πέσει αρκετά σε σχέση με τα ασιατικά νομίσματα και θεωρεί ότι τα νομίσματα αυτά θα επωφεληθούν περισσότερο από την περαιτέρω εξασθένηση του δολαρίου και θεωρεί ότι έναυσμα για αγορά δολαρίων θα αποτελέσει πιθανή βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ή η εφαρμογή πολιτικών που θα οδηγούσαν σε μείωση των ελλειμμάτων.


Το παρόν άρθρο του δημοσιογράφου κ. Γ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής“,στις 20-03-2005