Αρχική Απόψεις Aρθρα Καλοκαίρι στο “μυροβόλο νησί”

Καλοκαίρι στο “μυροβόλο νησί”

12

Άρθρο της δημοσιογράφου Amy Braunschweiger, φιλοξένησε στο χτεσινό της φύλλο (17 Ιουνίου 2005)  η αμερικανική εφημερίδα The New York Sun, στο τμήμα του Τουρισμού.
Η δημοσιογράφος επισκέφθηκε τη Χίο για λίγες μέρες και γράφει τις εντυπώσεις της απο το νησί με τη ματιά του τουρίστα που έρχεται διακοπές μόνος του χωρίς να είναι σε οργανωμένο γκρουπ.
Αναλυτικά στο άρθρο της η Amy Braunschweiger αναφέρει:


“Καθίσαμε γύρω από μια σειρά ετοιμόρροπων τραπεζιών σε μία παραλία της Χίου, εισπνέοντας την αλμυρή μυρωδιά του καθαρού γαλάζιου Αιγαίου, του οποίου τα κύματα χτυπούσαν 3 μέτρα μακριά από τα πόδια μας. Τρεις γέροι στέκονταν στη σκιά μιας παρακείμενης ταβέρνας, στην άκρη του κύριου δρόμου του χωριού, από τον οποίο όμως σπάνια περνούσαν αυτοκίνητα. Αισθανθήκαμε πως ήμασταν οι μόνοι τουρίστες για μίλια.


Ένα ελληνικό νησί με περισσότερες τουλίπες και δέντρα από ταξιδιώτες, η Χίος δεν είναι το νησί των φτωχών φοιτητών που κάνουν διακοπές με όσο πιο λίγα χρήματα μπορούν ή όσων ζητούν την έντονη νυχτερινή ζωή και οι οποίοι φτάνουν σε άλλα νησιά όπως οι πεινασμένες ακρίδες. Με 135 μίλια ακτής, η Χίος  προσφέρει μια αυθεντική διαφυγή από το χάος και το αγχος της πόλη. Τα εστιατόρια και τα νυχτερινά κέντρα για τους 50.000 κατοίκους του νησιού, καθώς και τα καταστήματα αναμνηστικών που πουλάνε υπερτιμημένα αναμνηστικά μπλουζάκια είναι σπάνια.


Οι περισσότεροι από τους κατοίκους του νησιού ζουν στην πόλη της Χίου, το κύριο λιμάνι, αφήνοντας τη δύσκολη βόρεια περιοχή σχετικά μη κατοικημένη ενώ στις εύφορες νότιες περιοχές είναι διεσπαρμένα μικροσκοπικά χωριά.
Αλλά ότι πραγματικά κάνει τη Χίο να ξεχωρίζει είναι το άρωμα των λουλουδιών και των εσπεριδοειδών, τα οποία συμβάλουν στο να ονομάζεται ως “μυροβόλο νησί.”


Μείναμε στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο Erytha (περιοχή Καρφά). Περίπου $110 κόστιζε η μια νύχτα για ένα δίκλινο δωμάτιο. Το δωμάτιό μου είχε ελλείψεις, με ξύλινα πατώματα και μια τηλεόραση 8-ιντσών με ένα μόνο κανάλι αγγλικής γλώσσας (CNN). Το ξενοδοχείο δεν είχε πιστολάκι για τα μαλλιά και σιδερώστρα και η πρόσβαση στο Διαδίκτυο περιορίζονταν σε έναν υπολογιστή στο lobby. Δεν μπορούσα να βρω ούτε το ξυπνητήρι.


«Δεν έχουμε κανένα ξυπνητήρι», είπε η γυναίκα στη reception  προσθέτοντας ότι «έτσι είναι καλύτερα».  Με  παρηγόρησε το γεγονός ότι το δεύτερο μπαλκόνι μου όχι μόνο έβλεπε στη θάλασσα, αλλά και στην ακτή της Τουρκίας, η οποία απέχει περίπου 4 μίλια.


Λογικά,  η σχέση του νησιού με την Τουρκία είναι ένα λεπτό θέμα συνομιλίας. Κατά τη διάρκεια των περισσότερων από τους τέσσερις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας, η Χίος διατήρησε την αυτονομία της, ενδεχομένως επειδή ο τούρκος σουλτάνος απολάμβανε τα ιαματικά οφέλη της ρητίνης από τα μαστιχόδεντρα του νησιού.  Όταν τους ρωτήσεις, οι Χιώτες  λένε ότι οι δύο χώρες πρέπει να  ζήσουν ειρηνικά. Αλλά επίσης δεν παραλείπουν να  επισημάνουν ότι όταν οι κάτοικοι των νησιών επαναστάτησαν για να απελευθερωθούν το 1822, οι εξοργισμένοι γείτονές τους ερήμωσαν το νησί, σκορπίζοντας το θάνατο σε 25.000 κατοίκους. Σήμερα στη Χίο, υπάρχουν δείγματα της οθωμανικής περιόδου – όπως τα τουρκικά λουτρά – αλλά  είναι σε κακό χάλι.


Η δεύτερη ημέρα μας στη Χίο άρχισε με ένα πρόγευμα στο ξενοδοχείο με φρέσκες ντομάτες,   αγγουράκια και φέτα και έναν δυνατό καφέ. Κατόπιν, πήγαμε στο μεσαιωνικό χωριό Πυργί, ένα από τα λίγα χωριά που άντεξαν το σεισμό του 1881. Τα εντυπωσιακά κτήρια του Πυργιού  διατηρούν τις  διακοσμήσεις περίπλοκων ασπρόμαυρων γεωμετρικών σχεδίων (ξυστά), των περασμένων αιώνων. Τα στενά δρομάκια  είναι όλο στροφές- κατασκευασμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μπερδεύουν τους πειρατές και τους επιδρομείς.


Έξω από τους τοίχους του χωριού, βρήκαμε την πηγή της πιο γοητευτικής μυρωδιάς της Χίου: τα μαστιχόδεντρα, που μοιάζουν με μεγάλους θάμνους. Τα μικρά, πλατιά φύλλα απελευθερώνουν μια μυρωδιά παρόμοια με ένα μίγμα γλυκάνισου και ευκαλύπτου ενώ η ρητίνη του δέντρου έχει χρησιμοποιηθεί στην ιατρική για περισσότερο από 2.000 έτη.


Η μυρωδιά ήταν ωραία, αλλά αυτό που χρειαζόμασταν στην πραγματικότητα ήταν φαγητό, γι` αυτό σταματήσαμε στο παραθαλάσσιο χωριό Εμπορειός για μεσημεριανό. Οι περισσότερες ελληνικές ταβέρνες προσφέρουν παρόμοια πιάτα – μια εύγευστη  σαλάτα (ντομάτες και θρυμματισμένη φέτα), φρέσκα τηγανισμένα ψάρια, παχύ τζατζίκι και τρυφερό χταπόδι που μαρινάρεται στο ξίδι. Αδιάκοπα, οι περιπλανώμενες γάτες και τα σκυλιά συγκεντρώνονταν γύρω μας, ψάχνοντας για αποφάγια. Καθίσαμε στην ύπαιθρο, ο ήλιος απορροφούσε την ενέργειά μας, όμως κατορθώσαμε να πάμε  και να δούμε τις κοντινές  παραλίες με τις μαύρες πέτρες.


Αργότερα, πήγαμε σε ένα νυχτερινό κέντρο που ήταν γνωστό ότι βάζει ελληνική μουσική, ονομάζεται Παγοποιείο  (2A Πάροδος  της οδού Λιβανού). Τα πέτρινα ταβάνια και οι πολυέλαιοι ορείχαλκου δίνουν στο κέντρο έναν μεσαιωνικό αέρα. Αρχικά, η ορχήστρα έπαιξε μοντέρνα μουσική, ένα ανεπιτυχές ποτ πουρί από τραγούδια του  1980 έως και του  τραγουδιού «Το Φάντασμα της Όπερας».  Μια ώρα αργότερα, ετοιμαζόμασταν να φύγουμε όταν ένας από την ορχήστρα άρχισε να παίζει το μπουζούκι του, ένα όργανο που μοιάζει με μαντολίνο. Το ακροατήριο χειροκρότησε με ενθουσιασμό. Η ορχήστρα άρχισε να παίζει ελληνικά τραγούδια. Οι παρέες δημιουργούσαν κύκλους, κρατώντας τα χέρια και χόρευαν. Από το μπαρ έδιναν καλάθια με κόκκινα και άσπρα γαρύφαλλα, και οι θαμώνες τα έριχναν στους χορευτές. Κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων τραγουδιών, άτομα από το πλήθος χόρεψαν σόλο  τραγούδια με ιστορίες αγάπης και χωρισμού μέσω χαριτωμένων και αυτοσχέδιων κινήσεων (σημείωση μεταφραστή: εννοεί ότι κάποιοι χόρεψαν ζεϊμπέκικο). Έριξα λουλούδια σε όλους.


Το ταξίδι σχεδόν τελείωνε, αλλά είχα έναν προσωπικό στόχο να εκπληρώσω: την ενοικίαση μιας βέσπας. Το ξενοδοχείο μου συνέστησε  ένα κατάστημα ενοικιάσεως μοτοποδηλάτων ώστε να  ενοικιάσω ένα μοτοποδήλατο. Το ενοίκιο ήταν περίπου $14 την ημέρα. “Έχετε ξαναοδηγήσει;” με ρώτησε ο ιδιοκτήτης του καταστήματος. «Όχι» απάντησα και εκείνος κούνησε το κεφάλι του, αλλά μέσα σε πέντε λεπτά είχα καβαλήσει το μηχανάκι.  Αρχικά με αστάθεια, σύντομα συνήθισα. Κορνάριζα πριν τις στροφές, ενημερώνοντας τα αυτοκίνητα για την παρουσία μου and οδήγησα στα στενά του Κάμπου. Το κράνος δεν ταίριαζε στο κεφάλι μου αρκετά καλά, αλλά αγνόησα αυτό το γεγονός, βολτάροντας στους πράσινους λόφους και τα χωριά. Το αρχικό μου σχέδιο ήταν να περιηγηθώ όλο το απόγευμα, αλλά μετά από δύο ώρες, σκέψεις οδικής ασφάλειας άρχισαν ξαφνικά να με απασχολούν. Επέστρεψα τη βέσπα, επιλέγοντας αντ` αυτού έναν υπνάκο. Είναι σκληρή δουλειά να γυρνάς την περιοχή σαν να είσαι ντόπιος.”

Το άρθρο στα αγγλικά μπορείτε να το βρείτε στον Δικτυακό Τόπο της εφημερίδας The New York Sun στη διεύθυνση http://www.nysun.com/article/15653