Αρχική Νέα Οικονομία Οικονομία: Πρόβλημα για τις εξαγωγές η χαμηλή ανταγωνιστικότητα

Οικονομία: Πρόβλημα για τις εξαγωγές η χαμηλή ανταγωνιστικότητα

5


Σε μείζον θέμα αναδεικνύεται η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, καθώς ο εξωτερικός τομέας παραμένει σταθερά προβληματικός, με το εμπορικό έλλειμμα να αποτελεί πλέον εστία έντονου προβληματισμού για τις προοπτικές της αλλά και τη στρατηγική που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε μάλιστα πρόσφατα και ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφης στο Εθνικό Συμβούλιο Εξαγωγών, τονίζοντας ότι «η πορεία του εξωτερικού μας εμπορίου παραμένει για πολλοστή χρονιά με πολλά προβλήματα. Η συμμετοχή των εξαγωγών στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια από 10,6% που ήταν το 2000 στο 7,4% το 2004, την ίδια ώρα που για παράδειγμα στο Βέλγιο το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 95% του ΑΕΠ, στην Κορέα στο 66% και στη Γερμανία στο 40%».


Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, ενώ η Ελλάδα έχει στραμμένο διαρκώς τον εξαγωγικό της προσανατολισμό στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα (ενδύματα όλων των ειδών), από τα στοιχεία της Eθνικής Στατιστικής Yπηρεσίας προκύπτει ότι εξάγουμε στην Ιταλία ενδύματα αξίας 57,2 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές αντίστοιχων προϊόντων από την ίδια χώρα ανέρχονται σε 211,5 εκατ. ευρώ. Ακόμη πιο απογοητευτικά είναι τα μεγέθη των ελληνικών εξαγωγών ενδυμάτων στην Ισπανία, τα οποία βρίσκονται μακριά από την πρώτη δεκάδα, ενώ αντίθετα οι εισαγωγές τους προσεγγίζουν τα 117 εκατ. ευρώ. Από την άλλη ακόμη και στη χώρα με την οποία διατηρούμε τις καλύτερες εμπορικές σχέσεις –η Γερμανία είναι η πρώτη χώρα στην οποία εισάγουμε προϊόντα και η πρώτη χώρα που μας προμηθεύει–, η αντιστοιχία εισαγωγών – εξαγωγών είναι μία προς έξι. Δηλαδή για κάθε μία εξαγωγή εισέρχονται περίπου έξι γερμανικά προϊόντα ή, διαφορετικά, το 2004 εισήχθησαν προϊόντα αξίας 5,6 δισ. ευρώ ενώ αντίθετα το ύψος των εξαγωγών προς τη Γερμανία όσον αφορά στα 10 δημοφιλέστερα προϊόντα ανήλθε στα 1,6 δισ. ευρώ.


Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ το top 10 των προϊόντων που εισάγουμε προέρχεται από τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες, τη Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νότια Κορέα, την Ισπανία και το Βέλγιο. Από την άλλη, τα 10 δημοφιλέστερα ελληνικά προϊόντα που «ταξιδεύουν» έχουν προορισμό τη Γερμανία, την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Βουλγαρία, τις ΗΠΑ, την Τουρκία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Κύπρο και τη Ρουμανία.


Σημαντικά είναι τα ποσά που καταβάλλονται από την ελληνική αγορά για φαρμακευτικά προϊόντα. Από την επεξεργασία των στοιχείων της EΣYE προκύπτει ότι από τα 42 δισ. ευρώ (συνολικό ποσό δαπάνης των 10 δημοφιλέστερων προϊόντων που εισάγονται) τα 2,1 δισ. ευρώ αφορούν φαρμακευτικά προϊόντα, δηλαδή το 5% της αξίας των εισαγωγών, τη στιγμή που το ποσοστό εισαγωγών αυτοκινήτων και γενικότερα διαφόρων οχημάτων μόλις ξεπερνά το 10%. 


Παράλληλα, παρά το γεγονός ότι η χώρα μας δεν φημίζεται για τη βαριά της βιομηχανία, οι εξαγωγές σε πυρηνικούς αντιδραστήρες και λέβητες ανέρχεται στο ποσό των 709 εκατ. ευρώ, ενώ πολύ χαμηλότερα βρίσκονται οι εξαγωγές σε φρούτα και παρασκευάσματα λαχανικών και καρπών. Τις ελληνικές κομπόστες και τους πελτέδες φαίνεται να προτιμούν, μεταξύ άλλων, οι Γερμανοί, οι Αμερικανοί, οι Βρετανοί, οι Καναδοί και οι Ρώσοι. Αντίθετα, τα φρέσκα προϊόντα κατευθύνονται ως επί το πλείστον στις ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Πολωνία, η Βουλγαρία και η Αλβανία.


Το ελληνικό βαμβάκι, όπως διαφαίνεται από τα στοιχεία, προτιμούν οι γείτονες Τούρκοι. Συνολικά εξάγονται προς την Τουρκία 130 εκατ. κιλά βαμβακιού, αξίας 131 εκατ. ευρώ. Αν και στην Ιταλία εξάγονται περισσότερα κιλά βαμβακιού (149 εκατ.), η αξία τους ανέρχεται στα 99,1 εκατ. ευρώ, γεγονός που αφενός οφείλεται στους δασμούς, αφετέρου στην κοινή αγροτική πολιτική. Η φημισμένη για το βαμβάκι της Αίγυπτος αγόρασε το 2004 από την Ελλάδα βαμβάκι αξία περίπου 50 εκατ. ευρώ, ενώ σημαντικό αγοραστικό ενδιαφέρον επιδεικνύουν το Μαρόκο και η Τυνησία.


Δεύτερη θέση στον κατάλογο των δέκα πρώτων προϊόντων που εισάγουμε στη χώρα, μετά τα πετρελαιοειδή, καταλαμβάνουν τα αυτοκίνητα. Οι Ελληνες επιδεικνύουν ιδιαίτερη αδυναμία στη γερμανική βιομηχανία, από την οποία το 2004 αγοράσαμε αυτοκίνητα και οχήματα αξίας 1,32 δισ. ευρώ. Η Ιαπωνία, από την οποία εισαγάγαμε οχήματα αξίας 570 εκατ. ευρώ, ήρθε στη δεύτερη θέση, ακολουθούμενη από την Ισπανία (395 εκατ. ευρώ), τη Γαλλία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Την έβδομη θέση κατέλαβε το Βέλγιο, το οποίο εισέπραξε 252 εκατ. ευρώ για οχήματα από την Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τη Νότια Κορέα και τις Κάτω Χώρες. 


Η ασιατική αγορά, όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία, έχει τον πρώτο λόγο στις εισαγωγές θαλάσσιας και ποτάμιας ναυσιπλοΐας της χώρας μας. Η αξία των εισαγωγών από τη Νότια Κορέα της κατηγορίας αυτής άγγιξε το 1 δισ. ευρώ, ενώ η Ιαπωνία με σημαντική διαφορά βρέθηκε στη δεύτερη θέση με εισαγωγές αξίας 391 εκατ. ευρώ. Ακολουθούν η Σιγκαπούρη από όπου εισήχθησαν προϊόντα ναυσιπλοΐας αξίας 80 εκατ. ευρώ, η Λιβερία (63 εκατ. ευρώ), η Κροατία (59 εκατ. ευρώ) και η Κίνα με 54 εκατ. ευρώ. Στην έβδομη θέση μεταξύ των 10 πρώτων εισαγωγέων μας βρίσκεται ο Αγιος Βικέντιος με 31 εκατ. ευρώ και ακολουθούν η γειτονική Ιταλία και ο Λίβανος με εισαγωγές αξίας 17 εκατ. ευρώ.


Πηγή: Άρθρο της δημοσιογράφου κυρίας Αλεξάνδρας Κασσίμη στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο 18/06/2005