Αρχική Απόψεις Aρθρα Γιάννη Μαρίνου: Γιατί βλάπτουν τα Ρετιρέ

Γιάννη Μαρίνου: Γιατί βλάπτουν τα Ρετιρέ

9


Νεαρός υπάλληλος κρατικής τράπεζας έμπλεος οργής ξεσπά στον φακό της τηλεόρασης: «Εγώ υπολόγιζα ότι θα πάρω τη σύνταξή μου στα 55 και τώρα μου λένε ότι θα πρέπει να συμπληρώσω τα 65. Επιπλέον ενώ υπολόγιζα η σύνταξή μου να φθάσει τα 118% του μισθού μου, μου λένε τώρα ότι θα κατέβει στα 80%. Και το ακόμη χειρότερο θα πάψω να είμαι μόνιμος. Δηλαδή Μεσαίωνας».


Δεν θα είχαμε αντίρρηση εμείς οι του ιδιωτικού τομέα, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αγρότες που όλοι ζούμε στον Μεσαίωνα, να διατηρήσουν τον εργασιακό τους Παράδεισο τα ρετιρέ του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με την προϋπόθεση να μην πληρώνουμε εμείς το κόστος των προνομίων τους, τα οποία μάλιστα αποκτήθηκαν εκβιάζοντας τον εργοδότη τους, που τυχαίνει να είναι ο υπόλοιπος ελληνικός λαός.


Διότι, παρά την επιμελή αποσιώπηση ή παραπλανητική παρουσίαση του θέματος από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους (κατανοητό) αλλά και από τις συμπαραστεκόμενες «προοδευτικές» και «δημοκρατικές» δυνάμεις, η μονιμότητα λειτουργεί ως εξής: οι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα, έχοντας τη σιγουριά ότι οι αγώνες τους (απεργιακοί και άλλοι) δεν έχουν κόστος, αφού ο εργοδότης τους δεν μπορεί να τους απολύσει, απαιτούν και έχουν κατά καιρούς επιτύχει διάφορα προνόμια, τα οποία τους έχουν παράσχει πρόθυμα οι εκπρόσωποι του εργοδότη τους. Βλέπετε οι εκάστοτε ενδίδοντες στον εκβιασμό ή ψηφοθηρούντες με γαλαντομίες πολιτικοί δεν πληρώνουν από την τσέπη τους. Γιατί εκβιασμός είναι όταν οι εργατοϋπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα απειλούν πότε να μας κόψουν το ρεύμα και να μας αφήσουν στο σκοτάδι, πότε να διακόπτουν τη συγκοινωνία ή τις πτήσεις των αεροπλάνων ή τη λειτουργία των νοσοκομείων ή των σχολείων. Και καθώς ο εργοδότης-λαός ρωτάει απελπισμένος και απογοητευμένος τι κάνει ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπός του, η εκάστοτε κυβέρνηση, η τελευταία, προκειμένου να αποφύγει το πολιτικό κόστος από την παράλυση του κράτους, υποκύπτει ευκολότερα στον εκβιασμό τών εκ του ασφαλούς (λόγω μονιμότητας) απεργούντων και δίνει ό,τι της ζητούν.


Ετσι, λοιπόν, αποτέλεσμα τέτοιων δήθεν ηρωικών αγώνων (για τους οποίους συχνά ούτε τα μεροκάματα της απεργίας δεν περικόπτονται) είναι, μεταξύ άλλων, η πρόωρη συνταξιοδότηση των εργαζομένων στα ρετιρέ (χαρακτηρισμός του Ανδρέα Παπανδρέου), οι πολύ υψηλότερες συντάξεις, ενίοτε ακόμη και από τον μισθό (!), οι καλύτερες αποδοχές σε σύγκριση με του ιδιωτικού τομέα, οι λιγότερες ώρες εργασίας, οι πλασματικές υπερωρίες, οι εθελούσιες έξοδοι με προνομιακούς όρους και πλούσιες αποζημιώσεις, οι δεκάδες χιλιάδες των συνδικαλιστών που δεν εργάζονται αλλά λαμβάνουν και υπερωρίες και αργότερα πολιτικά αξιώματα, η κατά παράβαση κάθε κανόνα ισότητας και αξιοκρατίας προτεραιότητα στους διορισμούς των παιδιών και λοιπών συγγενών των ήδη προνομιούχων εργαζομένων σε ορισμένες ΔΕΚΟ κ.ο.κ.


Αυτά όλα έχουν κόστος, που εξαναγκάζονται να το πληρώνουν οι μη προνομιούχοι του ιδιωτικού τομέα διά του κρατικού προϋπολογισμού, ο οποίος έτσι δεν μπορεί να απαλλαγεί από τα ελλείμματα και καταφεύγει συνεχώς σε νέα δάνεια και χρέη και σε αυξημένους φόρους, υψηλότερες τιμές και μείωση της ανταγωνιστικότητας. Και οσάκις γίνεται προσπάθεια να διορθωθεί αυτό το άγος της αντιδημοκρατικής ανισότητας και της καταλήστευσης των αδυνάμων από τους προνομιούχους εργαζομένους, βγαίνουν οι δήθεν προοδευτικές δυνάμεις και κραυγάζουν κάτω τα χέρια από τις «εργατικές» κατακτήσεις (των ρετιρέ).

Πηγή: Άρθρο του κ. Γιάννη Μαρίνου στην Εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής. 19/05/2005