Αρχική Νέα Οικονομία Οικονομία: Τι συμβαίνει με το εισόδημα των Ελλήνων

Οικονομία: Τι συμβαίνει με το εισόδημα των Ελλήνων

23

Οι αριθμοί ευημερούν, οι πολίτες υποφέρουν. Οι ανατιμήσεις της τελευταίας 5ετίας αλλά και ο ρυθμός αύξησης του εισοδήματός μας δικαιολογούν εν μέρει τη δυσαρέσκεια που αισθάνονται οι πολίτες σχετικά με την εξέλιξη των τιμών.



Το πραγματικό μας εισόδημα δεν αυξήθηκε παρά ελάχιστα -μόλις 1-1,5 ποσοστιαία μονάδα- στο διάστημα 1999-2004. Την ίδια στιγμή, όλες οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν το κόστος ζωής ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα τα ελληνικά νοικοκυριά.


Πού οφείλεται αυτό; Η απάντηση προκύπτει από την καταγραφή επιμέρους δεικτών -επίσημων και ανεπίσημων- που όμως αποτυπώνουν το γιατί επιβαρύνθηκε το μέσο νοικοκυριό: Δάνεια, κινητά τηλέφωνα και αυτοκίνητα προσέθεσαν νέα έξτρα στα νοικοκυριά. Δαπάνες που θεωρούνταν «ανελαστικές» για τον μέσο Ελληνα (καφές, εστιατόρια, ταβέρνες, διακοπές κ.λπ.) ανατιμήθηκαν με ρυθμό κατά πολύ υψηλότερο από αυτόν που μεγεθύνθηκε το μέσο εισόδημα. Δαπάνες για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα εκτοξεύτηκαν τόσο λόγω ανατιμήσεων όσο και λόγω αύξησης της ζήτησης ενώ καινούργιες ανάγκες δημιούργησε και η είσοδος χιλιάδων γυναικών στην αγορά εργασίας.


Ακριβά ακίνητα


Το επιστέγασμα ήρθε με την κατακόρυφη αύξηση στις τιμές των ακινήτων αμέσως μετά το σκάσιμο της «φούσκας» του Χρηματιστηρίου. Ο,τι κερδίσαμε από την πτώση των επιτοκίων -και κατ’ επέκταση τη μείωση του κόστους των δανείων- το πληρώσαμε σε ακριβότερα σπίτια.


Η δαπάνη στέγασης έγινε η μεγαλύτερη στο σύγχρονο οικογενειακό προϋπολογισμό. Ολοένα και περισσότεροι καταφεύγουμε είτε στο στεγαστικό δάνειο είτε στο ενοίκιο. Τα στοιχεία από την επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων, αλλά και οι απογραφές της ΕΣΥΕ, δίνουν σαφή εικόνα για το πόσοι Ελληνες επιβαρύνονται:


Περισσότεροι από 600.000 Ελληνες εξοφλούν αυτή τη στιγμή στεγαστικό δάνειο το οποίο εκταμιεύτηκε για αγορά πρώτης κατοικίας. Περίπου άλλοι 400-600.000 έχουν αγοράσει σπίτι με δάνειο χωρίς να πληρούν τα κριτήρια της πρώτης κατοικίας. Ετσι, ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων που εξοφλούν στεγαστικό, εκτιμάται στα 1-1,2 εκατομμύρια.


Αν σε αυτούς προστεθούν και οι περίπου 800.000 Ελληνες οι οποίοι καταβάλλουν ενοίκιο, τότε προκύπτει ότι περίπου δύο εκατομμύρια νοικοκυριά πληρώνουν για τη στέγη τους.


Τον Δεκέμβριο του 2004, οι Ελληνες χρωστούσαν 33,13 δισεκατομμύρια ευρώ σε στεγαστικά δάνεια. Στην αύξηση των χρεών συνέβαλαν η μείωση των επιτοκίων αλλά και οι εκρηκτικές ανατιμήσεις στα ακίνητα που παρέσυραν και τα ενοίκια. Από το 1999 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004, η ΕΣΥΕ κατέγραψε ανατιμήσεις 28,5% στα ενοίκια που είναι διπλάσιες από τον πληθωρισμό στο ίδιο διάστημα. Εκρηκτικές ήταν οι ανατιμήσεις και στα κοινόχρηστα. Βασικός υπεύθυνος, το πετρέλαιο θέρμανσης που έχει ανατιμηθεί κατά… 74% την τελευταία πενταετία.


Κι από το σπίτι στο αυτοκίνητο. Στην 15ετία που πέρασε, να μετατραπεί σε προϊόν ευρείας κατανάλωσης αν όχι πρώτης ανάγκης. Στους ελληνικούς δρόμους κυκλοφορούσαν στο τέλος του 2004 περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια Ι.Χ. έναντι μόλις 1,5 εκατομμυρίου στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Περίπου 1,65 εκατομμύρια Ελληνες αγόρασαν Ι.Χ. την τελευταία 5ετία και «φόρτωσαν» τον οικογενειακό προϋπολογισμό με μια πρόσθετη διόλου ευκαταφρόνητη δαπάνη.


Από τις αρχές του 2005, ο ιδιοκτήτης ενός Ι.Χ. 1.400 κυβικών εκατοστών ξοδεύει τουλάχιστον 250 ευρώ το μήνα για τις μετακινήσεις με αυτό (σ.σ. το ποσό αυτό περιλαμβάνει βενζίνη, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλεια, σέρβις, πάρκινγκ και διόδια). Η πραγματική αύξηση στο κόστος συντήρησης του Ι.Χ., υπερβαίνει το 10% σε σχέση με τις αρχές του 2004 λόγω των γενναίων ανατιμήσεων στα καύσιμα, στα τέλη κυκλοφορίας, στο κόστος του σέρβις αλλά και στα ασφάλιστρα. Το ποσοστό αυτό είναι πολλαπλάσιο του πληθωρισμού και των μέσων αυξήσεων στις αποδοχές.


Τα στοιχεία της ΕΣΥΕ αναδεικνύουν την απόφαση ολοένα και περισσότερων γυναικών να στραφούν στην αγορά εργασίας για να φέρουν στην οικογένεια «άλλο ένα μισθό». Στα τέλη του 2001, η απογραφή έδειξε ότι εργάζονται 1,5 εκατομμύρια γυναίκες έναντι 1,08 εκατ. γυναικών στο τέλος του 1991. Στο ίδιο διάστημα, ο αριθμός των απασχολούμενων ανδρών αυξήθηκε μόλις κατά 4,52%. Ετσι, τουλάχιστον άλλα 500.000 νοικοκυριά ήρθαν αντιμέτωπα με το κόστος που συνεπάγεται η είσοδος της συζύγου στην αγορά εργασίας. Τέσσερα μεροκάματα για την καθαριότητα του σπιτιού (ένα την εβδομάδα), επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό με περίπου 140 ευρώ το μήνα.


Υπολογίσιμο έξοδο είναι και το φαγητό σε πακέτο, το γνωστό delivery που ακρίβυνε κατά 30% την τελευταία 5ετία. Μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση από τη στιγμή που στην οικογένεια θα προστεθεί και ένα παιδί. Ο παιδικός σταθμός από το 3ο έτος της ηλικίας του παιδιού, το σχολικό ή ακόμη και η πρόσληψη μιας γυναίκας για «baby seating» είναι δαπάνες που πλέον φαντάζουν «ανελαστικές» στα σύγχρονα νοικοκυριά.


Η ιδιωτική εκπαίδευση αποτελεί άλλη μία δαπάνη για την ελληνική οικογένεια, η οποία γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη ως ποσοστό του μέσου εισοδήματος. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους:


*Οι αυξήσεις σε ιδιαίτερα, φροντιστήρια και ιδιωτικά σχολεία υπερβαίνουν τον πληθωρισμό. Στα ιδιωτικά σχολεία, οι αυξήσεις για το 2005 ανήλθαν στο 8% με τον ετήσιο πληθωρισμό να υπολογίζεται στο 3,5%.


*Ο αριθμός των οικογενειών που στέλνουν τα παιδιά τους στα φροντιστήρια γίνεται ολοένα και μεγαλύτερος. Εκτιμάται ότι φροντιστήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παρακολουθούν περίπου οι 65 στους 100 μαθητές γυμνασίου και λυκείου, δηλαδή περισσότερα από 300.000 Ελληνόπουλα. Ειδικά τα τελευταία 3-4 χρόνια, ο αριθμός των μαθητών έχει αυξηθεί για δύο πρόσθετους λόγους:


– Κατά χιλιάδες οι Ελληνες εισρέουν στα φροντιστήρια προκειμένου να προετοιμαστούν για τους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ.


– Τα ιδιαίτερα και τα φροντιστήρια ξεκινούν πλέον ακόμη και από το δημοτικό.


Σε ετήσια βάση, οι Ελληνες δαπανούν περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια ευρώ για φροντιστήρια, ιδιαίτερα και ιδιωτικά σχολεία. Ερευνα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ ανεβάζει τη δαπάνη για τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα (εξαιρουμένων δηλαδή των ιδιωτικών σχολείων) στο ένα δισ. ευρώ. Ομως, οι ίδιοι μελετητές χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο ποσό ως υποεκτιμημένο.


Οι τηλεπικοινωνίες είναι ίσως η μοναδική υπηρεσία στην Ελλάδα που γίνεται ολοένα και φθηνότερη, ειδικά μετά το 2000. Ελαφρύνθηκαν όμως τα ελληνικά νοικοκυριά; Ασφαλώς όχι. Η κινητή τηλεφωνία προσέθεσε μια «ανάγκη» η οποία δεν υπήρχε πριν από 10 χρόνια. Και τι ανάγκη. Πλέον ξοδεύουμε πάνω από τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ σε λογαριασμούς κινητών τηλεφώνων χωρίς στο ποσό αυτό να υπολογίζεται και το κόστος για την απόκτηση των συσκευών. Οι τέσσερις εταιρείες του χώρου μοιράζονται περισσότερους από 10 εκατομμύρια συνδρομητές, οι οποίοι κατά μέσο όρο ξοδεύουν περισσότερα από 35 ευρώ το μήνα στον κινητό τους.


Ιδιωτικά σχολεία


Σύμφωνα με ευρωπαϊκή έρευνα της εταιρείας IPSOS, τουλάχιστον ένα στα τέσσερα νοικοκυριά έχουν περισσότερα από ένα κινητά. Γι’ αυτά, η μηνιαία επιβάρυνση υπερβαίνει τα 70 ευρώ. Στα 10 χρόνια μαζικής στροφής των Ελλήνων στο κινητό τηλέφωνο, δεν παρατηρήθηκε μείωση στη χρήση του σταθερού τηλεφώνου. Ετσι, οι λογαριασμοί του τηλεφώνου απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.


Οι υπερβολικές ανατιμήσεις στη διασκέδαση και στην αναψυχή ήταν μεγάλη «μαχαιριά» για τους Ελληνες. Η Τράπεζα της Ελλάδας, ύστερα από επεξεργασία της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών που εκπονεί η ΕΣΥΕ, αποφάνθηκε ότι οι Ελληνες, ειδικά οι υπάλληλοι και οι κάτοικοι των αστικών κέντρων, διαθέτουν το… 16% του εισοδήματός τους για καφέ, ταβέρνες και ταξίδια. Από το 1999 μέχρι σήμερα, ο επίσημος δείκτης που παρακολουθεί τις τιμές σε ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια αυξήθηκε κατά 31,35% τη στιγμή που ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή διογκώθηκε μόλις κατά 19,46%. Ολοένα και περισσότεροι Ελληνες αναγκάζονται να περιορίσουν τις διακοπές, τις βραδινές εξόδους ή τις βόλτες στις καφετέριες με αποτέλεσμα να επιτείνεται ακόμη περισσότερο η γκρίνια.

Το παρόν άρθρο του δημοσιογράφου κ. ΘΑΝΟΥ ΤΣΙΡΟΥ δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, στις 10 Ιουλίου 2005