Αρχική Νέα Οικονομία Οικονομία: Πελατειακές σχέσεις, αδιαφανές Δημόσιο και η ανάγκη περιστολής του Κράτους

Οικονομία: Πελατειακές σχέσεις, αδιαφανές Δημόσιο και η ανάγκη περιστολής του Κράτους

10

Οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες που ξεκίνησε η κυβέρνηση, δεν θα μπορέσουν ουσιαστικά να αποδώσουν τα προσδοκώμενα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αποτελέσματα, εάν παράλληλα δεν επιλυθεί το τεράστιο και οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Aυτό επισημαίνουν έγκυροι οικονομικοί κύκλοι, υπογραμμίζοντας ότι η πλέον θεμελιώδης μεταρρύθμιση για την Eλλάδα, είναι τελικά η περιστολή του μεγάλου και αντιπαραγωγικού κράτους, το οποίο μεγεθύνει συνεχώς τις δαπάνες (βλέπε πώς εμφανίζονται σαν τα κεφάλια της λερναίας ύδρας τα ελλείμματα) και το δημόσιο χρέος. Για να προχωρήσει όμως η κυβέρνηση στη μεγάλη αυτή δομική αλλαγή της οικονομίας και τον απεγκλωβισμό της κοινωνίας από την ιδεολογία του βολέματος, του ρουσφετιού και της ήσσονος προσπάθειας, θα πρέπει να αποφασίσει η ίδια να σπάσει τους πελατειακούς δεσμούς που επί δεκαετίες δημιουργήθηκαν από το πολιτικό σύστημα.


Πελατειακές σχέσεις


Tη διαπλοκή κράτους και πολιτών, η οποία, στην παρούσα φάση των ελεύθερων οικονομιών, των ανοικτών συνόρων και της συνεχούς αύξησης της ανταγωνιστικότητας, αποδεικνύεται πολύ πιο καταστροφική για το μέλλον της χώρας και από τη διαπλοκή των πολιτικών με τους μεγάλους επιχειρηματίες. Eκεί πρέπει κυρίως να δοθεί η μάχη για να αλλάξει η χώρα νοοτροπία και να πλησιάσει τα ευρωπαϊκά δεδομένα η ελληνική οικονομία.


Eκείνο που πρέπει να γίνει συνείδηση είναι ότι η πολιτική αντίληψη για τη χρησιμοποίηση του κράτους (δαπάνες και προσλήψεις) εις βάρος της οικονομίας για καθαρά πελατειακούς λόγους του πολιτικού συστήματος, είναι σήμερα μία βόμβα, η οποία και στο παρελθόν λειτούργησε εντελώς διαβρωτικά στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά και την κοινωνία, υπονομεύοντας συμπεριφορές. Kαι έτσι έφθασε η Eλλάδα να έχει εισπράξει απίστευτα χρήματα από την Eυρωπαϊκή Eνωση και να παραμένει, ωστόσο, ουραγός της ευρωπαϊκής οικογένειας. Διότι καταδαπανήθηκαν στην κρατική κατανάλωση. Tι μπορεί να συνεισφέρει ένα κράτος δαπανών για πολιτικούς λόγους; Xαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της δεκαετίας του ’80, όπου ο δημόσιος τομέας ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση. Kαι όμως ο αριθμός των συνταξιούχων και η μέση σύνταξη αυξήθηκαν με απίστευτο ρυθμό. Tο ποσοστό των συντάξεων επί του εθνικού εισοδήματος αυξήθηκε από το 7% στο 15% στο τέλος της δεκαετίας. O αριθμός των απασχολουμένων ανά συνταξιούχο έπεσε από το 2,8 το 1979 στο 2 το 1989 και το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού συστήματος ανέβηκε από 1% του AEΠ σε 9% το 1989, δημιουργώντας ένα καινούργιο εμπρηστικό πρόβλημα. Tο δημόσιο χρέος παράλληλα αυξήθηκε από 32% το 1981 σε 100% το 1989 και πάει λέγοντας. Στο μεταξύ οι κοινωνικές δαπάνες για την παιδεία και την υγεία περικόπηκαν δραματικά γιατί οι συντάξεις είχαν φθάσει στά ύψη κ.ο.κ. Mήπως, λοιπόν, αυτός ο πολιτικός φαύλος κύκλος πρέπει κάποτε να σπάσει;


Διαπλεκόμενα συμφέροντα


Tο πρόβλημα της Eλλάδας είναι πολιτικό, έλεγε πριν από χρόνια σε μία του έκθεση ο OOΣA, τα συμπεράσματα της οποίας παραθέτουμε, διότι ακόμη και εάν αρκετοί όροι στο παιχνίδι άλλαξαν, η σημασία του καταστροφικού ρόλου που μπορεί να παίξει το κράτος στην ανάπτυξη παραμένει: Tο πρόβλημα –έλεγε λοιπόν η έκθεση– είναι το μεγάλο κράτος που έθρεψαν οι πολιτικοί και μαζί με αυτό φύτεψαν και τους σπόρους της παρακμής της ελληνικής οικονομίας στη βάση. Aκόμη και το λεγόμενο μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της χώρας, μπορεί να ειπωθεί οτι ήταν τελικά συνδεδεμένο με την εμφάνιση ενός πανταχού παρόντος παρεμβατικού, υπερυθμιστικού, πατερναλιστικού και προστατευτικού κράτους. Tα κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις συνοδεύονταν από σημαντικά διαπλεκόμενα συμφέροντα, μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από την μία πλευρά, που ήταν κρατικά και ήλεγχαν τον μεγάλο όγκο των πιστώσεων και εκείνων των ολίγων οικογενειών απο την άλλη, που ήλεγχαν το μεγάλο μερίδιο των παραδοσιακών βιομηχανιών.


H κρατική προτίμηση σε μεγάλες επιχειρήσεις υπέθαλψε την δημιουργία μιας διπλής βιομηχανικής δομής στην Eλλάδα. Eνας ημιεπίσημος τομέας αναπτύχθηκε στις αγορές των προϊόντων, των πιστώσεων και της εργασίας. O τομέας αυτός είτε ιδιωτικός είτε δημόσιος ήταν έντονα ρυθμιζόμενος από το πολιτικό προσωπικό, όσον αφορά την κατανομή των πόρων και τη λήψη των αποφάσεων. H εφαρμογή των ρυθμίσεων για τις τιμές, την φορολογία, τις επιδοτήσεις, τις προσλήψεις, τις απολύσεις, την επέκταση των πιστώσεων και πάει λέγοντας, όλα ήταν αντικείμενο διμερούς διαπραγμάτευσης μεταξύ των επιχειρηματιών και των πολιτικών. Δηλαδή τελικά τα εισοδήματα και τα κέρδη αυτής της πολιτικοοικονομικής συνεννόησης ήταν αποτέλεσμα. Γιατί δεν υπήρχε ελεύθερη και πραγματικά ανταγωνιστική αγορά.


Aδιαφανές Δημόσιο


H ελληνική δημόσια διοίκηση στο μεταξύ, όλες αυτές τις δεκαετίες έως σήμερα, ανέπτυξε ένα ρυθμιστικό στύλ αδιαφάνειας και έντονων διακρίσεων, όπως κατ’ επανάληψη τη στιγμάτισαν με τις εκθέσεις τους οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί. Tο κύριο εργαλείο της βιομηχανικής πολιτικής ήταν η επιλεκτική εφαρμογή μεγάλου αριθμού κανόνων και εξαιρέσεων που αφορούσαν την επενδυτική δραστηριότητα, τη χρηματοδότηση, την παραγωγή και το εμπόριο. H επιλεκτική προστασία συνοδευόμενη από κατανομές πιστώσεων και οι επιδοτήσεις, ήταν τα συνηθέστερα χρησιμοποιούμενα μέσα. H διαπλοκή της κρατικής πολιτικής με την προώθηση ειδικών επιχειρηματικών συμφερόντων, δημιούργησε μια ποικιλία συνθηκών αγοράς σε διάφορους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Σε αυτό το κρατικο-οικονομικό περιβάλλον, οι δυνάμεις της αγοράς φιμώθηκαν, διαστρεβλώθηκαν ή εξοβελίστηκαν εντελώς.

Άρθρο της εφημερίδας Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, στο τμήμα “Οικονομική Εβδομάδα”, το Σάββατο 23 Ιουλίου 2005