Αρχική Απόψεις Aρθρα Ηλίας Νικολακόπουλος: Γιατί αλλαζει ο νόμος για τις Δημοτικές Εκλογές

Ηλίας Νικολακόπουλος: Γιατί αλλαζει ο νόμος για τις Δημοτικές Εκλογές

27

Η συζήτηση που άτυπα έχει ξεκινήσει, μεσούντος του καλοκαιριού, για ενδεχόμενες αλλαγές στον τρόπο εκλογής των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αποδεικνύει, για μια ακόμη φορά, ότι το εκλογικό σύστημα, σε όλες τις εκδοχές του, αντιμετωπίζεται από τους πολιτικούς ως αυτό που πραγματικά είναι: «ο πιο εξειδικευμένος χειραγωγικός μηχανισμός της πολιτικής».

Βέβαια η κυβέρνηση μπορεί να ισχυριστεί ότι η προτεινόμενη τροποποίηση του εκλογικού συστήματος – δηλαδή η απευθείας εκλογή από τον α’ γύρο του συνδυασμού που συγκεντρώνει τη σχετική πλειοψηφία, εφόσον ξεπερνά το 42% – δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Ως γενική ιδέα είναι σαφώς καταγεγραμμένη στο προεκλογικό πρόγραμμα της N.Δ. και έχει ήδη συζητηθεί στους θεσμικούς χώρους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – χωρίς πάντως να τύχει ευρύτερης αποδοχής.

Με δύο επιχειρήματα. H προτεινόμενη αλλαγή στηρίζεται σε δύο απλά και ευλογοφανή επιχειρήματα. Το πρώτο αφορά το κόστος μιας εκλογής δύο γύρων και το δεύτερο την εμπειρική διαπίστωση ότι ένας συνδυασμός που κέρδισε, στον α’ γύρο, τη σχετική πλειοψηφία με ποσοστό πάνω από 40%, κατά κανόνα εκλέγεται στον β’ γύρο. Στις τελευταίες, π.χ., νομαρχιακές εκλογές από τις 22 περιπτώσεις που εντάσσονται σ’ αυτήν την κατηγορία μόνο σε μία (Αρκαδία) ο συνδυασμός που αναδείχτηκε δεύτερος στον α’ γύρο κατόρθωσε τελικά να κερδίσει την εκλογή. Πρέπει όμως να σημειωθεί πως όταν η αναμέτρηση αφορά μικρότερες πληθυσμικές μονάδες (μικρούς και μεσαίους δήμους) η αντίστοιχη αντιστροφή εμφανίζεται σαφώς συχνότερα (Χανιά, Μυτιλήνη, Μέγαρα, Γρεβενά, Καρπενήσι, Πολύγυρος, Άλιμος κ.λπ., με τεκμήριο τις εκλογές του 2002).

Τα απλά και ευλογοφανή επιχειρήματα σπάνια όμως αντιστοιχούν στις πραγματικές στοχεύσεις μιας εκλογικής μεταρρύθμισης και, το κυριότερο, δεν συνυπολογίζουν τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις που θα έχουν οι προτεινόμενες αλλαγές.

Οι στοχεύσεις. Όσον αφορά τις στοχεύσεις – δηλαδή τη βραχυπρόθεσμη πολιτική σκοπιμότητα – έχει ήδη σχολιαστεί ότι συναρτάται άμεσα με τις επόμενες δημοτικές (και νομαρχιακές) εκλογές τον Οκτώβριο του 2006. H N.Δ., θεωρώντας ότι διατηρεί τη σχετική πλειοψηφία στους τρεις μεγάλους δήμους, μπορεί να ελπίζει σε μια νίκη εντυπώσεων στη μοναδική (και εκ των πραγμάτων επισφαλή) εκλογική αναμέτρηση της τετραετίας. Οι υπολογισμοί αυτοί προσδιορίζουν εξάλλου και το (απολύτως αυθαίρετο) ποσοστό του 42% – η εκλογή του οποίου αλλιώς θα θύμιζε «Κολοκυθιά». Γιατί 42% και όχι 40% (όπως προέβλεπε ο νόμος του 1954), ή 43% ή 45%; Άλλωστε, το επιχείρημα που χαμηλόφωνα προβάλλεται, ότι με 42% σχηματίζονται στην Ελλάδα αυτοδύναμες κυβερνήσεις, δεν ευσταθεί, αφού, τόσο το 1977 όσο και το 1996, διαμορφώθηκαν ανετότατες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες με χαμηλότερο ποσοστό.

H αντιπολίτευση. Αν τελικά το αποτέλεσμα των επόμενων δημοτικών (και νομαρχιακών) εκλογών θα συμβαδίζει με τις κυβερνητικές στοχεύσεις παραμένει βέβαια ανοιχτό ερώτημα, το οποίο σε μεγάλο βαθμό θα κριθεί από τη στρατηγική που θα υιοθετήσουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Γιατί μια εκλογική μεταρρύθμιση, όσο απλή κι αν φαίνεται, μεταβάλλει δραματικά τους όρους του εκλογικού ανταγωνισμού.

Το σύστημα που έχει καθιερωθεί από το 1975 και εφαρμόζεται έκτοτε σταθερά είναι σαφώς «δημαρχοκεντρικό» και γι’ αυτό προϋποθέτει την εκλογική νομιμοποίηση του δημάρχου (από το 1994 και του νομάρχη) με απόλυτη πλειοψηφία, είτε στον α’ είτε στον β’ γύρο. H προτεινόμενη μεταρρύθμιση μεταβάλλει ριζικά το ισχύον σήμερα σύστημα, αφού ουσιαστικά το μετατρέπει σε πλειοψηφικό ενός γύρου. Και όπως είναι γνωστό, ενώ το πλειοψηφικό δύο γύρων διευκολύνει τον πολυκομματισμό, αντίθετα το πλειοψηφικό ενός γύρου, μετατοπίζοντας το κρίσιμο διακύβευμα της εκλογής στον α’ γύρο, ευνοεί μια εξαρχής δικομματική αναμέτρηση.

H συσπείρωση. H N.Δ. φαίνεται να υπολογίζει πως με τον τρόπο αυτό θα ακυρώσει μια ενδεχόμενη αντικυβερνητική συσπείρωση στο β’ γύρο, ενώ ταυτόχρονα θεωρεί ότι δεν υπάρχουν (και ούτε μπορεί να υπάρξουν στο άμεσο μέλλον) οι προϋποθέσεις για τη συνεργασία των δυνάμεων της αντιπολίτευσης ήδη από τον α’ γύρο. Ανεξάρτητα από το αν οι υπολογισμοί αυτοί αποδειχτούν στην πράξη λυσιτελείς ή έωλοι, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσει, μεσοπρόθεσμα, την κομματικοποίηση των εκλογών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης – ένα φαινόμενο που είχε αρχίσει να φθίνει την τελευταία δεκαετία, με χαρακτηριστική εκδήλωση την επιτυχή εμφάνιση πληθώρας ανεξάρτητων συνδυασμών. Επιπλέον η εκλογή δημάρχων (ή νομαρχών) χωρίς αδιαμφισβήτητη εκλογική νομιμοποίηση θα περιορίσει την αυτονομία τους και θα τους οδηγήσει σε μεγαλύτερη εξάρτηση από κομματικούς μηχανισμούς. Υπό την έννοια αυτή οι αλλαγές που προτείνονται μάλλον αντιστρατεύονται την τάση για ισχυρότερη και αυτόνομη Τοπική Αυτοδιοίκηση, γι’ αυτό και συναντούν σημαντικές αντιδράσεις τόσο από την ΚΕΔΚΕ όσο και από την ENAE.


Ο Ηλίας Νικολακόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Εκλογικής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 6 Αυγούστου 2005.