Αρχική Νέα Εκπαίδευση - Επιστήμη Παιδεία με προβλήματα υποθηκεύει το μέλλον των Νέων. Οι αλήθειες που αποφεύγονται….

Παιδεία με προβλήματα υποθηκεύει το μέλλον των Νέων. Οι αλήθειες που αποφεύγονται….

15

Τον φάκελο “Παιδεία” άνοιξε στο χτεσινό της φύλλο η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι ο μεγάλος ασθενής της χώρας υποθηκεύοντας το μέλλον των νέων αλλά και τη θέση της χώρας μέσα στο διεθνές και το ευρωπαϊκό περιβάλλον. 

Ενώ η ανεργία πλήττει τους νέους υπάρχουν επιχειρήσεις που ζητούν εξειδικευμένο προσωπικό και δεν βρίσκουν.

Από την άλλη ουδείς τολμά να θίξει το θέμα ταμπού της “δωρεάν” παιδείας αφήνοντας μια πρωτοπορία της δεκαετίας του 1960 να εξελιχθεί σε τροχοπέδη του 2000 καθώς ενώ οι πόροι είναι περιορισμένοι δεν γίνεται καμία διάκριση ούτε μεταξύ αυτών που δύνανται να πληρώσουν και αυτών που δεν μπορούν ούτε μεταξύ επιμελών και μη επιμελών μαθητών και φοιτητών.

Αναλυτικά η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία αναφέρει:

 

Μετεξεταστέοι στην εκπαίδευση

Συσσωρευμένα προβλήματα στον κρίσιμο τομέα της παιδείας προκαλούν οι φτωχές και αναποτελεσματικές πολλές φορές κρατικές δαπάνες, όπως προκύπτει από δύο μελέτες που ολοκλήρωσε ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία.
Παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις και υποσχέσεις, η Ελλάδα αναδεικνύεται «πρωταθλήτρια» σε φτώχεια της δημόσιας παιδείας, οι μαθητές κατατάσσονται τελευταίοι σε επίπεδο γνώσεων, ενώ τα ελληνικά πανεπιστήμια, ελλείψει χρημάτων, παρέχουν τα μικρότερα κονδύλια στην Ευρωπαϊκή Ενωση για έρευνα, γεγονός που εξηγεί και την απουσία τους από τις διεθνείς «λίστες» των καλύτερων ιδρυμάτων.


*Ο μεγάλος χαμένος του προβληματικού συστήματος παιδείας είναι οι νέοι: Τελειώνοντας τις σπουδές τους, θα έχουν χαμηλό επίπεδο γνώσεων και τις λιγότερες πιθανότητες να βρουν μία θέση εργασίας στο αντικείμενό τους.


*Μόνο το 8,4% των συνολικών κρατικών δαπανών καταλήγει κάθε χρόνο για παιδεία. Δύο μόνο χώρες δίνουν λιγότερα χρήματα για τη μόρφωση των παιδιών τους από το ελληνικό κράτος: η Ινδονησία και η Σλοβακία (μεταξύ των 30 κρατών που καταγράφει ο ΟΟΣΑ).


Η άλλη όψη


*Αντιθέτως, σε πλούσια κράτη της δυτικής Ευρώπης με μεγάλο προϋπολογισμό, για δαπάνες παιδείας, καταλήγει πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της «πίτας»: το 15,3% στη Δανία, το 13% στην Ιρλανδία και το 12,7% στην Φινλανδία, αποκαλύπτοντας ίσως το μυστικό της ανάπτυξης και της ευημερίας τους.


*Σχολεία: Στη χώρα μας δαπανώνται 4.058 ευρώ ανά μαθητή ετησίως, όταν στη Νορβηγία η δαπάνη φτάνει στα 10.154 ευρώ και στη γειτονική Ιταλία στα 7.568 ευρώ (τα ποσά αυτά έχουν προσαρμοστεί με βάση το κόστος ζωής για να είναι συγκρίσιμα από χώρα σε χώρα).


Στο ποσό που αναλογεί σε κάθε μαθητή περιλαμβάνονται και οι επενδυτικές δαπάνες, οι οποίες στην Ελλάδα είναι υψηλές, λόγω των μεγάλων κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Αν αφαιρεθούν, τότε το ποσό που δίνουμε για να καλύψουμε τις ανάγκες των μαθητών είναι ακόμη πιο μικρό.


Και επειδή συνήθως ό,τι πληρώνεις… παίρνεις, στα δημόσια σχολεία μας το επίπεδο των μαθητών είναι το δεύτερο χειρότερο (με βάση τη διεθνή έρευνα PISA που στηρίζεται στη γνώση των μαθηματικών) μεταξύ των 30 χωρών του ΟΟΣΑ, μετά την Τουρκία: κατά μέσον όρο ένας 15χρονος στην Ελλάδα λαμβάνει 445 βαθμούς, όταν η «βάση» βρίσκεται στο 500.


*Πανεπιστήμια: Η κατάσταση είναι χειρότερη. Υπολογίζεται ότι αναλογούν 4.731 ευρώ ανά φοιτητή, (πιο λίγα από κάθε μέλος του ΟΟΣΑ αλλά και από άλλα κράτη με χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, όπως είναι η Χιλή και η Μαλαισία).


Στην Ιρλανδία η δαπάνη είναι σχεδόν διπλάσια (9.809 ευρώ) στην Δανία φτάνει στα 15.183 ευρώ ετησίως και στην Νορβηγία στα 13.739 ευρώ.


Καθώς τα χρήματα είναι λίγα, όλο σχεδόν το ποσό οδεύει για μισθούς καθηγητών και για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων. Απομένουν έτσι ελάχιστοι πόροι για άλλες σημαντικές δαπάνες που θα αυξήσουν την ποιότητα της παιδείας.


Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο 358 ευρώ ετησίως ανά μαθητή καταλήγει σε έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, παρά τους σημαντικούς κοινοτικούς πόρους που δικαιούται η Ελλάδα.


Σε χειρότερη θέση της Ελλάδας βρίσκεται μόνο η Σλοβακία, όταν σε άλλα κράτη όπως η Σουηδία το ποσό που δίνεται είναι πολλαπλάσιο (0,88% του ΑΕΠ).


Τι περιθώρια βελτίωσης υπάρχουν, άραγε, στο μέλλον;


Οπως φαίνεται, η παιδεία αποτελεί ένα ακόμα θύμα της πολιτικής σκληρής «λιτότητας» που ακολουθεί πλέον χωρίς παρεκκλίσεις η κυβέρνηση. Στον προϋπολογισμό του 2005, οι πολύ χαμηλές δημόσιες δαπάνες που παρέλαβε από την προηγούμενη κυβέρνηση, έγιναν ακόμη πιο μικρές. Εχει υπολογιστεί δαπάνη ίση με το 3,57% του ΑΕΠ έναντι 3,6% το 2004.


Χαμηλές δαπάνες


Η κατανομή των πόρων του προϋπολογισμού για το 2006 δεν είναι δεδομένη, αλλά οι πρώτες πληροφορίες κάνουν λόγο και πάλι για πολύ χαμηλές αυξήσεις των δαπανών.


Στην ομιλία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ δεν υπήρξε καμία νύξη στην προεκλογική δέσμευση της κυβέρνησης περί αύξησης «των δαπανών για την παιδεία στο 5% του ΑΕΠ και ουσιαστική βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος»…


Σύμφωνα με τον Γιώργο Ψαχαρόπουλο, πρώην βουλευτή Επικρατείας, τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι πολλά, καθώς «επί σειρά δεκαετιών, δεν υπάρχει ουσιαστική εκπαιδευτική πολιτική. Επιστέγασμα αυτής της κατάστασης είναι η θεσμοθέτηση του Διεθνούς Πανεπιστημίου».


Εκτιμά ότι προέχει να διορθωθούν τα υπάρχοντα καθώς «θα έπρεπε να ρωτήσουμε πού είναι η Ελλάδα στη λίστα των καλύτερων πανεπιστημίων στον κόσμο; Ούτε καν αναφέρεται».


Στη «λίστα» με τα 200 καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο που καταρτίζει ετησίως το Times Higher Education Supplement η Ελλάδα απουσιάζει, το ίδιο συμβαίνει και με τη δεύτερη επίσημη κατάταξη την World University Rankings, στην οποία περιλαμβάνονται 500 πανεπιστήμια όλων σχεδόν των κρατών της Ε.Ε. (το ιρλανδικό Trinity College Dublin βρίσκεται στην 28η θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης).


Ψωμί, παιδεία και ανεργία


Η ανεργία καραδοκεί για τους νέους που ολοκληρώνουν την εκπαίδευση ή την κατάρτισή τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, το ποσοστό ανεργίας σπάει κάθε ρεκόρ με έναν στους πέντε νέους να μην μπορεί να βρει δουλειά ακόμη και έπειτα από 5 χρόνια από την ολοκλήρωση των σπουδών του, ενώ πολλοί από τους «τυχερούς» θα εργαστούν τελικά σε αντικείμενο τελείως διαφορετικό από αυτό που σπούδασαν:


*Μέσα στον πρώτο μήνα έρευνας για την ανεύρεση εργασίας, το 42,7% των ενδιαφερομένων παραμένουν άνεργοι έναντι του 7,8% στην Ιρλανδία, του 6,2% στην Ολλανδία και του 33% στην Ισπανία (που έχει το δεύτερο μεγαλύτερο πρόβλημα μετά την Ελλάδα).


Δυστυχώς, όσο περνά καιρός, οι ελπίδες για πολλούς νέους χάνονται:


*Εξι μήνες μετά την ολοκλήρωση της κατάρτισης το 41,1% των ελλήνων υποψηφίων εργαζομένων συνεχίζουν να μη βρίσκουν απασχόληση, έναντι του 32,7% των Ισπανών, και μόνο του 6% των Ολλανδών.


*Δύο χρόνια μετά, το 36% των Ελλήνων συνεχίζει να ψάχνει για δουλειά, έναντι του 23,6% των Ισπανών και του 27,9% των Ιταλών (που έχουν επίσης μεγάλο πρόβλημα).


*Πέντε χρόνια μετά, το 22,3% συνεχίζει να παραμένει άνεργο, έναντι του 4,7% των Ιρλανδών και του 4,2% των Ολλανδών.


Ειδικότητες χωρίς ζήτηση


Δηλαδή, πάνω από ένας στους πέντε υποψηφίους εργαζόμενους ακόμη και 5 χρόνια μετά την «κατάρτισή» του δεν μπορεί να βρει μία δουλειά. Τι έγιναν οι υπόλοιποι τέσσερις;


Ο ένας από αυτούς (το 25% του συνόλου) έγινε αυτοαπασχολούμενος -είτε με δική του επιλογή ή κατ’ ανάγκη- και οι υπόλοιποι 3 βρήκαν μία θέση μισθωτής απασχόλησης, συχνά σε άλλο αντικείμενο από αυτό που σπούδασαν.


– Σύμφωνα με την Eurostat, μέρος της ευθύνης φέρει και η έλλειψη σύνδεσης μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Ενώ κατά μέσον όρο οι φυσικοί, οι μαθηματικοί και οι άλλοι απόφοιτοι θετικών επιστημών αποτελούν το 11,6% του συνόλου σε κοινοτικό επίπεδο, στην Ελλάδα η αναλογία αυτή φτάνει στο 16%, δημιουργώντας μία μάζα ειδικευμένων σε αντικείμενο που δεν έχει τόσο μεγάλη ζήτηση.


– Το ίδιο ισχύει και για γεωπόνους και άλλους αποφοίτους γεωλογικών επιστημών που αποτελούν στην Ελλάδα το 5,8% του συνόλου έναντι του 2,3% στην Ε.Ε.


– Αντίθετα, οι απόφοιτοι πολυτεχνικών σπουδών φτάνουν στο 16% του συνόλου στην Ε.Ε. έναντι του 13,8% στην Ελλάδα και όσοι ολοκλήρωσαν σπουδές υγείας φθάνουν στο 12,2% στην Ε.Ε., έναντι μόνο 6,9% στην Ελλάδα (καθώς έχουμε έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού και μόνο υπερπροσφορά ιατρών).


Η ανισορροπία αυτή «ευθύνεται» και για το 40% των Ελλήνων που εργάζονται σε άλλο αντικείμενο από αυτό για το οποίο σπούδασαν. Συμβαίνει στο 73% όσων σπούδασαν ανθρωπιστικές επιστήμες και τέχνες, στο 63% των εκπαιδευτικών και μόνο στο 22% όσων σπούδασαν οικονομικά και νομικά αλλά και στο 35-37% αυτών που ολοκλήρωσαν πολυτεχνικές σπουδές ή σπουδές υγείας.

Πρώτοι στα Ιδιαίτερα

Ο μαθητής στην Ελλάδα είναι σκληρά… εργαζόμενος. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, δαπανά τις πιο πολλές εξωσχολικές ώρες στον κόσμο (μετά την Τουρκία) για να συμπληρώνει τη γνώση που δεν του παρέχει το σχολείο, με χρήματα που πληρώνουν οι γονείς του, σε μία προσπάθεια να καλύψει τα κενά της δημόσιας παιδείας.



Οι έλληνες μαθητές υποχρεούνται να παρακολουθούν τα πιο πολλά «ιδιαίτερα» και «φροντιστήρια» παγκοσμίως (μεταξύ των 30 οικονομικά ανεπτυγμένων κρατών που συμμετέχουν στον Οργανισμό).


Οι μαθητές παρακολουθούν και ατελείωτες ώρες διδασκαλίας, ειδικά στο λύκειο. Τα μαθήματα στο σύνολο της σχολικής εκπαίδευσης διαρκούν κατά μέσο όρο 27 ώρες την εβδομάδα, έναντι 22-23 ωρών που θεωρούνται υπερεπαρκείς στη Δανία, στη Σουηδία και στη Νορβηγία. Και πάλι όμως η «επίσημη» εκπαίδευση δεν αποδεικνύεται επαρκής.


Μετά το σχολείο τα παιδιά καλούνται να «καταναλώσουν» επιπλέον μαθήματα (που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό κάθε οικογένειας), τον πιο πολύ χρόνο από κάθε άλλο κράτος.


Εκτός σχολείου, συνολικά ο μαθητής «δουλεύει» επί 18,5 ώρες κάθε εβδομάδα, όταν στην Ολλανδία λιγότερες από 7 ώρες επαρκούν για διάβασμα και «εξτρά» μαθήματα (που είναι ελάχιστα αφού το σχολείο καλύπτει τα πάντα).


Μόνο 5 ώρες χρειάζεται ο μαθητής στη Φιλανδία ή στη Σουηδία και περίπου 6 στη Νορβηγία και στη Δανία, όπου τα παιδιά έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο για παιχνίδι και άσκηση.


Πώς κατανέμει όμως ο μέσος μαθητής στην Ελλάδα τις 18,5 ώρες εξωσχολικής απασχόλησής του με τα μαθήματα σύμφωνα με την έρευνα του ΟΟΣΑ;


Κάθε εβδομάδα παρακολουθούν περίπου 7,8 ώρες «εξτρά» μαθημάτων εκτός σχολείου (στην Τουρκία απαιτούνται 9,8 ώρες, ενώ στην Ιρλανδία λιγότερο από 1 ώρα την εβδομάδα). Οι 2,5 ώρες αφιερώνονται στην «υποστηρικτική» διδασκαλία (δηλαδή ιδιαίτερα) και οι υπόλοιπες 5,3 ώρες αφορούν άλλα ομαδικά μαθήματα, όπως φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, μουσική και σπορ.


Δεν είναι όμως μόνο η τσέπη του νοικοκυριού που επιβαρύνεται από τον μαραθώνιο των μαθημάτων, αλλά και το ίδιο το παιδί. Μετά όλα αυτά τα μαθήματα, ομαδικά και κατ’ οίκον, καλείται να μελετήσει για πολύ περισσότερους «δασκάλους». Μόνο για τα μαθήματα του σχολείου υπολογίζεται ότι ο μέσος μαθητής στην Ελλάδα μελετά 8,3 ώρες, έναντι 6,3 ωρών στη Γερμανία και 4,8 ωρών στη Νορβηγία, ενώ στη συνέχεια καταπιάνεται για ακόμη 2,4 ώρες με τα «ιδιαίτερα» και τα φροντιστήρια.


Μεγάλο πρόβλημα υπάρχει με τις ξένες γλώσσες. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat η υψηλή σχετικά γλωσσομάθεια στοιχίζει πολύ στο «πορτοφόλι» του γονέα, καθώς στο σχολείο οι μαθητές δεν μαθαίνουν ξένες γλώσσες.


Πάρα πολλά παιδιά του δημοτικού στις χώρες της Ε.Ε. μαθαίνουν δύο ξένες γλώσσες, όταν το 55% των μαθητών στην Ελλάδα δεν διδάσκεται καμία.


Στο Γυμνάσιο το 25% των Φιλανδών και το 23% των Ολλανδών διδάσκονται 3 ξένες γλώσσες, κάτι που στην Ελλάδα δεν προβλέπεται. Στο λύκειο η δυνατότητα εκμάθησης 3 γλωσσών αυξάνεται στο 55,8% του συνόλου στην Ολλανδία και στο 44% στη Γερμανία. Στην χώρα μας, το ένα τρίτο περίπου των μαθητών περιορίζονται σε μία ξένη την οποία και διδάσκονται στο σχολείο. Παρ’ όλα αυτά, ο μέσος απόφοιτος λυκείου στην Ελλάδα έχει σχετικά καλή γλωσσομάθεια γνωρίζοντας ικανοποιητικά δύο γλώσσες. Χάρη… στο «πορτοφόλι» του γονιού.


Ιδιωτικά σχολεία χωρίς πλαφόν και… μαθητές


«Πανάκριβα» είναι τα ιδιωτικά σχολεία για τα ελληνικά βαλάντια, με αποτέλεσμα, οι γονείς να εγκαταλείπουν το όνειρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης στις πρώτες τάξεις του… γυμνασίου!


Σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων, οι εγγραφές μαθητών ήταν φέτος μειωμένες κατά 2%-3%, που κατά κύριο λόγο αποδίδεται στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής. Ετσι, στα ιδιωτικά δημοτικά φοιτούν φέτος περίπου 49.500 μαθητές, στα Γυμνάσια 18.500 και στα Λύκεια 17.200.


Η «στενότητα» πάντως είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε λουκέτο και τρία σχολεία: ένα γυμνάσιο-λύκειο στη Θεσσαλονίκη, ένα δημοτικό στον Πειραιά και ένα δημοτικό στον Καρέα. Τα δίδακτρα των ιδιωτικών σχολείων, που είναι ελεύθερα πλέον για τις πρώτες τάξεις (π.χ. Α’ Δημοτικού, Α’ Γυμνασίου) ανακοινώθηκαν τον περασμένο Μάιο:


* Στην Αττική, τα δίδακτρα για την Α’ τάξη του Δημοτικού κυμαίνονται από 2.210 ευρώ έως 8.630 ευρώ το χρόνο.


Το σχολείο με τα χαμηλότερα δίδακτρα χρεώνει επιπλέον 780 ευρώ ως έξοδα μεταφοράς, ενώ το αντίστοιχο κόστος για το «ακριβότερο» σχολείο ξεκινάει από τα 1.300 ευρώ και φθάνει μέχρι τα 1.960 ευρώ!


* Τα δίδακτρα για την Α’ Γυμνασίου κυμαίνονται από τα 2.200 ευρώ έως τα 8.275 ευρώ. Το σχολείο με τα χαμηλά δίδακτρα δεν χρεώνει έξοδα μεταφοράς, ενώ στο «ακριβό» τα μεταφορικά διαμορφώνονται πέριξ των 1.300 ευρώ!


**Τα δίδακτρα που καταβάλλουν οι γονείς διαμορφώνονται από την πρόσθεση των διδάκτρων για τα υποχρεωτικά μαθήματα που προβλέπει το πρόγραμμα του υπουργείου Παιδείας και από τα υποχρεωτικά προγράμματα κάθε σχολείου (για παράδειγμα δεύτερη ξένη γλώσσα). Υπάρχουν σχολεία που χρεώνουν τα δικά τους προγράμματα μέχρι και δύο φορές περισσότερο από το πρόγραμμα του υπουργείου: χαρακτηριστική είναι η περίπτωση γυμνάσιου στο Περιστέρι που χρεώνει 1.080 ευρώ για τα βασικά μαθήματα και 2.160 ευρώ για τις δικές του δραστηριότητες.


**Παρ’ όλα αυτά, τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία θεωρούνται από τα φθηνότερα στην Ευρώπη. Στην Πορτογαλία, για παράδειγμα, τα δίδακτρα κινούνται κατά 15%-20% υψηλότερα απ’ ό,τι στην Ελλάδα, καθώς ξεκινούν από τα 6.000 ευρώ (άνευ μεταφορικών) και φθάνουν μέχρι τα 12.000 ευρώ για την κάθε σχολική χρονιά.


Φθηνότερα είναι τα ιδιωτικά σχολεία στην Ισπανία, καθώς τα δίδακτρα επιδοτούνται (!) από το κράτος: στη Μαδρίτη οι γονείς πληρώνουν μάξιμουμ 3.500 ευρώ. Το σύστημα των επιδοτήσεων, μάλιστα, ευνοεί τόσο πολύ την ιδιωτική εκπαίδευση, που στην ισπανική πρωτεύουσα ο αριθμός των ιδιωτικών σχολείων είναι ο ίδιος σχεδόν με τα δημόσια.


Ακριβή μου μάθηση


Η έναρξη της σχολικής χρονιάς βρίσκει περισσότερες από ένα εκατομμύριο οικογένειες, που έχουν παιδιά σε κάποιο νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο ή ΤΕΕ, έτοιμες να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να καλύψουν τις ανεπάρκειες της κατά τ’ άλλα «δωρεάν παιδείας».


Υπολογίζεται ότι πέραν των 6,3 δισ. ευρώ της φετινής κρατικής δαπάνης (3,6% του ΑΕΠ) τα ελληνικά νοικοκυριά θα κληθούν να «καταθέσουν» 4,1 δισ. ευρώ επιπλέον για τη μόρφωση των παιδιών τους, που φοιτούν σε δημόσια σχολεία, τα οποία υποτίθεται πως παρέχουν δωρεάν υπηρεσίες.


**Η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα χρηματοδότησης στην Ελλάδα εμφανίζεται στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου η δημόσια δαπάνη είναι η χαμηλότερη απ’ όλα τα κράτη-μέλη του διεθνούς οργανισμού, αφού περιορίζεται μόλις στο 2,7% του ΑΕΠ και αφορά έξοδα μισθοδοσίας κατά 91%.


Απομένουν, λοιπόν, ελάχιστα χρήματα για υλικοτεχνική υποδομή, για πρόσθετη διδακτική στήριξη, για σύγχρονα εργαστήρια και άλλες σχολικές δραστηριότητες.


«Η υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης οδηγεί σε μια ολοένα ακριβότερη παιδεία, αφού οι ιδιωτικές εκπαιδευτικές δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών είναι υπερτετραπλάσιες του ευρωπαϊκού μέσου όρου και κατατάσσουν την Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.», επισημαίνει ο Θαν. Τσιριγώτης, μέλος του δ.σ. της ΟΛΜΕ.


Οι ελληνικές οικογένειες… πάνε ταμείο από πολύ νωρίς.


Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό και ερευνητή Χρ. Κάτσικα, «στο 63% των δημοτικών και κρατικών παιδικών σταθμών οι γονείς βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, ως αντιστάθμισμα στην υποχρηματοδότηση με την καταβολή τροφείων που σε αρκετές περιπτώσεις είναι συγκρίσιμα με τα δίδακτρα των ιδιωτικών νηπιαγωγείων».


Τι κοστίζει ο μαθητής


**Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Ερευνών της ΓΣΕΕ που βασίστηκε σε επεξεργασία στοιχείων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΣΥΕ) αφού υπολόγισε τις αναπροσαρμογές στους τιμοκαταλόγους των πάσης φύσεως φροντιστηρίων, κέντρων ξένων γλωσσών, γυμναστηρίων και ωδείων δείχνει ότι, οι οικογένειες των μαθητών του δημοτικού καταβάλλουν ετησίως 1.300 ευρώ κατά μέσον όρο για κάθε παιδί, προκειμένου να καλύψουν εκπαιδευτικές ανάγκες που δεν περιλαμβάνονται στο δημόσιο σχολείο.


**Για τον άκρως απαραίτητο σχολικό εξοπλισμό, ήτοι τσάντα, τετράδια, κασετίνες, χρώματα, σχολικά βοηθήματα και φόρμες γυμναστικής απαιτούνται 150 ευρώ, ενώ για τα προσωπικά έξοδα στο κυλικείο, τις μετακινήσεις, τις επισκέψεις σε θέατρα και μουσεία η δαπάνη αγγίζει τα 200 ευρώ κάθε χρόνο για ένα παιδί.


**Η εγγραφή, τα δίδακτρα και τα βιβλία σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών κοστίζουν στους λιλιπούτειους μαθητές 500 ευρώ, ενώ στα γυμναστήρια, τα κολυμβητήρια, τα ωδεία ή τις σχολές χορού καταβάλλουν 450 ευρώ ετησίως.


**Για τους μαθητές των γυμνασίων η δαπάνη για σχολικό εξοπλισμό αυξάνεται στα 180 ευρώ, για προσωπικά έξοδα στα 400 ευρώ, για ξένες γλώσσες στα 650 ευρώ, στα γυμναστήρια ξοδεύουν 600 ευρώ και στα κάθε λογής φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα 850 ευρώ, ήτοι 2.680 ευρώ κάθε χρόνο για κάθε μαθητή.


* Για τις οικογένειες των μαθητών του λυκείου η δαπάνη είναι δυσβάσταχτη, καθώς οι απαιτήσεις των πανελληνίων εξετάσεων «φορτώνουν» τον προϋπολογισμό κατά 2.000 ευρώ κάθε χρόνο σε φροντιστήρια, τα μαθήματα ξένων γλωσσών κατά 600 ευρώ, εκτοξεύοντας το συνολικό ποσόν στα 3.380 ευρώ ετησίως.


**Εάν πολλαπλασιάσουμε τα ποσά επί τον αριθμό των μαθητών κάθε βαθμίδας η συνολική ιδιωτική δαπάνη ανέρχεται σε 2,75 δισ. ευρώ μόνο για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.


* Τέλος, μεταλυκειακές σπουδές σε ιδιωτικά ΙΕΚ, κέντρα ελευθέρων σπουδών ή κολέγια κάνουν περίπου 50.000 νέοι που δαπανούν ετησίως τουλάχιστον 200 εκατ., ενώ πάνω από 100.000 φοιτητές σπουδάζουν σε πανεπιστήμιο εκτός τόπου μόνιμης κατοικίας και άλλοι 55.000 περίπου σε ιδρύματα του εξωτερικού, με την ετήσια δαπάνη να ξεπερνά το 1,2 δισ.


Πηγή: ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ