Αρχική Απόψεις Aρθρα Βασίλης Παπαζάχος: Ωρα για πρόσθετα προσεισμικά μέτρα (άρθρο στην ΚΥΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23/10/05)

Βασίλης Παπαζάχος: Ωρα για πρόσθετα προσεισμικά μέτρα (άρθρο στην ΚΥΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23/10/05)

9

 Συνδέονται οι σεισμοί


Την ένταση των μέτρων ετοιμότητας και των ελέγχων στην ευρύτερη περιοχή της Χίου και της Σάμου, μετά τους τρεις πρόσφατους ισχυρούς σεισμούς μεγέθους 6 Ρίχτερ, συστήνει ο σεισμολόγος Β. Παπαζάχος: “Πρέπει να αντιληφθεί η πολιτεία αυτό που γίνεται διεθνώς. Οτι, όποτε έχουμε δύο ισχυρούς σεισμούς του ίδιου μεγέθους σε μία περιοχή, πρέπει να εντατικοποιούνται τα προσεισμικά μέτρα”.


Ο έμπειρος σεισμολόγος στο άρθρο του στην “Κ.Ε.” προτείνει καινοτόμες ιδέες για την αντισεισμική πολιτική και θωράκιση της χώρας, στηριγμένες στη χωροχρονική κατανομή της σεισμικότητας.


Με την ευκαιρία τονίζει ότι οι σεισμοί στα βόρεια της Σάμου συνδέονται άμεσα με το σεισμό της Ζακύνθου. “Οφείλονται”, όπως μας δήλωσε για τους σεισμούς της Σάμου, “στην κίνηση της λιθοσφαιρικής πλάκας του Αιγαίου, που έχει νοτιοανατολική κατεύθυνση και, με ταχύτητα 5 εκατ./χρόνο, προσεγγίζει τη λιθοσφαιρική πλάκα της Αδριατικής. Η απομάκρυνση της πλάκας του Αιγαίου από την ευρασιατική και η τριβή της μιας πάνω στην άλλη, προκάλεσε τους σεισμούς βόρεια της Σάμου.


“Από την άλλη πλευρά του ελληνικού χώρου, στο Ιόνιο, η πρόσκρουση της πλάκας του Αιγαίου στη λιθοσφαιρική πλάκα της Αδριατικής, ήταν η αιτία που προκάλεσε το σεισμό στη Ζάκυνθο”.


Ο Β. Παπαζάχος κάνει λόγο για σεισμική έξαρση, “χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ξεκινάει μια περίοδος σεισμών μεγάλου μεγέθους στον ελληνικό χώρο”.



ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 23/10/2005




Ωρα για πρόσθετα προσεισμικά μέτρα


Του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΖΑΧΟΥ


Η αντισεισμική πολιτική τών επιστημονικά και τεχνολογικά προηγμένων χωρών, που έχουν υψηλή σεισμικότητα, ακολουθεί σήμερα δύο βασικές κατευθύνσεις.



1. Η πρώτη κατεύθυνση αφορά την αντισεισμική κατασκευή όλων των νέων τεχνικών έργων με βάση τον ισχύοντα σε κάθε χώρα αντισεισμικό κανονισμό, ώστε να αυξάνεται συνεχώς το ποσοστό των κτιρίων και των άλλων τεχνικών έργων που είναι ανθεκτικά στους σεισμούς. Ωστόσο, η προστασία που παρέχουν οι αντισεισμικοί κανονισμοί είναι περιορισμένη για τους ακόλουθους λόγους:


α) Οι περισσότερες τεχνικές κατασκευές σχεδιάστηκαν, όπως είναι φυσικό, σύμφωνα με επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα που σήμερα θεωρούνται ξεπερασμένα.
Μάλιστα πρόσφατη μελέτη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος καταγράφει το 80% περίπου των κτιρίων της χώρας μας σ’ αυτή την κατηγορία.

β) Οι αντισεισμικοί κανονισμοί βασίζονται μόνο σε γνώση της χωρικής κατανομής της μέσης σεισμικότητας (π.χ. χάρτης 3 ζωνών σεισμικής επικινδυνότητας του ελληνικού αντισεισμικού κανονισμού) χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η χρονική κατανομή της, παρότι έχει ήδη παραχθεί πρακτικώς εφαρμόσιμη επιστημονική γνώση που αφορά και τη χρονική μεταβολή της σεισμικότητας.
Συνέπεια αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η εφαρμοζόμενη σήμερα αντισεισμική προστασία στη χώρα μας είναι αποτελεσματική μόνο στις περιοχές όπου ο αντισεισμικός κανονισμός προβλέπει υψηλή μέση σεισμική επικινδυνότητα (ζώνη κατηγορίας ΙΙΙ στον αντισεισμικό κανονισμό, σεισμοί 17.1.1983 στην Κεφαλονιά, 14.8.2003 στη Λευκάδα) και ανεπαρκής στις περιοχές όπου ο κανονισμός προβλέπει μέτρια ή χαμηλή σεισμική επικινδυνότητα (Θεσσαλονίκη 1978, Κοζάνη 1995, Αθήνα 1999, κ.λπ.).

2. Η ανάπτυξη μεθόδων πιθανολογικού καθορισμού της χωροχρονικής κατανομής της σεισμικότητας και η παραγωγή σχετικής εφαρμόσιμης γνώσης οδήγησε, κυρίως κατά την τελευταία δεκαετία, στην ανάπτυξη μιας δεύτερης κατεύθυνσης αντισεισμικής πολιτικής.


Αυτή αφορά τη λήψη πρόσθετων προσεισμικών μέτρων, όπως είναι ο προσεισμικός έλεγχος και η ενίσχυση των σεισμικά ευάλωτων τεχνικών κατασκευών, η άρση επικινδυνοτήτων, κ.λπ. Τα πρόσθετα αυτά μέτρα οδηγούν ασφαλώς σε αποτελεσματικότερη αντισεισμική προστασία, γιατί αφορούν το σύνολο των υφισταμένων τεχνικών κατασκευών και γιατί είναι εστιασμένα σε συγκεκριμένες περιοχές για τις οποίες η μελέτη της χωροχρονικής μεταβολής της σεισμικότητας προβλέπει υψηλές πιθανότητες γένεσης ισχυρών σεισμών κατά τα προσεχή έτη (π.χ. κατά την επόμενη πενταετία).


Ομως, αντισεισμική πολιτική αυτής της δεύτερης κατεύθυνσης εφαρμόζεται, προς το παρόν, από περιορισμένο αριθμό ανεπτυγμένων χωρών, γιατί απαιτεί υψηλού επιπέδου επιστημονική γνώση (αξιόπιστη εκτίμηση της χωροχρονικής μεταβολής της σεισμικότητας), τεχνολογική γνώση (έλεγχος και ενίσχυση κτιρίων, κ.λπ.) και διοικητική (επιχειρησιακή) οργάνωση.


Η αναγκαιότητα για τη λήψη μέτρων σύμφωνα με την αντισεισμική πολιτική της δεύτερης αυτής κατεύθυνσης άρχισε να γίνεται αντιληπτή και στη χώρα μας, όπως προκύπτει από τη σχετική μελέτη και την πρόσφατη ανακοίνωση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.


Βρίσκονται μάλιστα σε εξέλιξη ορισμένα σχετικά προγράμματα, όπως είναι το πρόγραμμα του υπουργείου Παιδείας για προσεισμικό έλεγχο σχολείων. Ομως, απαραίτητη προϋπόθεση για την ουσιαστική απόδοση τέτοιων μέτρων είναι η εστίασή τους σε συγκεκριμένες περιοχές, που καθορίζονται τόσο από τη χωροχρονική μελέτη της σεισμικότητας όσο και από άλλους παράγοντες (εκτιμώμενες ανθρωπιστικές και οικονομικές συνέπειες των πιθανώς επερχόμενων σεισμών, κ.λπ.). Είναι, δηλαδή, οικονομικώς σχεδόν αδύνατη η ενίσχυση όλων των σεισμικά ευάλωτων σχολείων και εντελώς αδύνατη η ενίσχυση όλων των ευάλωτων κτιρίων της χώρας, ενώ είναι οικονομικώς εφικτά τέτοια μέτρα και ασφαλώς πιο αποδοτικά όταν αφορούν συγκεκριμένες περιορισμένης έκτασης περιοχές (π.χ. διαστάσεων δύο – τριών νομών) όπου η πιθανότητα γένεσης ισχυρού σεισμού κατά τα προσεχή έτη είναι αυξημένη.


3. Για τους παραπάνω λόγους επιβάλλεται η σύντομη πραγματοποίηση ενός τέτοιου πιλοτικού προγράμματος σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας μας, οι οποίες θα επιλεγούν κατάλληλα. Η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος θα έχει ως συνέπεια όχι μόνο την αποτελεσματικότερη αντισεισμική προστασία των περιοχών αυτών αλλά και την απόκτηση σχετικής εμπειρίας για τη σχεδίαση και την ιεράρχηση στο μέλλον τέτοιων μέτρων και σε άλλες περιοχές. Εννοείται, βέβαια, ότι η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος δεν πρέπει να έχει οποιαδήποτε αρνητική επίδραση στα ήδη ισχύοντα μέτρα και προγράμματα αντισεισμικής προστασίας.


Υπάρχει στη χώρα μας σήμερα η απαραίτητη επιστημονική και τεχνολογική γνώση για την επιτυχή πραγματοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος. Πρέπει, όμως, να τονισθεί ότι πρόκειται για δύσκολο πρόβλημα, για οικονομικούς κυρίως λόγους, και απαιτεί πιθανές θεσμικές αλλαγές και προσεκτικούς χειρισμούς.


Ομως, η εφαρμογή της αντισεισμικής πολιτικής και προς τη νέα αυτή κατεύθυνση είναι ο μόνος τρόπος για να μειώσουμε δραστικά τις συνέπειες των σεισμών. Θεωρώ, επομένως, σοφή την πολιτική απόφαση που θα επιτρέψει την άμεση έναρξη της σχετικής διαδικασίας και τη γρήγορη υλοποίηση ενός τέτοιου εθνικού πιλοτικού προγράμματος.


4. Η ερευνητική ομάδα του Τομέα Γεωφυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Β. Παπαζάχος, Γ. Καρακαΐσης, Κ. Παπαζάχος, Ε. Σκορδύλης) μελέτησε συστηματικά τη χωροχρονική εξέλιξη της σεισμικότητας στον ελληνικό χώρο αλλά και σε άλλες περιοχές της Γης και ανέπτυξε κατά την τελευταία πενταετία μέθοδο μεσοπρόθεσμης πρόγνωσης των ισχυρών σεισμών, η οποία δημοσιεύθηκε σε κορυφαία διεθνή περιοδικά.


Με βάση τη μέθοδο αυτή έχουν ορισθεί συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας και του γειτονικού γεωφυσικού χώρου της για τις οποίες η πιθανότητα γένεσης ισχυρών σεισμών κατά τα προσεχή έτη είναι αυξημένη. Το επιστημονικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί να αξιοποιηθεί από την ελληνική πολιτεία καλύτερα στο πλαίσιο ενός τέτοιου πιλοτικού προγράμματος.


Πριν από τη γένεση των δύο πρόσφατων ισχυρών σεισμών στο Ανατολικό Αιγαίο (17 Οκτωβρίου 2005, 38.2ο Β, 26.7ο Α, Μ=6.0 και Μ=5.9), η ομάδα μας είχε θεωρήσει αυτή την περιοχή ως υποψήφια για την γένεση ισχυρού σεισμού (Μ>6.0) κατά την επόμενη πενταετία με επίκεντρο 37.9ο Β, 26.7ο Α. Τα στοιχεία αυτά, που αποτελούν σοβαρή ένδειξη για την αξιοπιστία της μεθόδου, ανακοινώθηκαν από μένα σε πανευρωπαϊκό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2005 στη Βιέννη.

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΠυρκαγιά στην περιοχή του Χαλκειούς
Επόμενο άρθρο“Θράκη – Αιγαίο – Κύπρος” – παρουσίαση εκπαιδευτικού προγράμματος