Αρχική Πολιτισμός Τίμια δώρα- πρωτοχρονιάτικο παραμύθι του Διονύση Λεϊμονή

Τίμια δώρα- πρωτοχρονιάτικο παραμύθι του Διονύση Λεϊμονή

15

 Τίμια δώρα- Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι
   


Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο χρόνος βιάζει. ΄Ολα πρέπει να είναι έτοιμα. Μα μήπως δεν προλάβουμε; Ετοιμάζει τις αποσκευές του. Πρώτα αυτές κι έπειτα εκείνος. Οι σάκοι φορτώνονται στο έλκηθρο. Πολλά, όμορφα καλοδουλεμένα παιχνίδια. Παιχνίδια κάθε είδους για διαφορετικές ηλικίες. ΄Αλλα για τα κορίτσια. Διαφορετικά για τα αγόρια. Απ’  όλα έχει ο μπαξές. Δώρα, δώρα, δώρα για όλα τα γούστα μεγάλης αξίας για μεγάλες προσδοκίες. Τι στρατιωτάκια, τι όπλα, τι φάρμες, τι αεροπλάνα, τρένα, κούκλες, επιτραπέζια…ατέλειωτος κατάλογος, αποτέλεσμα μακρόχρονης συλλογής με σκέψη και περισσό κόπο. ΄Εμενε να φορέσει τη βαθυκόκκινη, ζεστή, βελούδινη στολή που έλαμπε από πάστρα. Tην είχαν πλύνει στα κρύα νερά του ποταμού oι Νηρηίδες. Την είχε στεγνώσει ο Σιρόκος. Την είχε ζεστάνει με την ανάσα του ο κυρ ΄Ηλιος, να βάλει τις μυτερές, μαύρες μπότες του, να φορέσει τον κόκκινο σκούφο του, να πάρει το χρυσό ραβδί του με τα πολλά κουδούνια. Αφού έγιναν κι αυτά, απέμενε ένας τελευταίος τυπικός έλεγχος στους ταράνδους. ΄Εξι καλογυαλισμένοι τάρανδοι, βουρτσισμένοι από τα ξωτικά με πολλή επιμέλεια, καμάρωναν τα μεγάλα, στριφτά κερατά τους και έτριβαν τα πόδια τους πάνω στο χιόνι ανυπομονώντας να ξεκινήσει το ταξίδι της χαράς.
Σε λίγο το άρμα ξεκινούσε με τις καλύτερες προοπτικές. Τα σύννεφα μέριασαν, τα άστρα λαμπύρισαν ρίχνοντας το μέγιστο δυνατό φως τους, η Πούλια έτρεξε να μη χάσει το θέαμα, οι άρκτοι περιμάζεψαν τις ουρές τους μην τύχει και εμποδίσουν την πορεία του Αι Βασίλη.
Ο δρόμος κατηφορικός. Η μαγεία ανείπωτη. Ο σκοπός ιερός. ΄Εφτανε στο τέρμα του. Μα ξαφνικά,  ένα εμπόδιο έμελλε να ανατρέψει τα καθιερωμένα. Ο πρώτος αριστερά τάρανδος σκόνταψε σε ένα βράχο, χτύπησε το πόδι του και συμπαρέσυρε το άρμα με τον ξεχωριστό αμαξηλάτη, με αποτέλεσμα να τσακιστούν μπροστά σε ένα ρημοκλήσι πάνω στη γη. Την ίδια στιγμή από την μικροσκοπική πόρτα της εκκλησίας ξεπρόβαλλε ένας ασθενικός γέροντας με τριμμένο παλιόρασο κι ένα ξεθωριασμένο φεσάκι στο κεφάλι δάνειο, από κάποιον άλλο μοναχό. Ο γερο καλόγερος ετοιμαζόταν να ανέβει πάνω σε έναν ψωριάρη γάιδαρο, για να κουβαλήσει το οστεωμένο φορτίο με την προσθήκη ενός μικρού σκοροφαγωμένου ταγαριού.
“Φύγε από τη μέση παπά, πρέπει να βιαστώ”
“Καλό σου βράδυ κι εσένα. Πως απ’  τα μέρη μας;”
“Καλά είμαι παππούλη, μα μη με καθυστερείς μην πάνε όλα στράφι”
“Και για πού το ’ βαλες μια τέτοια ΄Αγια μέρα;”
“Μα, δεν κατάλαβες, άνθρωπέ μου, ποιος είμαι”
“΄Οχι, ο Θεός να σε φυλάει”
“Αν είναι δυνατόν! Τι άνθρωπος είσαι εσύ; Ο Σάντα Κλάους είμαι,  χριστιανέ μου. Hello”
“Ααααααααααααααα!”
“Κατάλαβες γιατί βιάζομαι τόσο;”
“΄Οχι, που κακό να μην έχεις”
“Θα με τρελάνει τούτος εδώ ο παπάς. Μήπως είσαι κουφός; Είμαι αυτός που περιμένουν απόψε τα παιδιά όλου του κόσμου”
“Κι εσύ;”
“Ναι, ξέρεις και κάποιον άλλο;”
“Εμένα”
“What! Εσένα; Ποιος είσαι πάλι του λόγου σου;”
“΄Ενας φτωχός ιερωμένος. Βασίλειο με λένε”
“;;;;;;;;;”
“Κι εγώ πάω να δώσω τα δώρα μου στα  παιδιά”
“Που τα έχεις; Για να δω. Είναι καλύτερα από τα δικά μου;”
“Βεβαιότατα”
“Που τα έχεις;”
“Εδώ μέσα στο ταγάρι”
Ο Σάντα Κλάους γούρλωσε τα μάτια του, κοίταξε το μικροσκοπικό μπόγο που διακρινόταν πίσω από την πλάτη του ιερωμένου, δεν άντεξε κι έβαλε τα γέλια”
“Μα, την αλήθεια, παπά, γούστο έχεις. Δε χωρατεύω που σου λέω ότι βιάζομαι. ΄Ασε με να πάω στο δρόμο μου. OH my God””
“Είσαι σίγουρος ότι τα παιδιά θα προτιμήσουν εσένα;”
“Τόσα χρόνια τώρα επαναλαμβάνεται η iδια ιστορία. Τι μου λες τώρα;”
“Ας δούμε, λοιπόν τι κουβαλάς στα παχυλά σου σακιά”
“Ας είναι. Θα σου κάνω τη χάρη, αλλά υπόσχεσαι ότι αν σε πείσω, θα βάλεις ένα χεράκι να τα μοιράσουμε πιο γρήγορα;”
“Με τη θέληση του Θεού, όλα θα γίνουν όπως πρέπει”
΄Αρχισε λοιπόν ο Σάντα Κλάους να αδειάζει τους σάκους του στο χώμα προσέχοντας να μη λερωθούν τα ακριβά παιχνίδια. Πήρε κι ο Βασίλειος να βγάζει και να ακουμπά πάνω στα γόνατά του κάτι μικροσκοπικά σακουλάκια που δε ζύγιζαν παρά λίγα γραμμάρια.
“Κοίτα εδώ στρατιώτες, όπλα, σφεντόνες, σπαθιά, ασπίδες, θώρακες…Εσύ; τι έχεις εκεί μέσα;”
“Ααααα εδώ να έχω ένα μικρό φυτό που αν ριζώσει μέσα στην ανθρώπινη καρδιά, κυριεύει και οδηγεί τον άνθρωπο. Είναι το φυτό της …Ειρήνης!”
Στραβομουτσούνιασε λίγο ο Σάντα Κλάους, αλλά συνέχισε με το ίδιο πάθος την απαρίθμηση. “Κοίτα αγιόπαπα τι έχω εκεί δεξιά: κομπιουτεράκια υπολογισμών, ηλεκτρονικούς υπολογιστές ακριβείας, μηχανικά μολύβια…όλο το βαρύ πυροβολικό μου. Λοιπόν;”
“Για δες αυτό το σακουλάκι. ΄Εχει μέσα μια μικρή καραμελίτσα μόνο μα με μεγάλη αξία. Είναι η ουσία της ανθρώπινης γνώσης και φρόνησης”.
Κόκαλο ο Σάντα Κλάους έγινε μπαρούτι από  θυμό και αγανάκτηση και έκανε την τρίτη απόπειρα να εντυπωσιάσει τον… ΄Αγιο Βασίλειο.
“Ρίξε μια ματιά σ’  αυτά τα πολύ αγαπητά παιχνίδια: ορίστε μπάλες, μπασκέτες, ποδοσφαιράκια, γήπεδα μπάσκετ, βόλεϊ, ό,τι λαχταράει η παιδική ψυχή”.
Ατάραχος ο ΄Αγιος  αντιπρότεινε…
“Ορίστε κι από δω τούτη η περγαμηνή”
“Τι είναι πάλι αυτό το κουρελόχαρτο;”
“΄Ανοιξέ το και θα δεις. Μα για να μην κουράζεσαι σου λέω ότι περιέχει το σπόρο της τέλειας ανθρώπινης πόλης”
΄Ηρθε και φούντωσε ο άλλος. Φλόγες πέταγαν τα μάτια του. ΄Αρπαξε τον τελευταίο σάκο και τον πέταξε στα πόδια του Αγίου με ορμή έτσι που ο φτωχός  γαϊδαράκος έκοψε λάσπη να γλιτώσει. Μέσα από το σάκο σκορπίστηκαν στο έδαφος κούκλες, κουκλάκια, κομμωτήρια, μηχανοστάσια, εργαλεία, κουκλόσπιτα…”
“Να δούμε τώρα τι έχεις να πεις” έκανε σκυλιάζοντας, ενώ το αίμα του είχε ανέβει στο κεφάλι.
Ο ΄Αγιος με απόλυτη ηρεμία έβγαλε από τον κόρφο του με περισσή ευλάβεια ένα σακουλάκι που περιείχε τρεις σβώλους.
“Τι είναι πάλι αυτοί οι λουκουμάδες;” σχολίασε ειρωνικά ο άλλος
“Μη βιάζεσαι, για το όνομα του Θεού. ΄Ενα – ένα. Ο πρώτος είναι η καλή υγεία των παιδιών και όλου του κόσμου. Ο δεύτερος η φιλία που αποτελεί  δυσεύρετο αγαθό  πια με συλλεκτική αξία”
“Και ο τρίτος;”
“Αααα ο τρίτος… Είναι ό,τι καλύτερο. Χωρίς αυτόν τίποτα δε φυτρώνει. Ψυχή δε γεννιέται.  Ανθρωπος δεν προκόβει. Σπιτικό δε ριζώνει. Χώρα δεν ορθοποδίζει”
“Τι είναι, λοιπόν; Μ’  έσκασες,  γέροντα απόψε!”
“Αγάπη τον λένε. Τον έχεις ακουστά;
“Ακουστά, όπως το είπες, yes”
“Για να μην τον έχεις το λοιπόν από δω κι εξής μόνο ακουστά και να ριζώσει, να βλαστήσει και να καρποφορήσει, άσε με επιτέλους να κάνω φέτος εγώ τη μοιρασιά στα παιδιά του κόσμου, μήπως διορθωθούν τα πράγματα στην πλάση”, είπε ο ΄Αγιος κλαίγοντας από συγκίνηση.
Τότε ο Σάντα Κλάους πλησίασε δακρυσμένος τον λεριασμένο γέροντα, μάζεψε από χάμω τα “τίμια δώρα” με ευλάβεια, τα τακτοποίησε στα σακουλάκια τους, τα απόθεσε στο κοκαλιάρικο τρεμάμενο χέρι του Αγίου, τον φίλησε στο μάγουλο και του είπε:
“Πέτα όλα τα δώρα  μου στον γκρεμό και δέξου με για βοηθό σου τούτη την ΄Αγια νύχτα. ΄Ελεος”
Ο ΄Αγιος Βασίλης με δάκρυα στα μάτια φίλησε τα χέρια του συνοδοιπόρου του, χάιδεψε τα πλούσια λευκά μαλλιά του κι αφού ετοιμάστηκαν επιστρατεύοντας τον ψωραλέο γαϊδαράκο που παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια λίγο πιο πέρα κρυμμένος στους θάμνους όλο τον προηγούμενο άνισο αγώνα, κίνησαν με βιάση προς το καθήκον τους λέγοντας με τη σειρά:


“Καλή χρονιά”


“Happy New Year”


“Δόξα Σοι ο Θεός”.



ΤΕΛΟΣ


Καλή χρονιά
Διονύσης Λεϊμονής


(ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΚΥΡΙΛΛΟΥ 42
                       ΤK 38445
                       NEA ΙΩΝΙΑ – ΒΟΛΟΣ


ΤΗΛΕΦΩΝΟ: 2421065644 ΚΑΙ 6973694826).


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 



Τίμια δώρα



Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο χρόνος βιάζει. ΄Ολα πρέπει να είναι έτοιμα. Ο Σάντα Κλάους ετοιμάζει τις αποσκευές του. Πρώτα αυτές κι έπειτα εκείνος. Οι σάκοι φορτώνονται στο έλκηθρο. Πολλά, όμορφα καλοδουλεμένα παιχνίδια. Παιχνίδια κάθε είδους για διαφορετικές ηλικίες. ΄Αλλα για τα κορίτσια. Διαφορετικά για τα αγόρια. Απ’  όλα έχει ο μπαξές. Δώρα, δώρα, δώρα για όλα τα γούστα μεγάλης αξίας για μεγάλες προσδοκίες. Τι στρατιωτάκια, τι όπλα, τι φάρμες, τι αεροπλάνα, τρένα, κούκλες, επιτραπέζια…ατέλειωτος κατάλογος, αποτέλεσμα μακρόχρονης συλλογής με σκέψη και περισσό κόπο. ΄Εμενε να φορέσει τη βαθυκόκκινη, ζεστή, βελούδινη στολή που έλαμπε από πάστρα. Την είχαν πλύνει στα κρύα νερά του ποταμού. Την είχε στεγνώσει ο Σιρόκος. Την είχε ζεστάνει με την ανάσα του ο κυρ ΄Ηλιος. Βάζει τις μυτερές, μαύρες μπότες του, Φορά τον κόκκινο σκούφο του,. Παίρνει το χρυσό ραβδί του με τα πολλά κουδούνια. Απέμενε ένας τελευταίος τυπικός έλεγχος στους ταράνδους. ΄Εξι καλογυαλισμένοι τάρανδοι, βουρτσισμένοι από τα ξωτικά με πολλή επιμέλεια, καμάρωναν τα μεγάλα, στριφτά κερατά τους κι έτριβαν τα πόδια τους πάνω στο χιόνι ανυπομονώντας να ξεκινήσει το ταξίδι της χαράς.
Σε λίγο το άρμα ξεκινάει με τις καλύτερες προοπτικές. Τα σύννεφα μεριάζουν. Τα άστρα λαμπυρίζουν ρίχνοντας το μέγιστο δυνατό φως τους. Η Πούλια έτρεξε να μη χάσει το θέαμα. Οι άρκτοι περιμάζεψαν τις ουρές τους μην τύχει και εμποδίσουν την πορεία του.
Ο δρόμος κατηφορικός. Ο σκοπός ιερός. ΄Εφτανε στο τέρμα του. Μα ξαφνικά,  ένα εμπόδιο έμελλε να ανατρέψει τα καθιερωμένα. Ο πρώτος αριστερά τάρανδος σκόνταψε σε ένα βράχο, χτύπησε το πόδι του και συμπαρέσυρε το άρμα με τον ξεχωριστό αμαξηλάτη, με αποτέλεσμα να τσακιστούν μπροστά σε ένα ρημοκλήσι πάνω στη γη.
Την ίδια στιγμή από την μικροσκοπική πόρτα της εκκλησίας ξεπρόβαλλε ένας ασθενικός γέροντας με τριμμένο παλιόρασο κι ένα ξεθωριασμένο φεσάκι στο κεφάλι δάνειο, από κάποιον άλλο μοναχό που εγκατέλειψε το μάταιο τούτο κόσμο πρόσφατα. Ο γερο καλόγερος ετοιμαζόταν να ανέβει πάνω σε έναν ψωριάρη γάιδαρο, για να κουβαλήσει το οστεωμένο φορτίο με την προσθήκη ενός μικρού σκοροφαγωμένου ταγαριού.
“Φύγε από τη μέση παπά, πρέπει να βιαστώ”
“Καλό σου βράδυ κι εσένα. Πως απ’  τα μέρη μας;”
“Μη με καθυστερείς, γέροντα μην πάνε όλα στράφι”
“Και για πού το ’ βαλες μια τέτοια ΄Αγια μέρα;”
“Μα, δεν κατάλαβες, άνθρωπέ μου, ποιος είμαι;”
“΄Οχι, ο Θεός να σε φυλάει”
“Αν είναι δυνατόν! Τι άνθρωπος είσαι εσύ; Ο Σάντα Κλάους είμαι,  χριστιανέ μου. Hello”
“Ααααααααααααααα!”
“Κατάλαβες γιατί βιάζομαι τόσο;”
“΄Οχι, που κακό να μην έχεις”
“Θα με τρελάνει τούτος εδώ ο παπάς. Μήπως είσαι κουφός; Είμαι αυτός που περιμένουν απόψε τα παιδιά όλου του κόσμου”
“Κι εσύ;”
“Ναι, ξέρεις και κάποιον άλλο;”
“Εμένα”
“Χα! Εσένα; Ποιος είσαι πάλι του λόγου σου;”
“΄Ενας φτωχός ιερωμένος. Βασίλειο με λένε”
“;;;;;;;;;”
“Κι εγώ πάω να δώσω τα δώρα μου στα  παιδιά”
“Που τα έχεις; Για να δω. Είναι καλύτερα από τα δικά μου;”
“Βεβαιότατα”
“Που τα έχεις;”
“Εδώ μέσα στο ταγάρι”
Ο Σάντα Κλάους γούρλωσε τα μάτια του, κοίταξε το μικροσκοπικό μπόγο που διακρινόταν πίσω από την πλάτη του ιερωμένου, δεν άντεξε κι έβαλε τα γέλια”
“Μα, την αλήθεια, παπά, γούστο έχεις. Δε χωρατεύω που σου λέω ότι βιάζομαι. ΄Ασε με να πάω στο δρόμο μου. OH my God””
“Είσαι σίγουρος ότι τα παιδιά θα προτιμήσουν εσένα;”
“Τόσα χρόνια τώρα επαναλαμβάνεται η iδια ιστορία. Τι μου λες τώρα;”
“Ας δούμε, λοιπόν τι κουβαλάς στα παχυλά σου σακιά”
“Ας είναι. Θα σου κάνω τη χάρη, αλλά υπόσχεσαι ότι αν σε πείσω, θα βάλεις ένα χεράκι να τα μοιράσουμε πιο γρήγορα;”
“Με τη θέληση του Θεού, όλα θα γίνουν όπως πρέπει”
΄Αρχισε λοιπόν ο Σάντα Κλάους να αδειάζει τους σάκους του στο χώμα προσέχοντας να μη λερωθούν τα ακριβά παιχνίδια. Πήρε κι ο Βασίλειος να βγάζει και να ακουμπά πάνω στα γόνατά του κάτι μικροσκοπικά σακουλάκια που δε ζύγιζαν παρά λίγα γραμμάρια.
“Κοίτα εδώ στρατιώτες, όπλα, σφεντόνες, σπαθιά, ασπίδες, θώρακες…Εσύ; τι έχεις εκεί μέσα;”
“Ααααα εδώ να έχω ένα μικρό φυτό που αν ριζώσει μέσα στην ανθρώπινη καρδιά, κυριεύει και οδηγεί τον άνθρωπο. Είναι το φυτό της …Ειρήνης!”
Στραβομουτσούνιασε λίγο ο Σάντα Κλάους, αλλά συνέχισε με το ίδιο πάθος την απαρίθμηση. “Κοίτα αγιόπαπα τι έχω εκεί δεξιά: κομπιουτεράκια υπολογισμών, ηλεκτρονικούς υπολογιστές ακριβείας, μηχανικά μολύβια…όλο το βαρύ πυροβολικό μου…Λοιπόν;”
“Για δες αυτό το σακουλάκι. ΄Εχει μέσα μια μικρή καραμελίτσα μόνο μα με μεγάλη αξία. Είναι η ουσία της ανθρώπινης γνώσης και φρόνησης”.
Κόκαλο ο Σάντα Κλάους έγινε μπαρούτι από  θυμό και αγανάκτηση και έκανε την τρίτη απόπειρα να εντυπωσιάσει τον… ΄Αγιο Βασίλειο.
“Ρίξε μια ματιά σ’  αυτά τα πολύ αγαπητά παιχνίδια: ορίστε μπάλες, μπασκέτες, ποδοσφαιράκια, γήπεδα μπάσκετ, βόλεϊ, ό,τι λαχταράει η παιδική ψυχή”.
Ατάραχος ο ΄Αγιος  αντιπρότεινε…
“Ορίστε κι από δω τούτη η περγαμηνή”
“Τι είναι πάλι αυτό το κουρελόχαρτο;”
“΄Ανοιξέ το και θα δεις. Μα για να μην κουράζεσαι σου λέω ότι περιέχει το σπόρο της τέλειας ανθρώπινης πόλης”
΄Ηρθε και φούντωσε ο άλλος. Φλόγες πέταγαν τα μάτια του. ΄Αρπαξε τον τελευταίο σάκο και τον πέταξε στα πόδια του Αγίου με ορμή έτσι που ο φτωχός  γαϊδαράκος έκοψε λάσπη να γλιτώσει. Μέσα από το σάκο σκορπίστηκαν στο έδαφος κούκλες, κουκλάκια, κομμωτήρια, μηχανοστάσια, εργαλεία, κουκλόσπιτα…”
“Να δούμε τώρα τι έχεις να πεις” έκανε σκυλιάζοντας, ενώ το αίμα του είχε ανέβει στο κεφάλι.
Ο ΄Αγιος με απόλυτη ηρεμία έβγαλε από τον κόρφο του με περισσή ευλάβεια ένα σακουλάκι που περιείχε τρεις σβώλους.
“Τι είναι πάλι αυτοί οι λουκουμάδες;” σχολίασε ειρωνικά ο άλλος.
“Μη βιάζεσαι, για το όνομα του Θεού. ΄Ενα – ένα. Ο πρώτος είναι η καλή υγεία των παιδιών και όλου του κόσμου. Ο δεύτερος η φιλία που αποτελεί  δυσεύρετο αγαθό  πια με συλλεκτική αξία”
“Και ο τρίτος;”
“Αααα ο τρίτος… Είναι ό,τι καλύτερο. Χωρίς αυτόν τίποτα δε φυτρώνει. Ψυχή δε γεννιέται.  Ανθρωπος δεν προκόβει. Σπιτικό δε ριζώνει. Χώρα δεν ορθοποδίζει”
“Τι είναι, λοιπόν; Μ’  έσκασες,  γέροντα απόψε!”
“Αγάπη τον λένε. Τον έχεις ακουστά;
“Ακουστά, όπως το είπες, ναι”
“Για να μην τον έχεις το λοιπόν από δω κι εξής μόνο ακουστά και να ριζώσει, να βλαστήσει και να καρποφορήσει, άσε με επιτέλους να κάνω φέτος εγώ τη μοιρασιά στα παιδιά του κόσμου, μήπως διορθωθούν τα πράγματα στην πλάση”,  (΄Αγιος κλαίei από συγκίνηση).
(O Σάντα Κλάους πλησίασε δακρυσμένος τον λεριασμένο γέροντα, μάζεψε από χάμω τα “τίμια δώρα”,, τα τακτοποίησε στα σακουλάκια τους, τα απόθεσε στο κοκαλιάρικο τρεμάμενο χέρι του Αγίου, τον φίλησε στο μάγουλο και του είπε:
“Πέτα όλα τα δώρα  μου στον γκρεμό και δέξου με για βοηθό σου τούτη την ΄Αγια νύχτα. ΄Ελεος”
Ο ΄Αγιος Βασίλης με δάκρυα στα μάτια φίλησε τα χέρια του συνοδοιπόρου του, χάιδεψε τα πλούσια λευκά μαλλιά του κι αφού ετοιμάστηκαν επιστρατεύοντας τον ψωραλέο γαϊδαράκο που παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια λίγο πιο πέρα κρυμμένος στους θάμνους όλο τον προηγούμενο άνισο αγώνα, κίνησαν με βιάση προς το καθήκον τους λέγοντας με τη σειρά:


“Καλή χρονιά”


“Happy New Year”
(κι οι δυο μαζί με βροντερή φωνή)


“Δόξα Σοι ο Θεός”.



ΤΕΛΟΣ


 


 


 


 


 


 


 


ΟΝΟΜΑ: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΛΕΪΜΟΝΗΣ


ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΚΥΡΙΛΛΟΥ 42
                       ΤK 38445
                       NEA ΙΩΝΙΑ – ΒΟΛΟΣ


ΤΗΛΕΦΩΝΟ: 2421065644 ΚΑΙ 6973694826


 ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ


4


1