Αρχική Πολιτισμός Η “Αλογόμυγα” του Βασίλη Μερμηγκούση

Η “Αλογόμυγα” του Βασίλη Μερμηγκούση

25


 Φιλόλογος καθηγητής ο Βασίλης Μερμηγκούσης με συγγραφική δουλειά και αρθρογραφία στον τοπικό τύπο, συνεργάζεται τον τελευταίο καιρό με την εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ. Η στήλη ονομάζεται “αλογόμυγα”, εμπνευσμένη από το Σωκράτη, και τη συναντάτε κάθε Παρασκευή.
Στη σημερινή του αναφορά μας ζητά να αφήσουμε ανοικτά τα αυτιά μας και τις λοιπές ασιθήσεις μας για να μαγευτούμε από την ομορφιά τριγύρω μας, μας οδηγεί μέχρι και το Κάστρο που μας θυμίζει ότι τα μνημεία τα έχουμε κληρονομήσει από τα παιδιά μας!

Μια νύχτα
Η νύχτα είχε προχωρήσει για τα καλά. Ο άνεμος ήταν βορινός. Ερχόταν πάνω από τη ράχη των Οινουσσών. Είχε μια δροσιά που σου γέμιζε πρώτα τα ρουθούνια κι ύστερα τα πνευμόνια. Γινόσουν ολόκληρος θάλασσα.
Το φεγγάρι ολόγιομο κι ασημένιο έδινε το χρώμα του παντού. Η νύχτα η σχεδόν καλοκαιρινή είχε βουτήξει τα πέπλα της στα αργυρένια.
Που και που άκουγες κάποια κουκουβάγια να τραγουδάει το μονότονο τραγούδι της. Τα ολοστρόγγυλα μάτια της είναι ορθάνοιχτα και ψάχνουν το θύμα της. Το γαμψό ράμφος θα βουτηχτεί στη ζεστή σάρκα του ζώου που θα πεθάνει. Μια πανέμορφη βραδιά δεν μπορεί να είναι τέλεια. Για αυτό, αν κρύβει λίγο θάνατο, είναι πιο ρεαλιστική.
Τα μεσάνυχτα έχουν περάσει εδώ και αρκετή ώρα. Οι Νεράιδες έχουν ξυπνήσει από το βαθύ τους ύπνο και χορεύουν ντυμένες στα ολόλευκα έναν ξέφρενο μαγευτικό χορό. Τραγουδούν… τραγουδούν… Πρέπει να προσέξεις!!! Βάλε κερί στα αυτιά σου! Αν δεν έχεις συντρόφους, τότε μόνο σου να τα βουλώσεις.
Δεν έχω ύπνο απόψε. Ντύνομαι. Φεύγω. Η νύχτα με παίρνει στην αγκαλιά της. Αφήνομαι. Μου αρέσει. Ακούω τους ρυθμούς της και την ακολουθώ. Ακούω τα τραγούδια των Νεράιδων. Δε θα βουλώσω τ’ αυτιά μου! Ας με μαγέψουν! Έτσι κι αλλιώς δε με λένε Οδυσσέα.
Προχωρώ…
Φτάνω στην πλατεία. Σε λίγο στο κάστρο. Τα τείχη του ορθώνονται μπροστά μου επιβλητικά. Η αργυρένια νύχτα σκεπάζει την ασκήμια τους.
Δεν πρόλαβα να τα κοιτάξω δεύτερη φορά. Με άρπαξαν από τα χέρια οι νεράιδες κι άρχισαν να με χορεύουν. Ένιωθα να χάνομαι!!! Ξάφνου ο χορός σταμάτησε. Οι λευκοντυμένες νύμφες έφυγαν σαν κάτι να τις τρόμαξε. Μόλις που έβλεπα τα ξέπλεκα μαλλιά τους που λούζονταν με το χρώμα του φεγγαριού.
Τα τείχη του κάστρου έτριξαν. Τρόμαξα! Πάγωσα παρά τη ζέστη της νυχτιάς. Τότε μια πέτρινη και πονεμένη φωνή βγήκε βαθιά μέσα από τις τεράστιες στοιβαγμένες πέτρες.
“ΑΝΘΡΩΠΟΙ.ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΜΕ ΞΕΧΑΣΑΤΕ!!! ΛΗΣΜΟΝΗΣΑΤΕ ΠΩΣ ΜΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΉΣΑΤΕ ΑΠΌ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ!!!”.
Μερμηγκούσης Βασίλης”