Αρχική Νέα Τοπικά Οι συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου

Οι συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου

9

Πέντε χρόνια έχουν ήδη συμπληρωθεί από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, όταν οι ΗΠΑ δέχθηκαν μία πρωτοφανή επίθεση από αέρος, μέσα στο σπίτι τους. Πέντε χρόνια, από την ημέρα που άλλαξε τον κόσμο και επέφερε ριζικές αλλαγές στα περισσότερα κράτη του πλανήτη…


Η άμεση αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών στην επίθεση ήταν η ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας και η πεποίθηση – δια στόματος του προέδρου τους – πως πρόκειται για τρομοκρατικό χτύπημα. Στις πρώτες του δηλώσεις, ο Τζορτζ Μπους ανάφερε ότι «η τρομοκρατία κατά του έθνους μας δε θα περάσει» και τόνισε ότι θα καταδιώξει αυτούς που ευθύνονται για την επίθεση. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» είχε μόλις ξεκινήσει.


Το δόγμα Μπους σηματοδότησε το τέλος της μεταβατικής περιόδου που ακολούθησε τον «Ψυχρό Πόλεμο» – ο οποίος ουσιαστικά είχε τερματιστεί με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Το 911 – όπως ονομάζουν οι Αμερικανοί την 11η Σεπτεμβρίου, επειδή έγινε στις 11 του ένατου μήνα – αποτέλεσε το νέο «Περλ Χάρμπορ» που όπλισε το χέρι των ΗΠΑ στο κυνήγι ενός αόρατου εχθρού. Ωστόσο, ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» αποδείχθηκε πιο ευέλικτη επιχείρηση από οποιαδήποτε άλλη στο παρελθόν: εχθρός μπορούσε να βαπτιστεί οποιοσδήποτε θεωρούνταν ύποπτος τρομοκρατικής δράσης από την αμερικανική ηγεσία – γεγονός πολύ βολικό για τα ενεργειακά σχέδια των ΗΠΑ και την επέκτασή της σε Αφγανιστάν και Μέση Ανατολή.


Ένα άλλο πλεονέκτημα ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να δράσουν προληπτικά, εάν πίστευαν ότι κινδύνευαν με μελλοντική επίθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι οι χώρες που έχουν – ή επιθυμούν να αποκτήσουν – πυρηνικά όπλα μπορεί να γίνουν οι δράστες μίας μελλοντικής επίθεσης κατά των ΗΠΑ: μία θεωρία που δικαιολόγησε τη συμμαχική εισβολή στο Ιράκ, το Μάρτιο του 2003.


Παράλληλα, η διάρκεια της επιχείρησης μπορούσε να παραταθεί, εάν οι τρομοκράτες εξακολουθούσαν να είναι επικίνδυνοι (μέχρι σήμερα, η αλ Κάιντα παραμένει ακόμα στο στόχαστρο), ενώ υπέρογκα κονδύλια μπορούσαν να εκταμιευτούν από τον αμερικάνικο προϋπολογισμό για χάρη της ασφάλειας της πατρίδας (κάτι που εξακολουθεί να γίνεται μέχρι τώρα).


Επιπλέον, καθώς «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», η κατασκοπεία δεν είναι μόνο θεμιτή, αλλά και επιθυμητή, ενώ η κοινή γνώμη θα μπορούσε εύκολα να είναι με το μέρος της αμερικανικής ηγεσίας, καθώς ένιωθε πλέον ότι απειλούνταν από τους αδίστακτους τρομοκράτες.


Πέντε χρόνια μετά, οι συνέπειες του αμερικανικού εγχειρήματος – που αποτέλεσε την άρρηκτη συνέχεια τής 11ης Σεπτεμβρίου – είναι ιδιαίτερα σημαντικές και πολυεπίπεδες:


«Επιτυχημένες» επιχειρήσεις


Το Αφγανιστάν αποτέλεσε το πρώτο θύμα της νέας εποχής, καθώς δέχθηκε την επίθεση των συμμάχων, οι οποίοι προσπαθούσαν να ανακαλύψουν τον τρομοκράτη Οσάμα μπιν Λάντεν – εμπνευστή και δημιουργό του 911 – στα ενδότερα της χώρας. Η στρατιωτική επιχείρηση έληξε νικηφόρα, όμως οι συνέπειες εξακολουθούν να προβληματίζουν. Σήμερα, ο Οσάμα μπιν Λάντεν παραμένει ασύλληπτος και έχει οδηγήσει σε ανασύσταση ειδικής μονάδας της CIA – στην οποία έχει εγκριθεί κονδύλιο ύψους 200 εκατ. δολαρίων, για την καταδίωξή του. Ταυτόχρονα, οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να σκοτώνουν στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων – οι οποίοι μετρούν ήδη εκατοντάδες απώλειες -, ενώ η κατάσταση είναι σήμερα πιο τεταμένη από ποτέ.


Από την άλλη πλευρά, η επιχείρηση στο Ιράκ κατά του Σαντάμ Χουσεΐν λειτούργησε αυθαίρετα (χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ) και προληπτικά (για να μη χρησιμοποιήσει ή πουλήσει σε τρομοκράτες τα πυρηνικά όπλα που διέθετε). Ωστόσο, όπλα μαζικής καταστροφής δε βρέθηκαν, ενώ έκθεση της αμερικανικής Γερουσίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ουδεμία σχέση είχε ο ιρακινός πρόεδρος με την αλ Κάιντα και τον ηγέτη της στο Ιράκ (νεκρό σήμερα), Αλ Ζαρκάουι. Πλέον, στη χώρα κυριαρχεί χάος, με την ιρακινή κυβέρνηση να μην μπορεί να αντιμετωπίσει την αιματοχυσία από τις συνεχείς επιθέσεις ιρακινών μαχητών. Η εμφύλια διαμάχη που έχει ξεσπάσει είναι συνέπεια της πολιτικής των ΗΠΑ, η οποία, συνειδητοποιώντας το πολιτικό, κυρίως, κόστος που έχει η στρατιωτική της παρουσία στη χώρα (καθημερινές απώλειες αμερικανών στρατιωτών, οι οποίες ξεπέρασαν ήδη τις 2.650), αποφάσισε να αφήσει σταδιακά τη διοικητική και εκτελεστική εξουσία στους ντόπιους – με τα γνωστά αποτελέσματα.


Ως «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» θα πρέπει να θεωρηθεί και η εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο – που ωστόσο, δεν επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα στους εμπνευστές της.


Μελλοντικοί κίνδυνοι


Η επόμενη ημέρα του 911 και ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» άνοιξε νέα μέτωπα (ή διεύρυνε τα ήδη υπάρχοντα) με χώρες που αρνούνται να υπακούσουν στις αμερικανικές εντολές. Όπως τονίζουν οι New York Times, μέχρι να ολοκληρωθεί η δεύτερη θητεία του αμερικανού προέδρου, στη Βόρειο Κορέα θα έχει παραχθεί πλουτώνιο, ικανό για τουλάχιστον δέκα πυρηνικά όπλα, ενώ το Ιράν θα είναι έτοιμο να ενεργοποιήσει το πυρηνικό του οπλοστάσιο.


Στο αμερικάνικο, αναθεωρημένο σχέδιο κατά της τρομοκρατίας – που έδωσε ο Λευκός Οίκος στη δημοσιότητα στις 5 Σεπτεμβρίου του 2006, με τίτλο «Εθνική Στρατηγική για την πάταξη της τρομοκρατίας -, το Ιράν χαρακτηρίζεται ως η σημαντικότερη πηγή κινδύνου. Ταυτόχρονα, η Συρία αναφέρεται ως χώρα που υποθάλπει την τρομοκρατία, ενώ τονίζεται η ανάγκη να μην αποκτήσουν οι τρομοκρατικές οργανώσεις, όπλα μαζικής καταστροφής. Αν και στο σχέδιο αναφέρεται πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προσπαθήσουν να απομονώσουν τις χώρες που υποθάλπουν την τρομοκρατία, το γεγονός είναι αφενός πως οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν ανάλογη κατάσταση με το Ιράκ, και αφετέρου πως οι αντιφρονούντες είναι ήδη αρκετοί, ενώ διαθέτουν στρατιωτική ισχύ και μεγάλα περιθώρια επιχειρησιακών ελιγμών.


Ωστόσο, ο αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να αισιοδοξεί και να δηλώνει πως «είμαστε ένα έθνος σε πόλεμο και δε θα δεχθούμε τίποτε λιγότερο από την πλήρη νίκη».


Τρομοκρατικές επιθέσεις


Μετά το 911, οι τρομοκρατικές επιθέσεις πολλαπλασιάστηκαν και επεκτάθηκαν σε περισσότερα σημεία του πλανήτη. Μεταξύ των πλέον ηχηρών, συγκαταλέγονται εκείνες στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ισπανία που κόστισαν τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους. Παράλληλα, κατέδειξαν ότι ακόμα και τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας δεν εξασφαλίζουν την οριστική λύση του προβλήματος.


Αξίζει να σημειωθεί πως η σθεναρή ιρακινή αντίσταση, μετά την πτώση του καθεστώτος Σαντάμ, ενέπνευσε εκατοντάδες ισλαμιστές μαχητές και σχετικές οργανώσεις, δημιουργώντας πολυάριθμους μιμητές.


Πολιτικές ισορροπίες 

 

Η δημοτικότητα του αμερικανού προέδρου βρίσκεται εδώ και αρκετούς μήνες στο ναδίρ. Ο Τζορτζ Μπους μπορεί να κέρδισε την επανεκλογή του στο αμερικανική προεδρία στις τελευταίες εκλογές, όμως πλέον δε χαίρει της εμπιστοσύνης των συμπατριωτών του. Ποσοστό περίπου 57% (σύμφωνα με δημοσκόπηση του Αυγούστου του 2006) των Αμερικανών δε συμφωνεί με τις αποφάσεις του αμερικανού προέδρου, ενώ μόλις το 36% τις εγκρίνει. Ούτε η δήλωση του Τζ. Μπους περί «ισλαμοφασισμού» φαίνεται να διαφοροποιεί τα αποτελέσματα. Όπως εκτιμούν οι αμερικανοί αναλυτές, το επίπεδο αποδοχής είναι πολύ χαμηλό, συγκριτικά με αυτό που θα επιθυμούσαν οι Ρεπουμπλικανοί, ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Όπως και να έχει, ο Τζορτζ Μπους βρίσκεται σίγουρα σε πολύ καλύτερη θέση από τον Τόνι Μπλερ, ο οποίος ετοιμάζεται να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία, γεγονός που μάλλον χαροποιεί τους Βρετανούς. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε (στις 9 Σεπτεμβρίου 2006) στην Guardian, ένας στους δύο Βρετανούς επιθυμεί ο Μπλερ να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία το αργότερο μέχρι το τέλος του έτους. Σύμφωνα με την Guardian, το μεγάλο σφάλμα του Μπλερ, το οποίο οδήγησε στην πτώση του, ήταν πως συντάχθηκε πλήρως με την αμερικανική πολιτική της τρομο-υστερίας.


 Ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών έχει ήδη μπει στο περιθώριο (αφορμή στάθηκε η εισβολή στο Ιράκ, η οποία έγινε χωρίς έγκριση από τον ΟΗΕ). Ακόμα και οι ΗΠΑ επιθυμούν τη «μεταρρύθμιση» του οργανισμού, προκειμένου να ανταποκριθεί στα κελεύσματα των καιρών, αιτιολογώντας την ύπαρξή του. Σε άρθρο του Τσαρλς Ράις, πρέσβη των ΗΠΑ, στην εφημερίδα «Καθημερινή» αναφέρονται οι αμερικανικές προτάσεις για την μετεξέλιξη του ΟΗΕ, οι οποίες αφορούν τους τομείς της οικονομικής ανάπτυξης, της αποτελεσματικής προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και της προώθησης της δημοκρατίας.


 Νέες συμμαχίες δημιουργήθηκαν στο παρασκήνιο, με τη Ρωσία να κυριαρχεί, επιθυμώντας να αναλάβει ξανά ηγεμονικό ρόλο στη διεθνή πολιτική σκηνή. Οι προσπάθειές της στρέφονται και στο μουσουλμανικό κόσμο, τον οποίο προσπαθεί να «προσηλυτίσει», ώστε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στα (οικονομικά κυρίως) επεκτατικά σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών.


Μάλιστα, την 1η Σεπτεμβρίου του 2006 ολοκληρώθηκε διεθνής διάσκεψη, ανάμεσα σε ρώσους πολιτικούς και σε εκπροσώπους των ισλαμικών κρατών, με θέμα τη διεύρυνση του διαλόγου για την προάσπιση του πολυπολικού κόσμου, ενάντια στην αμερικανική ηγεμονία. Ρώσοι αξιωματούχοι δε δίστασαν να επικρίνουν την πολιτική του Τζορτζ Μπους και να κατηγορήσουν ανοιχτά το Ισραήλ – σύμμαχο των ΗΠΑ και δεδηλωμένο εχθρό του αραβικού κόσμου. Μετά το πέρας της διάσκεψης, ορισμένοι μουσουλμάνοι διπλωμάτες δεν έκρυψαν την επιθυμία τους να πρωταγωνιστήσει στο παγκόσμιο γίγνεσθαι η Ρωσία, στηρίζοντας παράλληλα τον ισλαμικό κόσμο. Λίγες ημέρες μετά, ακολούθησε δήλωση του Πούτιν που τόνιζε πως είναι πολύ νωρίς για κυρώσεις στο Ιράν.


Μεταστροφή κοινής γνώμης


Ένα από τα κύρια σημεία που χαρακτήριζε την εποχή αμέσως μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ήταν η εμπιστοσύνη που έδειξε η αμερικανική κοινή γνώμη στο πρόσωπο του Τζορτζ Μπους, όταν ξεκινούσε τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».


Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Washington Post και του ABC News, που είχε δημοσιευτεί τις πρώτες ημέρες μετά το 911 (στις 8 Οκτωβρίου), το 94% των ερωτηθέντων υποστήριζε τη στρατιωτική επίθεση στο Αφγανιστάν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο αμερικανός πρόεδρος χειριζόταν την κρίση. Μάλιστα, οκτώ στους δέκα Αμερικανούς υποστήριζαν την αποστολή χερσαίων δυνάμεων στο Αφγανιστάν για να σκοτώσουν ή να συλλάβουν τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, ενώ το 80% θεωρούσε πως αυτό δεν είναι παρά η αρχή ενός μακροχρόνιου πολέμου. Μόνο το 50% πίστευε πως η επιχείρηση αυξάνει τους κινδύνους για νέες τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ.


Πλέον, τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί δραματικά. Οι αμερικανοί αναλυτές κάνουν λόγο για στροφή της κοινής γνώμης, σε ότι αφορά τους πολέμους που έχουν διεξάγει οι ΗΠΑ στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με δημοσκόπηση – που διενεργήθηκε από τους New York Times και το CBS και είδε το φως της δημοσιότητας στα τέλη Αυγούστου του 2006 -, οι Αμερικανοί φαίνεται να πιστεύουν πως ο πόλεμος στο Ιράκ δεν έχει καμία σχέση με την απειλή της τρομοκρατίας. Ποσοστό της τάξης του 53% δηλώνει απερίφραστα ότι ο πόλεμος ήταν λάθος, ενώ το 62% πιστεύει ότι η κατάσταση στο Ιράκ επιδεινώνεται καθημερινά. Συνολικά, το 84% των Αμερικανών δε θεωρεί πως οι ΗΠΑ κερδίζουν τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας (αποτελέσματα δημοσκόπησης του ερευνητικού ινστιτούτου Κέντρο Αμερικανικής Προόδου και του αμερικανικού περιοδικού Foreign Policy).


Ταυτόχρονα, πληθαίνουν οι φωνές που ισχυρίζονται ότι «κάτι δεν πάει καλά» με τις επιθέσεις του 911. Οι θεωρίες συνωμοσίας δίνουν και παίρνουν, κινήματα και οργανώσεις (όπως το «9/11 Truth» ) αναζητούν μία άλλη αλήθεια από αυτήν που υπάρχει ήδη, ενώ βιβλία και ταινίες (όπως το «9/11 Synthetic Terrror» ή το «9/11 Eyewitness» ) αναφέρονται στις «πραγματικές διαστάσεις» της τραγωδίας. Οι περισσότεροι από τους υποστηρικτές αυτών των θεωριών πιστεύουν ότι το 911 σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε «εκ των έσω» (δηλαδή από την ηγεσία των ΗΠΑ), καταθέτοντας ως κυρίαρχα ερωτήματα την εύκολη και σύντομη, χρονικά, πτώση των Δίδυμων Πύργων, καθώς και την ανεξήγητη αδυναμία-αναποτελεσματικότητα των αμυντικών στρατιωτικών υπηρεσιών των ΗΠΑ εκείνη την ημέρα.


Αύξηση μέτρων ασφαλείας – μείωση αισθήματος ασφάλειας


Ο αμερικανός πρόεδρος, δύο ημέρες πριν από την πέμπτη επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου, δήλωσε πως οι ΗΠΑ είναι πιο ασφαλείς σήμερα, ωστόσο παραδέχθηκε πως η χώρα του εξακολουθεί να απειλείται. Όπως τόνισε ο Τζορτζ Μπους, οι Αμερικανοί θα πρέπει να συνεχίσουν να δρουν με αποφασιστικότητα, ώστε να εμποδίσουν τους τρομοκράτες να πετύχουν τους σκοπούς τους. Παράλληλα, στο αμερικάνικο, αναθεωρημένο σχέδιο κατά της τρομοκρατίας τονίζεται ξεκάθαρα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ακόμα ασφαλείς, παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει πέντε χρόνια από το 911.

 

Είναι αλήθεια πως τα μέτρα ασφαλείας έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά. Όπως τονίζει και ο αμερικανός πρόεδρος, οι ΗΠΑ προσπάθησαν να καλύψουν τις ελλείψεις τους στην ασφάλεια και τη συγκέντρωση πληροφοριών: τομείς που οι τρομοκράτες είχαν εκμεταλλευτεί την 11η Σεπτεμβρίου. Η επιτυχία σύλληψης υπόπτων τρομοκρατικής δράσης στη Βρετανία δείχνει ότι τα μέτρα – ίσως – αρχίζουν να αποδίδουν. Μάλιστα, στον τομέα της ασφάλειας πρόκειται να γίνουν και άλλα βήματα, δεδομένου του ότι (σύμφωνα με τη New York Times) οι αμερικανικές και οι ευρωπαϊκές αρχές επιθυμούν να επεκτείνουν τον έλεγχο επιβατών στις διεθνείς πτήσεις, ερευνώντας προσωπικά δεδομένα ταξιδιωτών. Γενικά, το άμεσο μέλλον προδιαθέτει για συστηματική παρακολούθηση και καταγραφή εκατομμυρίων πολιτών σε ΗΠΑ και προηγμένες χώρες της Ευρώπης, για «λόγους ασφαλείας».

Από την άλλη πλευρά, οι περισσότεροι από τους πολίτες που έζησαν τα τρομοκρατικά χτυπήματα (σε Ισπανία, ΗΠΑ και Βρετανία) θεωρούν πως είναι πολύ πιθανόν να ξαναχτυπήσουν οι τρομοκράτες. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των New York Times και του CBS News, περίπου τα δύο τρίτα των Νεοϋορκέζων (ποσοστό 69%) ανησυχούν πολύ για το ενδεχόμενο νέας τρομοκρατικής επίθεσης στην πόλη τους. Εξάλλου, το 86% των Αμερικανών πιστεύει ότι ο κόσμος είναι πλέον πιο ανασφαλής.


Τέλος, έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπουν τους αλλοδαπούς: σύμφωνα με μελέτη του Evening Standard, ένας στους έξι Λονδρέζους αλλάζει θέση στα δημόσια μέσα μεταφοράς, προκειμένου να απομακρυνθεί από επιβάτες που μοιάζουν με μουσουλμάνους, ενώ ένας στους τρεις ενοχλείται έντονα, όταν άτομο που προέρχεται από την Ασία ή την Αφρική ανεβαίνει στο ίδιο λεωφορείο ή τρένο.


Προβλήματα υγείας

 

Ψυχολογικά και σωματικά κατάλοιπα, σε όσους την έζησαν, αφήνει στο πέρασμά της κάθε τρομοκρατική επίθεση. Όσο και να το επιθυμούν, οι Νεοϋορκέζοι δεν μπορούν να ξεχάσουν την ημέρα που χάραξε ανεξίτηλα τη ζωή τους. Ακόμα και σήμερα, πολλοί αισθάνονται παράξενα όταν περνάνε μπροστά από το «ground zero» – δηλαδή το «σημείο μηδέν», όπου βρίσκονταν οι Δίδυμοι Πύργοι – ή όταν παρακολουθούν μία παλαιότερη ταινία, στην οποία οι πύργοι εμφανίζονται στην οθόνη της τηλεόρασης ή του κινηματογράφου. Οι New York Times φιλοξενούν τις εμπειρίες ατόμων που έζησαν το γεγονός και τονίζουν πως οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης πάσχουν από σύνδρομο καταπίεσης των συναισθημάτων τους. Ταυτόχρονα, ενώ θεωρούν πως η πόλη τους μπορεί να αποτελέσει ξανά επίκεντρο τρομοκρατικής επίθεσης, αρνούνται πεισματικά να υποστούν οποιαδήποτε αλλαγή τόπου ή τρόπου ζωής.

Εκτός των ψυχολογικών, αρκετοί είναι εκείνοι που έχουν απτά σωματικά προβλήματα μετά το 911. Έρευνα που είδε το φως της δημοσιότητας στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2006, αναφέρει πως ποσοστό περίπου 70% των εργατών που δούλεψαν για τον καθαρισμό των χαλασμάτων – που άφησαν με την πτώση τους οι Δίδυμοι Πύργοι – παρουσίασε αναπνευστικά προβλήματα (ή επιδεινώθηκαν αυτά που ήδη είχαν). Στους παθόντες σίγουρα θα πρέπει να προστεθούν και οι εκατοντάδες αστυνομικοί και πυροσβέστες που πήραν μέρος στην όλη προσπάθεια.


Επίλογος


Σήμερα, κανένας δε γνωρίζει ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις των «παικτών» στη σκακιέρα της διεθνής διπλωματίας. Πιο δύσκολα δε, μπορεί κάποιος να προβλέψει ποιοι θα είναι οι επόμενοι στόχοι πιθανών τρομοκρατικών επιθέσεων που θα παρασύρουν στο θάνατο δεκάδες, εκατοντάδες ή χιλιάδες αμάχους. Ωστόσο, μετά από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, ένα πράγμα είναι σίγουρο: ο κόσμος δεν είναι πλέον ο ίδιος.


Πηγή:Καθημερινή, 11/9