Αρχική Απόψεις Aρθρα Σταύρος Λυγερός: Η σκοτεινή πλευρά της Αυτοδιοίκησης

Σταύρος Λυγερός: Η σκοτεινή πλευρά της Αυτοδιοίκησης

20

Tα «συντροφικά μαχαιρώματα» για την απόσπαση του χρίσματος και στη συνέχεια τα χτυπήματα κάτω από την ζώνη στη μάχη για την εκλογή, δεν οφείλονται, βεβαίως, μόνο στη διάθεση των επίδοξων νομαρχών και δημάρχων για προσφορά στα κοινά. Οφείλεται και σε πιο πεζά κίνητρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τόσο για τα δύο αυτά αξιώματα εκδηλώνεται μεγάλη ζήτηση στον χώρο και της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Ο λόγος είναι ότι με την καθιέρωση του δεύτερου βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης και με τη συνένωση των κοινοτήτων σε καποδιστριακούς δήμους, άλλαξε ριζικά η κατανομή της τοπικής εξουσίας.


Παλαιότερα, το αφεντικό στον νομό ήταν ο βουλευτής, που στην εκλογική του περιφέρεια μοίραζε όλο το παιχνίδι των ρουσφετιών με μόνους ανταγωνιστές τους συναδέλφους του. Σήμερα, ενώ αυτός προσδοκά την υπουργοποίησή του για να ασκήσει εξουσία, ο δήμαρχος και ο νομάρχης την ασκεί αμέσως και μάλιστα χωρίς σοβαρό έλεγχο. Εχοντας αποκτήσει εξουσία και αρμοδιότητες, που τους επιτρέπουν να διαχειρίζονται σημαντικούς πόρους, οι τοπικοί άρχοντες έχουν αποκτήσει και προσωπική πολιτική δύναμη.


Το μοίρασμα της «πίτας» τους έχει δώσει τη δυνατότητα διαπλοκής με τοπικούς επιχειρηματίες και τοπικά ΜΜΕ. Και βεβαίως τούς έχει δώσει τη δυνατότητα να υφάνουν πελατειακό δίκτυο, το οποίο δεν είναι πάντα αντιστοιχισμένο με τους κομματικούς διαχωρισμούς. Με άλλα λόγια έχουν οικοδομήσει το δικό τους εκλογικό μηχανισμό και τα δικά τους ερείσματα.


Ας σημειωθεί ότι οι περισσότεροι σύμβουλοι της πλειοψηφίας διορίζονται αντιδήμαρχοι, πρόεδροι Δημοτικών Συμβουλίων, πρόεδροι δημοτικών επιχειρήσεων και πρόεδροι νομικών προσώπων του δήμου. Ολες αυτές οι θέσεις είναι αμειβόμενες, αλλά κυρίως προσφέρουν μεγάλες δυνατότητες για «μαύρο χρήμα», μέσω της εκτεταμένης διαπλοκής και διαφθοράς, που κατά κανόνα είναι πολύ πιο απροσχημάτιστη από την αντίστοιχη της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Ενας κυνικός της πολιτικής μας ζωής έχει πει ότι οι τοπικές εκλογές είναι «μία υπόθεση 10.000 υποψηφίων και 300 τοπικών εργολάβων και προμηθευτών».


Μπορούμε πια να μιλάμε για αρθρωμένες τοπικές εξουσίες, στις οποίες εμφανίζονται όλες οι «παιδικές ασθένειες», τις οποίες το καθόλου αθώο κεντρικό κράτος τείνει να ξεπεράσει. Και βεβαίως, οι νομάρχες και οι δήμαρχοι έχουν την τάση να πολιτεύονται με κύριο κριτήριο την προάσπιση και την ενίσχυση της δικής τους εξουσίας, η οποία τους επιτρέπει να διατηρούν ένα σχετικά υψηλό βαθμό πολιτικής αυτονομίας. Γι’ αυτό και η απονομή του χρίσματος μετατρέπεται σε σκληρή μάχη εντός και εκτός κάθε κόμματος.


Στην πραγματικότητα, οι ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων δεν έχουν τον αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή των υποψηφίων, που είχαν στο παρελθόν. Οι τοπικές πολιτικές ελίτ, με τα ιδιαίτερα συμφέροντα και τις αντιθέσεις τους, έχουν την τάση να χειραφετούνται από τις κεντρικές κομματικές σκοπιμότητες και να επιβάλουν σε μεγάλο βαθμό τις δικές τους επιλογές, μέσω των τοπικών παραγόντων και δικτύων επιρροής. Σ’ αυτό παίζει καθοριστικό ρόλο το γεγονός ότι οι κομματικές οργανώσεις και τα πελατειακά δίκτυα των βουλευτών σε κάθε νομό λειτουργούν περισσότερο ως εκφραστές των τοπικών αντιθέσεων και λιγότερο ως ιμάντες επιβολής των αποφάσεων της ηγεσίας.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ