Αρχική Πολιτισμός Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη- Ο τελευταίος πλους ενός ηλικιωμένου καπετάνιου

Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη- Ο τελευταίος πλους ενός ηλικιωμένου καπετάνιου

30

 
Στο νέο μυθιστόρημά της η Ιωάννα Καρυστιάνη κοιτάζει με αισιοδοξία τον κόσμο


Η θάλασσα και ο γέρος


Ο τελευταίος πλους ενός ηλικιωμένου καπετάνιου που αρνείται πεισματικά να αφήσει τη θάλασσα, και τα μικρά θαύματα του παρόντος που επανορθώνουν τα στραβά μιας ολόκληρης ζωής.
Ύστερα από τρία κατά σειρά αριστουργήματα, ένα κινηματογραφικό σενάριο και τον σκοτεινό Άγιο της μοναξιάς, η Ιωάννα Καρυστιάνη κάνει δώρο στον εαυτό της μια συγκινητική ιστορία με καλό τέλος από αυτές που δύσκολα βρίσκουν τον δρόμο τους στη σύγχρονη λογοτεχνία. Ο ήρωάς της μυρίζει κι αυτός θάλασσα αλλά δεν μοιάζει με τις κακορίζικες Νύφες του Παντελή Βούλγαρη. Κάθε άλλο. Ο καπετάνιος του φορτηγού Athos ΙΙΙ, Μήτσος Αυγουστής, που ισορροπεί την παράξενη ζωή του πάνω στο καλόγνωμο κύμα «Σουέλ», είναι «φρεσκοσιδερωμένος, με λευκά ώς τους ώμους μαλλιά και κυματιστή μέχρι το στέρνο ασημένια γενειάδα, που φώναζαν τα εβδομήντα πέντε χρόνια του και μύριζαν πάθος για σαμπουάν και κολώνιες».

 


Μυστικά: Στα πόδια αυτού του θαλασσινού Παντοκράτορα στριφογυρίζει ένας καραβόγατος που τον φωνάζουν «Μαρίτσα» ενώ ένας πιστός μάγειρας σκάει πού και πού μύτη στην καμπίνα του κρατώντας πιατέλες με νοστιμότατα εδέσματα που ο Μήτσος Αυγουστής αφήνει ανέγγιχτα. Πού οφείλεται η ανορεξία του καπετάνιου; Το μυστήριο θα λυθεί πολλές σελίδες αργότερα και αφού προηγουμένως εισβάλει απρόσκλητη στο πλωτό αρσενικό μοναστήρι η καπετάνισσα. Η καλοστεκούμενη πενηντάρα Φλώρα Αυγουστή άφησε το φορτωμένο κινέζικες πορσελάνες διαμέρισμά της και ταξίδεψε ίσαμε τα λιμάνια της Ιαπωνίας για να μάθει από πρώτο χέρι τον λόγο της δωδεκάχρονης αδιαφορίας του συζύγου της, πλην όμως τα γυναικεία της θέλγητρα αποδεικνύονται άσφαιρα. Τυλιγμένος στη μελαγχολία του ο καπετάνιος δεν της χαρίζει κανένα «μυστικό» εκτός από εκείνα που αποσπά από μόνη της διαρρηγνύοντας συρτάρια, σιωπές και σώψυχα. Όταν ο θηλυκός Δούρειος Ίππος θα εγκαταλείψει το καράβι, η άλωση του καπετάνιου είναι ήδη δρομολογημένη. Η Φλώρα αφενός συνωμοτεί με τους νεόκοπους εφοπλιστές που θέλουν να τον βγάλουν εκτός λειτουργίας, αφετέρου στέλνει πεσκέσι στον θαλασσοδαρμένο σύζυγό της μια ζωντανή βόμβα που θα τον συνδέσει θέλοντας και μη με τα επί ξηράς πεπραγμένα του.
Θαύματα: Δεν θέλω να πω περισσότερα για να μη χαλάσω την περιέργεια του αναγνώστη. Δεν μπορώ όμως να αποσιωπήσω την παράλληλη ιστορία της Λίτσας Τσίχλη, μιας κομμώτριας από την Ελευσίνα που χρόνια τώρα περιμένει τον ίδιο άντρα αλλά χωρίς στεφάνι και παιδιά, δηλαδή χωρίς προϋποθέσεις νόμιμης οργής. «Μήτσο μου αγαπώ το μπράτσο σου. Αν αλλάξεις μυαλό και γυρίσεις, όποτε γυρίσεις, θα γίνω φανατική θαυμάστρια των γηρατειών σου και οδηγός, η ναυαρχίδα του τυφλού. Θα σε πηγαίνω με αμάξι στην Πάρνηθα, να σε φυσάνε τα βουνά, και στα χωράφια γύρω από τα Μέγαρα, να σε ψέλνουν τα τζιτζίκια που τόσο στερήθηκες». Η άλλη γυναίκα με αρετές λαϊκής Πηνελόπης, άγνωστες στην μικροπαντρεμένη μικροαστή Φλώρα, ευλογεί από μακριά τον Ποσειδώνα μας στέλνοντάς του κύματα άδολης αγάπης και κατανόησης. Ο καπετάν Μήτσος Αυγουστής θα ξανασυναντήσει τελικά τη γυναίκα της καρδιάς του, θα αποκαταστήσει τα τραύματα του παραμελημένου μοναχογιού του, θα παντρέψει ακόμη κι αυτό το μπακούρι τον μάγειρά του. Ένα κρεσέντο από «θαύματα» γλυκαίνουν τα στερνά του καπετάνιου που τυφλός ων κατάφερε να παρκάρει με την όπισθεν το σαραβαλιασμένο καράβι του στο κακό λιμάνι της Σιγκαπούρης και που τώρα τρώει μια πίτσα στα δυο, στο μπαλκονάκι της Λίτσας Τσίχλη με μια κουβερτούλα στα πόδια.
Το φύλο της αγάπης
Μέσα στην τόση μαυρίλα της ελληνικής λογοτεχνίας η Ιωάννα Καρυστιάνη είναι ίσως η μόνη που πιστεύει ακόμη στη δύναμη της αγάπης και δεν διστάζει να το πει. Μια αγάπη ωστόσο που έχει ανελαστικά προαπαιτούμενα και ρήτρα σε σκληρό νόμισμα. Αν πάρουμε σαν μέτρο το ολόφρεσκο μυθιστόρημά της, στην κιβωτό του Καλού δεν υπάρχει θέση για τις γυναίκες και δη τις αστές. Γενικεύοντας θα διακινδύνευα μάλιστα να πω ότι δεν υπάρχει θέση για όλες τις γυναίκες ανεξαιρέτως, όσες τουλάχιστον δεν διαθέτουν το σπάνιο χάρισμα της αυταπάρνησης και της χωρίς προϋποθέσεις αφοσίωσης. Μια αρετή που ένας ψυχίατρος θα κοίταζε καχύποπτα αλλά που η λογοτεχνία φαίνεται ότι τη χρειάζεται ακόμη – αναρωτιέμαι γιατί;


της ΡΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ- ΤΑ ΝΕΑ , 27/10/2006