Αρχική Νέα Οικονομία Τα κέρδη από τη θάλασσα μεταφέρονται στη στεριά

Τα κέρδη από τη θάλασσα μεταφέρονται στη στεριά

5

Δεκάδες ελληνικές εφοπλιστικές οικογένειες, μεταξύ αυτών του Πήτερ Γ. Λιβάνου, του Ν. Τσάκου, του Γ. Αγγελικούση, του Α. Μαρτίνου, του Μ. Χανδρή, του Σ. Καρνέση, της Αγγελικής Φράγκου και του Βασίλη Πιστιόλη, είναι έτοιμες να επενδύσουν στην «στεριά» μέρος του συγκεντρωμένου πλούτου των 200 δισ. ευρώ που κατάφεραν να αποκομίσουν από τις επενδύσεις τους στη ναυτιλία.


Μέχρι στιγμής τη μερίδα του λέοντος από τα χρήματα αυτά έχει καταφέρει να κερδίσει η αγορά των ακινήτων, αλλά όπως όλα δείχνουν οι εφοπλιστές «καλοσκέπτονται» τις τράπεζες, τον χώρο της ενέργειας αλλά και τον τουρισμό.


Αλλαγή ρότας


Μάλιστα φήμες την προηγούμενη εβδομάδα έκαναν λόγο για σημαντικές επενδύσεις τουλάχιστον μιας ελληνικής εφοπλιστικής οικογένειας σε μεγάλη ιδιωτική τράπεζα.


Οπως λένε μάλιστα τραπεζίτες με μεγάλη εξειδίκευση στον χώρο, «η ναυτιλία δεν είναι πλέον hot επένδυση όπως ήταν μία διετία πριν. Βέβαια σε γενικές γραμμές πηγαίνει καλά, αλλά υπάρχει σκεπτικισμός γιατί όπως λένε κάποιοι η ανάπτυξη είναι μάλλον στην στεριά και όχι στη θάλασσα».


* Με αυτό το σκεπτικό τους τελευταίους 18 μήνες σε αγορές ακινήτων προχώρησαν οι οικογένειες Τσάκου, Φράγκου και Ρέστη, ενώ ο όμιλος Ευγενίδη επένδυσε όχι μόνο σε ακίνητα αλλά και στη βιομηχανία και στον ξενοδοχειακό τομέα, με την πρότυπη μονάδα «Elies Resorts» στην Σίφνο.


* Οι αδελφοί Λασκαρίδη έχουν κάνει ήδη μεγάλες επενδύσεις στον ξενοδοχειακό τομέα, σε ακίνητα αλλά στις αεροπορικές και ακτοπλοϊκές μεταφορές μέσω της Aegean και της HSW. Ο Γιάννης Κούστας πρόσφατα εισήλθε στον τομέα των κατασκευών.


* Ο ναυτιλιακός όμιλος Ρέστη απέκτησε το 2006 μειοψηφικές συμμετοχές σε δύο εισηγμένες επιχειρήσεις στη Σοφοκλέους και το 49% των μετοχών της τράπεζας FBB. Οπως επισημαίνεται αρμοδίως, «ο όμιλος θα συνεχίσει να επενδύει στη στεριά».


Τον Ιανουάριο του 2006 ο όμιλος απέκτησε το 6,3% της αλλαντοβιομηχανίας Νίκας που ελέγχεται από την Global Finance του Αγγελου Πλακόπητα, καταβάλλοντας περί τα 7,55 εκατ. ευρώ, ενώ λίγους μήνες μετά εξαγόρασε αντί του ποσού των 8,1 εκατ. ευρώ το 5,5% της εταιρείας ηλεκτρικών ειδών FG Europe που ανήκει στον Γ. Φειδάκη.


Οι εφοπλιστές την τελευταία 4ετία έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα αποθεματικό τεράστιων κεφαλαίων. Τα κεφάλαια αυτά προήρθαν κυρίως από την ξέφρενη πορεία των ναυλαγορών από το 2003 έως τις αρχές του 2005, αλλά και από τις πωλήσεις ποντοπόρων πλοίων ειδικά τους τελευταίους 18 μήνες.


Σύμφωνα με ανάλυση της εταιρείας Petrofin, στον κλάδο της ποντοπόρου ναυτιλίας η απόδοση ιδίων κεφαλαίων είναι υψηλότερη σε σχέση με τις «στεριανές επενδύσεις» και απαιτούνται πολλά δανεικά. Είναι γνωστό πως οι εφοπλιστές χρηματοδοτούν τις επενδύσεις τους με 25%-35% ίδια κεφάλαια και το μεγαλύτερο μέρος με δανεισμό, ενώ στη «στεριά» ο δανεισμός δεν ξεπερνά το 50%.


Ενδεικτικό της τεράστιας ρευστότητας των εφοπλιστών είναι ότι εντός του 2006 η εισηγμένη στο Nasdaq Top Tankers του Βασίλη Πιστιόλη προχώρησε στην πώληση 13 δεξαμενόπλοιων αντί του ποσού των 550 εκατ. δολαρίων. Ομως τα πλοία θα εξακολουθεί να τα διαχειρίζεται η εταιρεία με ναυλώσεις για την επόμενη 7ετία.


Πριν από λίγους μήνες 3 εφοπλιστικές οικογένειες εισήγαγαν τις εταιρείες τους στα χρηματιστήρια της Wall Street. Η StealthGas του Χάρη Βαφιά, η οποία διαθέτει στόλο 24 πλοίων, η FreeSeas των αδελφών Γ. και Στ. Γουρδομιχάλη και του Ι. Βαρουξάκη, η οποία διαθέτει προς το παρόν τρία πλοία και η εταιρεία συμφερόντων της οικογένειας Κούστα.


Η εισηγμένη στον Nasdaq ναυτιλιακή εταιρία ΤΕΝ, συμφερόντων των εφοπλιστών Παναγιώτη και Νίκου Τσάκου έχει κεφαλαιοποίηση κοντά στο 1 δισ. δολάρια. Η ΤΕΝ διαχειρίζεται στόλο 38 δεξαμενόπλοιων.


Οι ελληνικές εταιρείες διαχειρίζονται πλέον 4.164 πλοία, έναντι 3.970 το 2005. Αυτή η εξέλιξη οφείλεται, σύμφωνα και με τα στοιχεία της εταιρείας Petrofin, στην παραλαβή αρκετών νέων πλοίων από τα ναυπηγεία, τον περιορισμένο αριθμό πλοίων που αποσύρθηκαν προς διάλυση, αλλά και τη γενικότερη σταθεροποίηση της αγοράς και πώλησης μεταχειρισμένων πλοίων.

 

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 5/11/2006