Αρχική Νέα Τοπικά Ακτοπλοΐα: Δικαίωση για τα όρια ηλικίας των πλοίων

Ακτοπλοΐα: Δικαίωση για τα όρια ηλικίας των πλοίων

11

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ασχολήθηκε με το θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής ακτοπλοΐας μετά από τέσσερα ερωτήματα που είχε λάβει από το Συμβούλιο της Επικρατείας σχετικά με συμμόρφωση του ελληνικού θεσμικού πλαισίου προς τον ευρωπαϊκό κανονισμό 3577/92.


ΔΙΚΑΙΩΜΕΝΟΙ έστω και κατόπιν εορτής αισθάνονται οι ακτοπλόοι από την τελευταία διάταξη που εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σύμφωνα με την οποία ο νόμος 2932/2001 στις διατάξεις περί ορίων ηλικίας των πλοίων αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο.

H διάταξη που εκδόθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου και δημοσιεύθηκε πρόσφατα επισημαίνει ότι μία κοινοτική χώρα δεν μπορεί να λάβει μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας πλοίων εάν πριν δεν έχει ακολουθήσει μία συγκεκριμένη διαδικασία που προβλέπεται στην κοινοτική οδηγία 98/18 που αφορά στις συνθήκες ασφαλούς ναυσιπλοΐας των πλοίων πιο γνωστή ως Συμφωνία της Στοκχόλμης.


Βέβαια ήδη από το καλοκαίρι με το αμφιλεγόμενης νομικά πρωτοβουλία το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας με προεδρικό διάταγμα συμπλήρωσε το νόμο 2932/2001 στις συγκεκριμένες διατάξεις καταργώντας επί της ουσίας τα όρια ηλικίας των πλοίων εάν προηγουμένως προσαρμοσθούν στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει η κοινοτική οδηγία.


Επισημαίνεται ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ασχολήθηκε με το θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής ακτοπλοΐας μετά από τέσσερα ερωτήματα που είχε λάβει από το Συμβούλιο της Επικρατείας σχετικά με συμμόρφωση του ελληνικού θεσμικού πλαισίου προς τον ευρωπαϊκό κανονισμό 3577/92.


Τo Συμβούλιο της Επικρατείας ζήτησε από τo Δικαστήριo, στo πλαίσιo της διαφoράς μεταξύ των Ενωσης Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας, και των ακτοπλοϊκών εταιρειών ANEK, Μινωϊκές Γραμμές, N.E. Λέσβου και Blue Star Ferries και Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και Υπουργού Αιγαίου πoυ εκκρεμεί εvώπιόv τoυ, τηv έκδoση πρoδικαστικής απoφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:


α) «Κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3577/92 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1992, εάν δικαιούνται ιδιώτες να επικαλούνται τον εν λόγω Κανονισμό, προς αμφισβήτηση του κύρους διατάξεων, τις οποίες θέσπισε ο έλληνας νομοθέτης προ της 1.1.2004;».


β) «Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 3577/92 επιτρέπουν τη θέσπιση εθνικών ρυθμίσεων, κατά τις οποίες οι πλοιοκτήτες δεν μπορούν να παράσχουν υπηρεσίες θαλασσίων ενδομεταφορών, παρά μόνον σε συγκεκριμένες δρομολογιακές γραμμές, προσδιοριζόμενες κατ’ έτος από αρμόδια προς τούτο εθνική αρχή και κατόπιν προηγούμενης διοικητικής αδείας, χορηγουμένης στο πλαίσιο συστήματος αδειοδοτήσεως, το οποίο έχει τα εξής χαρακτηριστικά: Ι) Αφορά όλες, ανεξαιρέτως, τις δρομολογιακές γραμμές που εξυπηρετούν νησιά, ΙΙ) Οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να αποδέχονται υποβληθείσα αίτηση χορηγήσεως αδείας δρομολογήσεως, επιφέροντας κατά διακριτική ευχέρεια και χωρίς εκ των προτέρων προσδιορισμό των εφαρμοζομένων κριτηρίων, μονομερή τροποποίηση των στοιχείων της αιτήσεως που αφορούν στη συχνότητα και στο χρόνο διακοπής των δρομολογίων, καθώς και στο ναύλο;».


γ) «Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, εισάγει, κατά την έννοια του άρθρου 49 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, ανεπίτρεπτο περιορισμό της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, εθνική ρύθμιση, η οποία προβλέπει ότι ο πλοιοκτήτης, στον οποίο χορηγήθηκε από τη Διοίκηση άδεια δρομολογήσεως πλοίου σε ορισμένη γραμμή (κατόπιν αποδοχής σχετικής αιτήσεώς του, ως έχει ή κατόπιν αποδοχής της αιτήσεως αυτής με τροποποιήσεις ορισμένων στοιχείων της, τις οποίες ο πλοιοκτήτης αποδέχεται) είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωμένος να εξυπηρετεί αδιαλείπτως τη συγκεκριμένη δρομολογιακή γραμμή καθ’ όλη τη διάρκεια της ετήσιας δρομολογιακής περιόδου και ότι, προς διασφάλιση της τηρήσεως της υποχρεώσεως του αυτής, οφείλει να καταθέσει, προ της ενάρξεως των δρομολογίων, εγγυητική επιστολή, καταπίπτουσα, ολικώς ή μερικώς, σε περίπτωση μη τηρήσεως ή μη επακριβούς τηρήσεως της εν λόγω υποχρεώσεως;».


δ) «Οι διατάξεις των άρθρων 5 παράγραφος 2 και 6 παράγραφος 3 περιπτώσεως α’, β’, γ’, στ’ και ζ’ της Οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1998, με τίτλο «για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία» (ΕΕ L 144), όπως η Οδηγία αυτή ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, προ της τροποποιήσεώς της με την Οδηγία 2003/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2003 ( ΕΕ L 123), επιτρέπουν εθνική ρύθμιση, η οποία απαγορεύει απολύτως την εκτέλεση εσωτερικών δρομολογίων από πλοία, τα οποία έχουν συμπληρώσει ορισμένη ηλικία;».


Το δικαστήριο αποφάνθηκε μόνο για το πρώτο και το τέταρτο ερώτημα καθώς τα άλλα δύο θα τα συζητούσε μόνο σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο. Ωστόσο σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα έκρινε ότι ο κανονισμός (3577/92) «αυτός έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να παράσχει δικαιώματα στους ιδιώτες, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004».


Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ερώτημα αποφάνθηκε ότι «Τα άρθρα 5, παράγραφος 2, και 6, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ έως γ΄, στ΄, και ζ΄, της οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, έχουν την έννοια ότι αντίκεινται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η οποία επιβάλλει απόλυτη απαγόρευση για την εκτέλεση εσωτερικών δρομολογίων στα πλοία που έχουν συμπληρώσει ορισμένη ηλικία , όταν το οικείο κράτος μέλος δεν έχει λάβει μέτρα για τη βελτίωση των απαιτήσεων ασφαλείας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής.


Λουξεμβούργο, 28 Σεπτεμβρίου 2006».


Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι η Ένωση Επιχειρήσεων Ακτοπλοΐας υποχρεώθηκε να προσφύγει κατά του νόμου 2932/2001, πριν την εφαρμογή του κανονισμού καθώς ο νόμος ψηφίσθηκε πολύ νωρίτερα από το 2004.

Πηγή: Ναυτεμπορική, 24/11/2006