Αρχική Green Life Ζώα & Περιβάλλον “Τσιμέντο να γίνει η μισή Ελλάδα”, από την πιθανή αναθεώρηση του άρθρου...

“Τσιμέντο να γίνει η μισή Ελλάδα”, από την πιθανή αναθεώρηση του άρθρου 24- Κ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

18

Τσιμέντο να γίνει η μισή Ελλάδα


Της ΝΤΙΝΑΣ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ


«Φωτιά στα δάση» θα μπορούσε να βάλει ενδεχόμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος που θα συζητηθεί από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής την ερχόμενη Τετάρτη.


Εγκριτοι νομικοί και δασολόγοι επισημαίνουν στην «Κ.Ε.» ότι «διακυβεύονται τουλάχιστον 40.000.000 στρέμματα δασικών οικοσυστημάτων, των οποίων η αρξαμένη εδώ και χρόνια καταπάτηση και οικοπεδοποίηση θα νομιμοποιηθεί και θα ολοκληρωθεί»!


Οπως εξηγούν, η αναθεωρητική πρωτοβουλία υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του άρθρου 24. Αφορά κι άλλες κρίσιμες περιβαλλοντικές διατάξεις του Συντάγματος, όπως είναι το άρθρο 117 (παράγραφοι 3 και 4) με το οποίο κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέα δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που κάηκαν ή αποψιλώθηκαν μ’ άλλον τρόπο. Η διπλή τροποποίηση θα δώσει, υποστηρίζουν, τη χαριστική βολή στο φυσικό περιβάλλον, ειδικά σε προνομιούχες περιοχές.


*Δεν είναι τυχαίο ότι οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί περιμένουν ως «μάννα εξ ουρανού» την αναθεώρηση των συγκεκριμένων άρθρων: Από τον Απρίλιο η Πανελλήνια Ενωση Οικοδομικών Συνεταιρισμών (ΠΕΝΟΣ) με επιστολή στον πρωθυπουργό τον καλεί να επιλύσει το από «30ετίας και πλέον δημιουργηθέν ζήτημα της αδυναμίας οικιστικής αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας τους».


Τρεις προτάσεις


«Δεν είμαστε καταπατητές. Οι συνεταιρισμοί ζητούν με την τροποποίηση των άρθρων 24 και 117 να συνδυασθεί αρμονικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, που οι ίδιοι το στερούνται 40 χρόνια, με τη διατήρηση του δάσους και την προστασία του περιβάλλοντος ώστε να αναβαθμισθεί το βιοτικό επίπεδο και η ποιότητα ζωής, προς όφελος του ατόμου και του κοινωνικού συνόλου», θα μας πει η Γεωργία Ρωμαίου, μέλος της συντονιστικής επιτροπής της ΠΕΝΟΣ.


Η αναθεωρητική πρόταση των περιβαλλοντικών διατάξεων του Συντάγματος κινείται σε τρεις άξονες:

*Στη διάκριση μεταξύ δασών και δασικών εκτάσεων, ούτως ώστε οι τελευταίες να εντάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία στο χωροταξικό και πολεδομικό σχεδιασμό.

*Στον αποχαρακτηρισμό όσων δασικών εκτάσεων έχασαν το δασικό τους χαρακτήρα έως την έναρξη ισχύος του συντάγματος «Μ’αυτόν τον τρόπο νομιμοποιούν όλες τις καταπατήσεις και τις αυθαιρεσίες που έγιναν εις βάρος των δασών μέχρι το 1978, χρονολογία που έγινε η πρώτη μετά το Σύνταγμα του 1975 βλαστική απεικόνιση της χώρας», μας λέει χαρακτηριστικά ο Ευ. Αποστόλου, δασολόγος.


*Και τέλος, στην προτεινόμενη ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, «που στοχεύει στην αποδυνάμωση του Συμβουλίου Επικρατείας ως θεματοφύλακα του φυσικού και δασικού περιβάλλοντος», εξηγεί ο Βασ. Δωροβίνης, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας Περιβάλλοντος.


Με την αναθεώρηση του άρθρου 24 το 2001, η εκτελεστική εξουσία είχε πάρει μια πρώτη ρεβάνς. Επέβαλε την παραπομπή των θεμάτων συνταγματικότητας των νόμων από τα τμήματα του ΣτΕ στην ολομέλεια, στερώντας έτσι από το Ε’ τμήμα τη δυνατότητα να κρίνει αυτοδυνάμως τις πράξεις της διοίκησης. «Τώρα με το Συνταγματικό δικαστήριο επιχειρείται η πλήρης αποδυνάμωση των δικαστηρίων», προσθέτει ο Β. Δωροβίνης.


*Μια άλλη παράμετρος που προβάλλεται είναι η μείωση του κύρους του Συντάγματος από τις συχνές αναθεωρήσεις:


«Δεν είναι σωστό εφόσον έγινε το 2001 μία αναθεώρηση ενός άρθρου να γίνει και νέα το 2006», θα μας πει ο Θ. Παναγόπουλος, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά, που προσθέτει.
 


«Ας αφήσουμε τη νομολογία άλλα πέντε, δέκα χρόνια, να δούμε πώς λειτουργεί, να δούμε τι αδυναμίες ενδεχομένως μπορεί να προκύψουν και εν καιρώ να αλλαγούν. Αλλά όχι με τέτοια σπουδή. Είναι βεβιασμένες αυτές οι αναθεωρήσεις. Αλλωστε, η προστασία του περιβάλλοντος και ιδίως των δασών καλύπτεται πλήρως ως έχει. Γι’αυτό και η προτεινόμενη τροποποίηση στοχεύει μάλλον στην οικιστική αξιοποίηση ορισμένων δασικών εκτάσεων υπό την πίεση των διαφόρων συνεταιρισμών».


*Με την άποψη ότι η υπάρχουσα νομολογία καλύπτει πλήρως την προστασία των δασών συμφωνεί και ο αντιπρόεδρος του ΣτΕ ε.τ. και πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, Μιχαήλ Δεκλερής:


Χαρτογράφηση


«Δύο πράγματα χρειάζονται τα δάση στην Ελλάδα: να τα αφήσουμε ήσυχα και να τα χαρτογραφήσουμε. Το 1992 πήγα στο Ρίο για να δω πώς διαφυλάττονται τα δάση του Αμαζονίου. Διαπίστωσα ότι υπήρχε ένα σύστημα τηλεπισκοπήσεως από δορυφόρου. Εισηγήθηκα στη συνέχεια την εφαρμογή αυτού του συστήματος που θα είχε λύσει οριστικά το θέμα. Το νομοσχέδιο το δώσαμε με την αρμόδια επιτροπή του Ε’ Τμήματος του ΣτΕ στην τότε κυβέρνηση, η οποία, όμως, άλλαξε και η επομένη, όπως και η σημερινή, το κρατάει θαμμένο σε κάποιο συρτάρι του υπουργείου Γεωργίας».


*Η κυβέρνηση είναι σαφές ότι προσανατολίζεται προς άλλη κατεύθυνση. Οι εκτάσεις που πρόκειται να «ξεπλυθούν» στην περίπτωση που ψηφιστούν οι αναθεωρητικές της προτάσεις, αφορούν το μισό της επιφάνειας της χώρας, ήτοι 40 εκατομμύρια στρέμματα δασικών εκτάσεων.


*Η σύμβουλος Επικρατείας και μέλος του δ.σ. του επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, Μαρία Καραμανώφ, εξηγεί στην «Κ.Ε.» ότι ένας από τους νομιμοποιητικούς μύθους στους οποίους βασίζεται η σημερινή αναθεώρηση είναι «η υποτιθέμενη διάκριση μεταξύ δασών και δασικών εκτάσεων. Σύμφωνα με αυτόν, υπάρχει ουσιώδης ποιοτική διαφορά μεταξύ δάσους και δασικής εκτάσεως, η οποία δικαιολογεί τη διαφορετική τους νομική μεταχείριση από απόψεως προστασίας. Δάσος είναι μόνο αυτό που γνωρίζουμε από τα παραμύθια και τις εκδρομές στους εθνικούς δρυμούς, τα ψηλά δένδρα με τους χοντρούς κορμούς και τα πυκνά φυλλώματα, στη σκιά των οποίων ζουν λύκοι, αρκούδες, ελάφια και άλλα μεγάλα ζώα. Δασική έκταση, από την άλλη πλευρά, δεν είναι παρά ένας ευφημισμός που περιγράφει ξερές και βραχώδεις εκτάσεις με αραιούς και χαμηλούς θάμνους και υποτυπώδη ζωή.


»Πρόκειται, βέβαια, για μια άποψη επικίνδυνα παραπλανητική, που καταδικάζεται από την επιστήμη της δασικής οικολογίας. Η επιστήμη δεν κάνει διάκριση, αλλά ομιλεί περί δασικών οικοσυστημάτων, τα οποία έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τη ρύθμιση της οικολογικής ισορροπίας των στοιχείων του περιβάλλοντος, δηλ. νερού, εδάφους και αέρος».


*Ο Ευ. Αποστόλου, από την πλευρά του, μας εξηγεί ότι «μια τέτοια προοπτική δεν θα έχει μόνο τεράστιες επιπτώσεις στο περιβαλλοντικό ισοζύγιο της χώρας. Ταυτόχρονα θα επιφέρει και την απώλεια τεράστιας δημόσιας περιουσίας, αφού ο δασικός χαρακτήρας αυτών των εκτάσεων αποτελεί το βασικότερο εργαλείο για τη στοιχειοθέτηση του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου. Βέβαια, το τεκμήριο αυτό έχει βρει πολλούς πολέμιους και ιδιαίτερα στην πολιτική σκηνή της χώρας…».


*Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γιώργος Παπαδημητρίου μάς εξηγεί ότι η κακή κατάσταση του περιβάλλοντος δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί στο Σύνταγμα:


Κυβερνητικές ευθύνες


«Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στην κυβέρνηση και τη διοίκηση. Τα προβλήματα εντείνονται διαρκώς με την παράλειψη της πρώτης να διαμορφώσει περιβαλλοντική πολιτική και τις αβελτηρίες και τις αδυναμίες της δεύτερης. Είναι λοιπόν λάθος να πιστεύουμε ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπισή τους.


»Για να γίνω πιο σαφής. Σε τι έφταιξε το Σύνταγμα που δεν προωθήθηκε η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, η πολεοδομική ανασυγκρότησή της, η ανάδειξη των δασών ως εθνικού πλούτου, η σύνταξη δασολογίου, η προστασία ευαίσθητων οικοσυστημάτων και μνημείων; Δεν είναι όλοι οι παραπάνω σκοποί πρωταρχικό μέλημα της Πολιτείας; Δεν αντιστοιχούν σε σαφείς επιταγές του Συντάγματος; Η απάντηση στα δύο παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί να είναι παρά καταφατική».


ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 14/01/2007