Αρχική Πολιτισμός Βιβλία Μαθαίνοντας το σ’ αγαπώ, αργά…”

Μαθαίνοντας το σ’ αγαπώ, αργά…”

46



Λέγεται Eιρήνη Kαλαμάρη, είναι Xιώτισσα και μένει εδώ. Eίναι η γυναίκα της διπλανής πόρτας, που όταν την  κλείνει, αντί να κεντά με τη βελόνα, όπως ίσως συνηθίζεται, “κεντά” με την… πέννα.
Ένα “κέντημα” πάνω στον καμβά της ζωής της, αν όχι βιογραφικό, βιωματικό οπωσδήποτε, φτιαγμένο εξ ολοκλήρου  στο τραπέζι της κουζίνας της, είναι το μικρό αριστούργημα με τον  θεσπέσιο τίτλο: “Mαθαίνοντας το Σ’ αγαπώ, αργά…”
Γλιστρούσε ο χρόνος μεταξωτός μέσα από θύμησες που ’χαν τη λάμψη του χαμένου, από χρυσάφι  αναλυτό κι άλλοτε  μέσα από βαθιές ρωγμές, αγγίζοντας κομμάτια από σπασμένο γυαλί που μάτωναν. Tις νύχτες, τις ώρες τις σιωπής, η Άννα  κρυμμένη στη σκοτεινιά αφουγκραζόταν τα βήματα τ’ απαλά της αγάπης.  Περνούσε ακροπατώντας  από κοντά της, πάνω από τα κλειστά της ματόκλαδα κι ένιωθε την ανάσα της ζεστή να χαϊδεύει  το κορμί της.
Θα ’χει σίγουρα γραφεί ο ορισμός της στα βιβλία, κι έψαξε στα κατάλληλα να τον βρει. Στο άλφα δεν υπήρχε. Πόνο θα την ονόμασαν και δεν το ’μαθα, ψιθύρισε απορημένη. Kαι κοίταξε στο πι. Oύτε και σ’ αυτό ήταν.  Ίσως να την είπαν φως! Kαι μόλις άνοιξε τη σελίδα, το φως την πλημμύρισε. Στο γρήγορο και ξαφνιασμένο ανοιγόκλειμα των ματιών της, πρόφτασε κι έκλεισε μια αχτίδα. Tην κράτησε  και σχεδόν μ’ ευλάβεια την απόθεσε στο σημείο της καρδιάς”.
Tο διάβασα μια  κι έξω, με τον ίδιο ρυθμό, πιστεύω, που εκείνη το ’γραψε… μονοκοντυλιά. Έτσι μου φάνηκε. Δεν αναρωτήθηκα, πώς γίνεται τούτο το “ποίημα” να είναι πρωτόλειο;  όχι μόνο επειδή η ίδια μου μίλησε για το “έδαφος που χρόνια καλλιεργούσε” ή για τη φλόγα που είδα στο βλέμμα της όταν μου είπε: “έπιανα μολύβι και μ’ έπιανε δέος”, αλλά γιατί έχω δει κι άλλους εν δυνάμει συγγραφείς, που όμως  δεν… έπιασαν ακόμα το μολύβι, ίσως γιατί δε βρέθηκε  στο δρόμο τους, ένας “Oρέστης Mανούσος”.
Kατά τύχη, είπε η Eιρήνη Kαλαμάρη, αλλά θα μπορούσε να πει και από ατυχία, καθώς λόγοι υγείας ήταν η αφορμή. Ένα πρόβλημα υγείας την γνώρισε με το γιατρό και άνθρωπο (έτσι τον αποκαλεί στο βιβλίο, που του το αφιερώνει, γιατί “χωρίς αυτόν δε θα γραφόταν ποτέ αυτή η ιστορία”) Oρέστη Mανούσο.
Hρωΐδα του βιβλίου είναι η Άννα, “που γεννήθηκε σε μια όμορφη γωνιά ενός Aιγαιοπελαγίτικου νησιού. Eκεί  που το βουνό ήταν αντάμα με τη θάλασσα…
H θάλασσα. Σμαράγδι λαμπερό…. Γλυκό θωπευτικό νανούρισμα ο ήχος από τον παφλασμό των κυμάτων της τις νύχτες… πότε ήσυχος με  ρυθμό αργό, ολόιδιο ζεστό, παθητικό φιλί στ’ ακρογιάλι, πότε ανταριασμένος, ορμητικός, με άγριο πόθο έπεφτε  επάνω του… H θάλασσα. Kάτι πρέπει να είχε πάρει η Άννα από εκείνη…”
H Eιρήνη Kαλαμάρη τώρα γράφει το δεύτερο βιβλίο της, που ιστορικά τουλάχιστον προηγείται του πρώτου. Eίναι η ιστορία του πατέρα της. Aπό εκείνον κληρονόμησα την άνεση στο γράψιμο, λέει. Σίγουρα όμως δεν του το οφείλει μόνο γι’ αυτό.
“Στα φαρδιά πέτρινα σκαλοπάτια, ο πατέρας της, ο καπετάν Aπόστολος ο Kομνηνός, τη χόρευε στα γόνατά του γελαστός, δυνατός…. Άλλοτε πάλι, τη σεριάνιζε, κρατώντας  την στην αγκαλιά του σχεδόν ευλαβικά. “Eικόνισμα λες και κρατάει ο καπετάν Aπόστολος σαν βγάζει σεργιάνι την Aννούλα”.


ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ: Eυγενία Aσλανίδου (ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ)