Αρχική Απόψεις Συνεντεύξεις Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται: ο σαπουνάς

Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται: ο σαπουνάς

58

Ο Κώστας Μπίλος παρασκευάζει το τοπικό παραδοσιακό σαπούνι για προσωπική του χρήση πάνω από 30 χρόνια. Παράλληλα έφτιαχνε σαπούνι σε όποιον του το ζήταγε προσκομίζοντας τα υλικά, ενώ μάθαινε τη συνταγή και σε όποιον ήθελε, για να μείνει η παράδοση ζωντανή.
Οι θύμησές του από τα παιδικά του χρόνια, μυρίζουν τοπικό σαπούνι…
Τότε δεν υπήρχαν άλλα σαπούνια στην αγορά, ούτε πλυντήρια, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Στη μνήμη του είναι  χαραγμένες ζωντανές οι εικόνες από τις γυναίκες να πηγαίνουν στην Πελάμπουδα  – εξοχή της Καλλιμασσιάς με πηγάδι –   να πλένουν τα ρούχα με τοπικό σαπούνι – φτιαγμένο από λάδι , νερό, ποτάσα – και αλισίβα.
Αργότερα, παντρεμένος πια ο κ. Μπίλος έφτιαχνε τοπικό σαπούνι και το έξυνε στον ξύστη για να πλύνει η σύζυγος του τα ρούχα του μωρού με κάτι αγνό.
Στην εποχή μας, τώρα που σχεδόν τα πάντα έχουν υποστεί χημική επεξεργασία είτε είναι σκόνες πλυντηρίου, είτε αφρόλουτρα και σαμπουάν,  βλέπουμε και πάλι στην αγορά να εμφανίζονται ά πλάκες σαπουνιού που έχουν σαν βάση τους το ελαιόλαδο.
Αφορμής λοιπόν δοθείσης από αυτό βρήκαμε σήμερα τον κ. Μπίλο, συνταξιούχο πλέον, στο σπίτι του, στο λιμανάκι του Αϊ Γιάννη στην Καλλιμασσιά, για να μοιραστούμε μαζί του – στο  πλαίσιο μιας συζήτησης – τις αναμνήσεις του από τα παιδικά του χρόνια, αλλά και το μυστικό για την παρασκευή τοπικού σαπουνιού.

ΧΡΗΣΗ
Τον καιρό που ο κ. Μπίλος ήταν παλικάρι, δηλαδή πριν περίπου 50 χρόνια, στην αγορά κυκλοφορούσε μόνο το τοπικό σαπούνι . Δεν υπήρχαν ούτε πλυντήρια, ούτε σκόνες και υγρά απορρυπαντικά πλυσίματος, ούτε αφρόλουτρα και σαμπουάν ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα.
Οι νοικοκυρές τότε χρησιμοποιούσαν το τοπικό σαπούνι για να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού, να πλυθούν, και να πλύνουν τα ρούχα τους.
« Κάθε φορά που η μητέρα μου είχε  ρούχα για πλύση, καλούσαμε την πλύστρα και ο πατέρας μου αποβραδίς έπαιρνε άδεια από τον ιδιοκτήτη του χωραφιού στην Πελάμπουδα, που είχε μέσα πηγάδι, για να πάμε να πλύνουμε εκεί…» θυμάται ο κ. Μπίλος και συνεχίζει:
«Την επόμενη το πρωί  φορτώναμε τα γαϊδουράκια , με κοφίνια και ξύλα  για να ανάψουμε φωτιά  και να ζεστάνουμε  το νερό…  Οι γυναίκες έβρεχαν τα ρούχα λίγο πρόχειρα και τα στοίβαζαν στο κοφίνι… Μετά βγάζανε το πανί και τα καυτά ρούχα τα άπλωναν σε σκοινί στις αμυγδαλιές. Τα χέρια της πλύστρας και της μητέρας μου ήταν άσπρα χωρίς νύχια, από τα πλυσίματα…»
Μετά προς το  βράδυ τα φόρτωναν όλα στα γαϊδουράκια και επέστρεφαν στο χωριό. Την επόμενη η νοικοκυρά άπλωνε ξανά όσα ρούχα ήταν βρεγμένα για να στεγνώσουν και άρχιζε να σιδερώνει με σίδερο που λειτουργούσε με αναμμένο κάρβουνο…


ΣΑΠΩΝΟΠΟΙΟΣ
Η κάθε οικογένεια τότε ή έφτιαχνε δικό της σαπούνι ή το αγόραζε. Υπήρχαν εργοστάσια σαπουνιού και στη Χίο. Η πιο γνωστή φίρμα όπως μας είπε ο κύριος Μπίλος ήταν ο Ερμής. « Αργότερα » θυμάται ο κύριος Κώστας «ένας φίλος μου ο Γιώργος ο Στεφανίδης μου έμαθε πώς να φτιάχνω σαπούνι… Από τότε δεν ξαναγοράσαμε… Επίσης έφτιαχνα σαπούνι  -χωρίς αμοιβή-  σε όποιον μου έφερνε τα υλικά και έμαθα και αρκετούς νεότερους να φτιάχνουν σαπούνι για να μη χαθεί η παράδοση.
Όταν παντρεύτηκα, αγοράσαμε πλυντήριο και χρησιμοποιούσαμε σκόνες για να πλένουμε τα ρούχα μας.
Μόλις γέννησε η γυναίκα μου, ήθελε να πλένει τα ρούχα του μωρού με κάτι το αγνό στο χέρι και αγόραζε ειδικό σαπούνι. Μια φορά της έφτιαξα τοπικό σαπούνι και το έξυσα για να πλύνει τα ρούχα του μωρού.
Το δοκίμασε και από τότε έπλενε τα ρούχα του μωρού μόνο με αυτό».

Η ΣΥΝΤΑΓΗ
«Τα υλικά που χρειαζόμαστε για να φτιάξουμε λευκό τοπικό σαπούνι είναι : 5 κιλά ελαιόλαδο, 1  κιλό ποτάσα και 3  κιλά  νερό», απαντά ο κ. Μπίλος και συνεχίζει «Η διαδικασία είναι η εξής: Με τούβλα ή ξύλα φτιάχνουμε στο πάτωμα ένα καλούπι διαστάσεων 5Χ5  τούβλα . Μέσα του στρώνουμε μία εφημερίδα. Στη συνέχεια σε ένα κουβά ανακατεύουμε την ποτάσα με το νερό για να διαλυθεί, προσεχτικά γιατί η ποτάσα είναι καυστική. Μετά ρίχνουμε το λάδι και το ανακατεύουμε για να γίνει λείο.
Τέλος ρίχνουμε το μίγμα στο καλούπι  και περιμένουμε τρεις ώρες για να πήξει. Μόλις πήξει παίρνουμε ένα μαχαίρι και κόβουμε το σαπούνι σε ορθογώνιες πλάκες ή μπακλαβαδωτά.» «Το λάδι» επισημαίνει «πρέπει να είναι ελαιόλαδο. Δεν παίζει ρόλο αν είναι χρησιμοποιημένο ή καθαρό. Εάν είναι σπορέλαιο δε θα πήξει».
– Πότε κύριε Μπίλο σταμάτησε το τοπικό σαπούνι να χρησιμοποιείται στα σπίτια;
Με  το πέρασμα των χρόνων κυκλοφόρησαν στην αγορά οι σκόνες του πλυντηρίου, τα πλυντήρια, τα σαμπουάν, τα αφρόλουτρα. Ο κόσμος επειδή αυτά είχαν καλύτερη εμφάνιση  και ευκολία στη χρήση, αγόραζε και χρησιμοποιούσε αυτά για τις ανάγκες του. Έτσι το τοπικό σαπούνι σταμάτησε να μπαίνει στα σπίτια.
– Σήμερα  στην αγορά  κυκλοφορούν και πάλι σαπούνια με βάση το ελαιόλαδο. Υπάρχουν άνθρωποι που το προτιμούν ;
Σίγουρα μια ομάδα ανθρώπων προτιμά το τοπικό σαπούνι , όχι πια για να πλύνουν τα ρούχα τους, αφού υπάρχουν τα πλυντήρια, αλλά για να πλυθούν οι ίδιοι ή για να πλύνουν κάποιο ρούχο στο χέρι.
Στην Καλλιμασσιά  υπάρχουν αρκετοί που προτιμούν το τοπικό σαπούνι για τις ανάγκες τους. Για παράδειγμα εγώ  προτιμώ, για να  πλένομαι, το σαπούνι που φτιάχνω εγώ – χωρίς  να θέλω να κατηγορήσω τα άλλα- γιατί  είναι περισσότερο αγνό.

της Τούλας Σαλαγάρα
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, 27/8/2007 (dimokratiki.org)