Αρχική Green Life Διαδρομές Ελεύθερο ανταγωνισμό στις αερομεταφορές ζητεί ο ΣΕΤΕ

Ελεύθερο ανταγωνισμό στις αερομεταφορές ζητεί ο ΣΕΤΕ

9

ΤHN EΦΑΡΜΟΓΗ των κανόνων ελεύθερου ανταγωνισμού στις αερομεταφορές, χωρίς προστατευτισμό για καμία εταιρεία και με ίσες ευκαιρίες για όλες, αποτρέποντας πιθανές μονοπωλιακές καταστάσεις, με ό,τι αρνητικό μπορεί να συνεπάγεται αυτό για τον ελληνικό τουρισμό, ζητεί ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) από την κυβέρνηση.

Mε δεδομένο ότι η τουριστική οικονομία στη χώρα μας εξαρτάται σε καταλυτικό βαθμό από τις αερομεταφορές, καθώς το 80% περίπου του εισερχόμενου τουρισμού στη χώρα μας είναι αερομεταφερόμενο, ο ΣΕΤΕ θεωρεί ότι το θέμα του σχεδιασμού μιας πολιτικής αερομεταφορών πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα θέματα των επίγειων και των θαλάσσιων μεταφορών είναι λιγότερο σημαντικά.

Οπως τονίζεται σε πρόσφατο υπόμνημα των μελών του ΣΕΤΕ προς τον υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, Κωστή Χατζηδάκη, το οποίο υπογράφεται από τον πρόεδρο, Σταύρο Ανδρεάδη, και το γ.γ. Γιώργο Βερνίκο, σύμφωνα με έκθεση του World Economic Forum, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 24η θέση ανάμεσα σε 124 χώρες, όμως οι αεροπορικές υποδομές κατατάσσονται στην 37η θέση και οι διακρατικές αεροπορικές συμφωνίες βρίσκονται στην 50ή θέση.

Ειδικότερα, στο υπόμνημά του ο ΣΕΤΕ υποστηρίζει τα εξής: «Η προσέλκυση περισσότερων αεροπορικών εταιρειών που θα χρησιμοποιούν ελληνικά αεροδρόμια πρέπει να είναι ένα διαρκές ζητούμενο. Οι διαχρονικές πολιτικές προστασίας της Ολυμπιακής Αεροπορίας, που έχουν εφαρμοσθεί από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία 50 χρόνια, δεν έχουν επιτρέψει στη χώρα μας να μεγιστοποιήσει την αεροπορική της κίνηση.

Οι κακώς εννοούμενες αυτές πολιτικές προστατευτισμού έχουν βγάλει τη χώρα μας εντελώς έξω από τα δρομολόγια κάποιων εταιρειών, εμποδίζοντας / καταργώντας την αεροπορική σύνδεση της Ελλάδας με προορισμούς όπου δεν μπορεί να πετάξει η Ολυμπιακή (Αυστραλία, Καναδάς, Ιαπωνία, Κίνα, Β. Αφρική).

Το πρόβλημα της Ολυμπιακής φαίνεται να οδεύει προς επίλυση, όμως η Ολυμπιακή αποτελούσε και αποτελεί την έκφραση των προβλημάτων που δημιουργούσε η απουσία πολιτικής αερομεταφορών. Στο πλαίσιο αυτό, του ελεύθερου ανταγωνισμού, θεωρούμε», τονίζουν τα μέλη του ΣΕΤΕ, «αναγκαίο να δοθούν άμεσα όλες οι προβλεπόμενες ελευθερίες (air freedoms) προς όλους τους αερομεταφορείς, οι οποίοι επιθυμούν να πετάξουν προς, από και διαμέσου ελληνικών αεροδρομίων.

Το κόστος χρήσης

Το αεροδρόμιο της Αθήνας δεν έχει πετύχει στον επιθυμητό βαθμό να γίνει hub μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Η κύρια αιτία για αυτό φαίνεται να είναι το κόστος της χρήσης του. Ομως, το κόστος αυτό διαμορφώθηκε σημαντικά ακριβότερα, λόγω του περιορισμού της περιόδου εκμετάλλευσης του αεροδρομίου. Θεωρούμε ότι πρέπει να ξεκινήσει η επαναδιαπραγμάτευση της σύμβασης, με στόχο την επιμήκυνση της περιόδου εκμετάλλευσης και συνεπακόλουθα τη μείωση των τελών χρήσης του αεροδρομίου.

Ακόμα, η σύμβαση για το αεροδρόμιο των Σπάτων (Ν. 2338/95, άρθρο 3.2 περί Αποκλειστικότητας, ΦΕΚ 202Α, 14.09.95) απαγορεύει τη λειτουργία άλλου αεροδρομίου με τη συνδρομή του Δημοσίου σε ακτίνα 100 χλμ. από την πλατεία Συντάγματος. Αξίζει να διερευνηθεί πώς εννοείται η συνδρομή του Δημοσίου, διότι το αεροδρόμιο της Ελευσίνας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από ιδιώτες με προφανή οφέλη τόσο για τον τουρισμό όσο και για την οικονομία γενικά.

Εχουμε ήδη επισημάνει, από τις αρχές Οκτωβρίου 2006, ότι η απόφαση του υπουργείου Μεταφορών & Επικοινωνιών για την παράταση του μονοπωλίου της επίγειας εξυπηρέτησης, αφενός μεν παραβαίνει κάθε αρχή για την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς, αφετέρου δε επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Με την εξέλιξη αυτή, που συνεχίζει τον εθνικά ζημιογόνο προστατευτισμό της Ολυμπιακής, το τουριστικό προϊόν της Ελλάδας, αντί να γίνει τιμολογιακά ελκυστικότερο, άρα και συνολικά ανταγωνιστικότερο, παραμένει ακριβό», επισημαίνει ο ΣΕΤΕ στο υπόμνημά του.

Τα αεροδρόμια

«Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι στα 5 αεροδρόμια (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ηράκλειο, Ρόδος, Κέρκυρα), που υπάρχουν περισσότερες της μιας εταιρείες επίγειας εξυπηρέτησης, οι τιμές είναι σημαντικά (έως 25-30%) φθηνότερες από ό,τι στα υπόλοιπα αεροδρόμια, ενώ παράλληλα έχει επιτευχθεί σημαντική βελτίωση της ποιότητας. Με δεδομένο τον έντονο τιμολογιακό ανταγωνισμό μεταξύ των tour operators, κάθε αύξηση του κόστους του τουριστικού πακέτου λειτουργεί υπέρ των ανταγωνιστών μας. Ετσι, η ζημιά θα είναι πολύ μεγαλύτερη για την εθνική οικονομία, τόσο σε έσοδα όσο και σε θέσεις απασχόλησης κύρια στην περιφέρεια, αφού είναι σίγουρο ότι θα επηρεαστεί αρνητικά η ζήτηση για τον ελληνικό τουρισμό.

Στην προσπάθεια λοιπόν αύξησης της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού μέσω παροχής καλύτερων υπηρεσιών (ειδικά στα θέματα της επίγειας εξυπηρέτησης των αερομεταφορών), θεωρούμε αναγκαίο να επιτραπεί -έπειτα από διαγωνισμό- η δραστηριοποίηση δεύτερης εταιρείας επίγειας εξυπηρέτησης, τουλάχιστον στα αεροδρόμια με κίνηση μεγαλύτερη του 1 εκατ. επιβατών το χρόνο και στα κύρια διεθνή αεροδρόμια της χώρας (Κως, Χανιά, Ζάκυνθος, Σαντορίνη).

Τιμολογιακή πολιτική

Η τιμολογιακή πολιτική για τα τέλη προσγείωσης των ελληνικών αεροδρομίων είναι αναγκαίο να προσαρμοσθεί στις τάσεις της αγοράς. Η μέχρι πέρυσι πολιτική επέβαλε την ίδια τιμή, ανεξαρτήτως χρονικής περιόδου και έντασης της ζήτησης. Η απόφαση της προηγούμενης ηγεσίας του υπουργείου για μειωμένες τιμές κατά τη χειμερινή περίοδο δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς και, φυσικά, δεν είχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, που ήταν και είναι η αύξηση της ζήτησης. Θεωρούμε απαραίτητο οι τιμές να είναι μεταβαλλόμενες, λαμβάνοντας υπόψη:

α. Την εποχικότητα της ζήτησης για τον ελληνικό τουρισμό (θυμίζουμε ότι το 50% των αφίξεων πραγματοποιείται στο τρίμηνο Ιουλ. – Αυγ. – Σεπ.).

β. Την περιοδικότητα της ζήτησης π.χ. Παρασκευές και Δευτέρες παρατηρείται πολύ μεγαλύτερη ζήτηση από ότι τις υπόλοιπες μέρες.

γ. Το χρονικό σημείο του 24ώρου, διότι και εδώ υπάρχουν περίοδοι με έντονη ζήτηση και νεκρές περίοδοι.

Ουσιαστικά αυτό που χρειάζεται», καταλήγουν στο υπόμνημά τους τα μέλη του δ.σ. του ΣΕΤΕ, «είναι η εφαρμογή yield management στις χρεώσεις των αεροδρομίων. Μια τέτοια πολιτική, έγκαιρα γνωστοποιούμενη, όχι μόνο θα αποσυμφορήσει τα ελληνικά αεροδρόμια, αλλά και θα βελτιώσει την αποδοτικότητά τους, αυξάνοντας ταυτόχρονα την ποιότητα υπηρεσιών προς τους επιβάτες, που είναι και το σημαντικότερο».


Πηγή: Ναυτεμπορική