Αρχική Απόψεις Aρθρα Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας και η ιστορική αλήθεια

Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας και η ιστορική αλήθεια

7

 Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας και η ιστορική αλήθεια


Οποιος ελεύθερα συλλογάται
συλλογάται καλά.
ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ

Το Εθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί
εθνικό ό,τι είναι αληθινό.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Πριν από 170 χρόνια, το 1838, η κυβέρνηση του «ελέω Θεού» βασιλέα της Ελλάδος Οθωνα Βίτελσμπαχ όρισε την 25 Μάρτη ως ημέρα Εθνικής Γιορτής με το διάταγμα:
ΟΘΩΝ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Ελληνα διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ.
Εν Αθήναις τη 15η Μαρτίου 1838
ΟΘΩΝ
Ο επί των εκκλησιαστικών κτλ.
Γραμματεύς της Επικρατείας
Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ


Εως τότε, όμως, την έκδοση του διατάγματος αυτού, στις 15.3.1838, η Εθνική Γιορτή είχε καθιερωθεί να γιορτάζεται την Πρωτοχρονιά, σε ανάμνηση της 1ης Γενάρη, που η Α’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου την 1.1.1822 κήρυξε επίσημα και πανελλαδικά την Εθνική Ανεξαρτησία της Ελλάδος και σύνταξε το πρώτο δημοκρατικό πολίτευμα και το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα. Ο Οθωνας, όμως, για να κόψει κάθε δεσμό με την Α’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, που ψήφισε πολίτευμα δημοκρατικό, με την αντιδραστική αυλή του και το δεσποτικό καθεστώς του, κατάργησε την Πρωτοχρονιά ως ημέρα Εθνικής Γιορτής και με το διάταγμά του αυτό την μετέθεσε στις 25 Μάρτη. Ετσι, ταυτίζοντας την Εθνική Γιορτή με τη γιορτή του Ευαγγελισμού της «Υπεραγίας Θεοτόκου», όπως λέει ο Κορδάτος, «η Εθνική Γιορτή έχανε τον πολιτικό, επαναστατικό χαρακτήρα της και έπαιρνε θρησκευτική απόχρωση». Σε λίγες μέρες από την έκδοση αυτού του διατάγματος, γιορτάστηκε η Εθνική Γιορτή με μεγάλη επισημότητα στις 25 Μάρτη, για να γράψει την επομένη ημέρα, στις 26.3.1838, η εφημερίδα «Αθηνά»: «Και πόσην επισημότητα δεν ήθελε δόσει η εορτή αυτή εις την Ελλάδα, αν μαζί με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου επανηγυρίζετο και η καθίδρυσις του Συντάγματος, η στερέωσις της Ελευθερίας μας αυτής».
Η παραχάραξη του Εικοσιένα, με το οθωνικό διάταγμα

 


Η ημέρα της Εθνικής Γιορτής των Ελλήνων δεν επιβάλλεται αυθαίρετα με βασιλικό διάταγμα και βασιλική σφραγίδα του Βαυαρού μονάρχη Οθωνα Βίτελσμπαχ, τον οποίο οι προστάτιδες δυνάμεις, επέλεξαν με επίσημα μάλιστα πιστοποιητικά της πνευματικής του καθυστέρησης και τον ενθρόνισαν στην πλάτη του οξύνοα και αγωνιστή ελληνικού λαού, ως ελέω Θεού βασιλέα της Ελλάδος, με όλα τα δεινά της οθωνικής βαυαρικής τυραννίας, που υπέσκαψαν το μέλλον του νεοσύστατου τότε μικρού ελληνικού κράτους. Την ημέρα της Εθνικής Γιορτής την καθιερώνει το πρώτο κορυφαίο σωτήριο συνταρακτικό γεγονός, της απόφασης του ξεκινήματος, από ολόκληρο το λαό, του ένοπλου επαναστατικού αγώνα κατά του τυράννου για την κατάχτηση της λευτεριάς του. Και η Ελευθερία ενός σκλάβου λαού αρχίζει από τη στιγμή που ξεσηκώνεται και παίρνει τα όπλα για να συντρίψει με Επανάσταση τα δεσμά της σκλαβιάς του, με την αμετάκλητη και αταλάντευτη απόφασή του να πεθάνει για τη Λευτεριά του ή με αυτήν, κρατώντας στο ατσαλένιο ελεύθερο χέρι του το σπαθί της λευτεριάς, που με την κόψη του την τρομερή θα χτυπήσει αυτούς που τον αλυσοδένουν.
Στο οθωνικό όμως διάταγμα, οι συντάκτες του θεωρούν την 25η Μάρτη ως ημέρα έναρξης του αγώνα για την ανεξαρτησία του Ελληνικού Εθνους, χωρίς να μνημονεύουν σ’ αυτό, όπως ώφειλαν, την πρώτη κορυφαία επαναστατική πράξη, που θα έπρεπε να είχε συμβεί στις 25 Μάρτη, ώστε η ημέρα αυτή να θεωρηθεί ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης του Εικοσιένα. Μνημόνευση υποχρεωτική και αναγκαία, γιατί θα δικαιολογούσε τη μετάθεση της Εθνικής Γιορτής από 1 Γενάρη στις 25 Μάρτη και για την οποία μετάθεση πολλοί τότε διαμαρτυρήθηκαν. H μνημόνευση αυτή όμως σκόπιμα έχει παραλειφθεί στο διάταγμα αυτό, γιατί δεν υπάρχει ιστορική πηγή στην οποία να έχει καταγραφεί επαναστατική πράξη του ελληνικού λαού στις 25 Μάρτη.
Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας, που εμφανίζει τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης του 1821 στη μονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων στις 25 Μάρτη, περιστοιχισμένος από πρόκριτους της περιοχής, πάει να πάρει τη θέση της αληθινής ιστορίας. Ομως ο θρύλος αυτός, που προβάλλει τις δύο κοινωνικές ομάδες, αρχιερείς και πρόκριτους, ότι είχαν αυτές την πρωτοβουλία της Επανάστασης και τις περιβάλλει με την τιμή ότι μας ελευθέρωσαν, είναι ιστορικά ανεπιβεβαίωτες, ενώ υπάρχουν πολλά τεκμήρια που τον διαψεύδουν.
Στις 5 με 7 Οχτώβρη 1820, στα ρωσοτουρκικά σύνορα και σε ρωσικό έδαφος, στο Ισμαήλ της Νεσσαραβίας συνάχτηκαν απ’ όλη την Οθωμανική Επικράτεια Φιλικοί, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, ο Ξάνθος και ο Παπαφλέσσας, μέλη της Αρχής της Φ.Σ., τα ανώτερα στελέχη Περραιβός και Υπατρος, ο διοικητής του μικρού ρωσικού στολίσκου του Δούναβη Παπαδόπουλος Κορφινός και φίλοι της Εταιρείας.
Η σύσκεψη του Ισμαήλ αποτελεί μια από τις πιο κρίσιμες συσκέψεις για την πορεία του ελληνισμού, όπου σ’ αυτή θα εγκρίνονταν τα τελικά σχέδια για την Επανάσταση και θα αποφασίζονταν ο χρόνος του ξεκινήματός της. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε ο Υψηλάντης να κατεβεί στη Μάνη για ν’ αρχίσει από το Μοριά την Επανάσταση, γιατί η Μάνη ήταν μισοανεξάρτητη, οι Μανιάτες καλοί πολεμιστές και το ελληνικό στοιχείο πλειοψηφούσε, αλλά και γιατί η Πελοπόννησος ήταν στο νότιο μέρος της Ελλάδας. Και έγινε αποδεκτή η πρόταση του Παπαφλέσσα, η έναρξη της Επανάστασης να γίνει το γρηγορότερο. Γιατί, όπως υποστήριξε, κάθε αναβολή για το ξεκίνημα της Επανάστασης ήταν και επικίνδυνη και ασύμφορη. Επικίνδυνη γιατί ήταν αδύνατο η Πύλη να μη μάθαινε την αλήθεια, ότι προετοιμάζεται η Επανάσταση και ότι σε λίγο θα ξεσπούσε, οπότε με τα σκληρά μέτρα που θα έπαιρνε, θα την κατέπνιγε στο ξεκίνημά της. Και ασύμφορη, γιατί η Επανάσταση έπρεπε να ξεσπάσει όσο κράταγε ο Αλή Πασάς στον πόλεμο που του κήρυξε ο Σουλτάνος.
Επίσης αποφασίστηκε να γίνουν σύντομες ενέργειες για να εξασφαλιστεί η Επανάσταση των Σέρβων. Να φύγουν αμέσως αυτοί που εκλέχτηκαν να πάνε για τα νησιά και σ’ άλλα μέρη για το σηκωμό, εφοδιασμένοι με χρήματα, οδηγίες, προκηρύξεις του Υψηλάντη, συστατικά γράμματα.
Στην ιστορία έχει γραφεί ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, κήρυξε επίσημα την επανάσταση του ελληνικού γένους στο Ιάσιο (Γιάσι) της Ρουμανία, παλιά πρωτεύουσα της ηγεμονίας της Μολδαβίας. Και ακόμη ότι ο Φιλικός Παναγιώτης Καρατζάς στις 21 Μάρτη κάλεσε στα όπλα το λαό της Πάτρας, ο οποίος με αρχηγό τον Καρατζά την απελευθέρωσαν την άλλη μέρα. Αυτή είναι η πρώτη ένοπλη εξέγερση που έγινε στην Πάτρα και η πρώτη επαναστατική πράξη που έγινε στο Μοριά και σε όλη την Ελλάδα. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους δεν αναφέρεται στο διάταγμα αυτό και ο τόπος από τον οποίο ξεκίνησε η Επανάσταση ούτε και το πρόσωπο που την κήρυξε. Συνεπώς στο οθωνικό διάταγμα δεν τεκμηριώνεται η ιστορική αλήθεια της έναρξης της Επανάστασης στις 25 Μάρτη, όταν μάλιστα η ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας, σ’ όλους τους αιώνες της ιστοριογραφίας, είναι το αίτημα όλων των ερευνητών της ιστορικής ζωής, γιατί η ιστορία γράφει μόνο τα γεγονότα εκείνα των οποίων η αλήθεια έχει τεκμηριωθεί. Ετσι το οθωνικό διάταγμα, από το οποίο αφαιρέθηκε η ιστορική αλήθεια, είναι ένα κατασκευασμένο αφήγημα της αυθαιρεσίας και της αυταρχικότητας του Βαυαρού μονάρχη και της υποτακτικής του κυβέρνησης το οποίο παραχάραξε το Εικοσιένα. Το Εικοσιένα, που έγραψε ο ελληνικός λαός με ποτάμια αίματος και αλογάριαστες θυσίες, που ανέστησε το ελληνικό γένος και γκρέμισε τελικά κι αυτή την φοβερή αδίστακτη Ιερά Συμμαχία που βάλθηκε να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση γιατί έβλεπε σ’ αυτήν τον πυροδότη απελευθερωτικών κινημάτων στην Ευρώπη και αλλού.
Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας
Μην κατακρίνετε χωρίς να διαβάσετε, κι αφού
διαβάσετε σκεφθήτε. Αλλά μη σκεφθήτε με το
πνεύμα σας προκαταλημμένο. Η προκατάληψή σας,
θα βλάψη περισσότερο εσάς παρά εμένα.
ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ
Το οθωνικό διάταγμα, με το οποίο ορίστηκε αυθαίρετα η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του Εικοσιένα στις 25 Μάρτη, αργότερα, μετά από χρόνια, το συμπλήρωσαν τόσο η κληρική παράδοση, όσο και η λόγια παράδοση των προκρίτων και ολοκλήρωσαν έτσι την πλαστογράφιση του Εικοσιένα. Αυτές τοποθέτησαν την επανάσταση στη μονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων και επέλεξαν τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό να υψώνει τη σημαία της Επανάστασης στη μονή αυτή, στις 25 Μάρτη. Αυτό είναι ένα ιστορικό ψέμα, που έγινε θρύλος. Γιατί είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι η Επανάσταση άρχισε πριν τις 25 Μάρτη και ότι ο Π.Π. Γερμανός δε σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας στις 25 Μάρτη, γιατί την ημέρα αυτή δε βρισκόταν στην Αγία Λαύρα, αλλά στα Νεζερά (Αίγιο) της Αχαΐας, όπως ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του. Αλλά και τα τεκμήρια που υπάρχουν διαψεύδουν το θρύλο αυτό, καθώς και οι ιστορικοί της εποχής εκείνης Σ. Τρικούπης, Ι. Φιλήμων, G. Finlay στους οποίους θα αναφερθούμε παρακάτω.
Το πλάσιμο του θρύλου αυτού έχει την αφορμή του στο εορτασμό της Εθνικής Γιορτής στις 25 Μάρτη, που αυθαίρετα ορίστηκε από το οθωνικό διάταγμα στις 15.3.1838. Κατά τους ιστορικούς της εποχής εκείνης έχει την αφετηρία του στη μετάβαση των δύο Επισκόπων Παλιών Πατρών Γερμανού και Κερνίτσης Προκόπιου μαζί με τους προεστούς της Αχαΐας, από τα Καλάβρυτα στη Μονή της Αγίας Λαύρας στις 10.3.1821, που έγινε αποκλειστικά και μόνο για την ασφάλειά τους, να κρυφτούν για να μη συλληφθούν από τους Τούρκους. Ομως, ύστερα από 19 χρόνια, πρόκριτοι και αρχιερείς διαστρέβλωσαν τους πραγματικούς λόγους της μετάβασης αυτής και παραποίησαν την αλήθειά τους. Απέδοσαν την άφιξη του Γερμανού και των άλλων, στις 10.3.1821, στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, στην κήρυξη της Επανάστασης και έπλασαν το μύθο της ύψωσης της σημαίας της Επανάστασης στη μονή της Αγίας Λαύρας από τον Π.Π. Γερμανό στις 25 Μάρτη. Κίνητρο του μύθου αυτού ήταν να περιβληθούν αυτές οι κοινωνικές ομάδες, οι προεστοί και το ανώτερο ιερατείο, με την τιμή ότι αυτές είχαν αρχίσει τον Αγώνα και είχαν πρωτοστατήσει σ’ αυτόν, και να αρπάξουν έτσι τη δόξα από τους πραγματικούς αγωνιστές και δημιουργούς του Εικοσιένα και της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ενώ αυτές οι ομάδες ήταν απούσες από την Επανάσταση και αντέδρασαν έντονα και επικίνδυνα στην προετοιμασία της Επανάστασης και την κήρυξή της. Ετσι ολοκλήρωσαν την πλαστογράφηση της Επανάστασης του Εικοσιένα, καλύπτοντάς την, για πολιτική και κοινωνική σκοπιμότητα, με θρησκευτικό μανδύα. Ιερή η ημέρα 25 Μάρτη που ξεκίνησε η Επανάσταση, η εορτή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ιερός ο τόπος από τον οποίο ξεκίνησε, η μονή της Αγίας Λαύρας. Και ιερό το χέρι που ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, αυτό του επισκόπου Παλαιών Πατρών Γερμανού.
Διάδοση και χάλκευση του θρύλου
Ο θρύλος της μονής της Αγίας Λαύρας δεν πρέπει να είχε κυκλοφορήσει πριν από την έκδοση του οθωνικού διατάγματος στις 15.3.1838. Και αυτό γιατί οι αδίστακτοι συντάκτες του θα τολμούσαν να θεωρήσουν στο διάταγμά τους το θρύλο αυτό ως ιστορικό γεγονός, όπως τόλμησαν και πλαστογράφησαν την ημέρα έναρξης της Επανάστασης του Εικοσιένα.
Σύνταγμα, κατά την οθωνική τυραννία, δεν υπήρχε, που θα εγγυόταν τις ελευθερίες του ελληνικού λαού. Κι αυτοί, με την αλαζονεία της δύναμής τους, ήταν ασύδοτοι και κυνικοί στη λήψη των αυταρχικών αποφάσεών τους με έκδοση βασιλικών διαταγμάτων. Οι αγωνιστές του Εικοσιένα ήταν σε εξοντωτικό διωγμό. Ποιοι και σε ποιον να διαμαρτυρηθούν για το ανοσιούργημα της πλαστογράφησης του Εικοσιένα με την οθωνική τρομοκρατία;
To 1840 ο θρύλος αυτός κυκλοφόρησε, αλλά δεν είχε ελεγχθεί, κατά τον ιστορικό Ι. Φιλήμονα.
Η διάδοση του θρύλου αυτού βοηθήθηκε από τη ζωγραφική του Θ. Βρυζάκη (1814 – 1878) «Υψωσις της σημαίας της Επαναστάσεως εις την Αγίαν Λαύραν», που είναι φανταστική και φιλοτεχνήθηκε το 1851.
Ο θρύλος διαδόθηκε πλατιά ύστερα από το 1854.
Αυτοί που έχουν πολιτικοκοινωνικά συμφέροντα προωθούν το χαλκευμένο αυτό θρύλο και τον επιβάλλουν ως αλήθεια ιστορική, ως ιστορικό γεγονός, αν και γνωρίζουν την τεκμηριωμένη αναλήθειά του, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που διαθέτουν: Ζωγραφική, ποίηση, σχολική παιδεία, Τύπο, θρησκευτικές λειτουργίες, τηλεοπτικές παρουσιάσεις και συνεντεύξεις με αξιωματούχους της πολιτείας, εθνικές γιορτές και πανηγύρια.
Ακόμη και μερικοί ιστορικοί, που δε στάθηκαν στο ύψος του τίτλου του ιστορικού, που το αίτημά του είναι η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, με το χρέος να την αποκαλύψουν και να την προβάλουν, μπήκαν στο λούκι της οργανωμένης, με ευρύ δίκτυο, παραχάραξης του Εικοσιένα. Αυτοί αποσιώπησαν ή παραποίησαν τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές, που διαψεύδουν το θρύλο της Αγ. Λαύρας και τον παρουσίασαν σε σχολικά βιβλία, σε ιστορίες, εγκυκλοπαίδειες και άρθρα τους, ως αλήθεια ιστορική. Ενώ το χρέος τους προς την ιστορική αλήθεια, εάν ήταν άξιοι του τίτλου του ιστορικού, είναι να φέρουν στο φως τις ιστορικές πηγές, που διαψεύδουν τεκμηριωμένα το θρύλο αυτό και να πρωτοστατήσουν για την αποβολή του από την ιστορία. Προέχει η ιστορική αλήθεια και όχι τα συμφέροντα των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που διακινούν και συντηρούν το θρύλο αυτό, ούτε και αν θιγεί το κύρος της εκκλησίας με την αποβολή του θρύλου αυτού από την ιστορία. Γιατί, η ιστορική αλήθεια συμβάλλει στην καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης, της ορθής αντίληψης για την κοινωνική πραγματικότητα και της ορθής κρίσης για τα πολιτικά πράγματα που συμβαίνουν και εξελίσσονται γύρω μας και τα οποία βιώνουμε, ώστε η ορθότητα της κρίσης αυτών να διαμορφώνει σωστά τις πολιτικές μας και κοινωνικές μας πεποιθήσεις, για την ωφέλεια όλου του λαού και του έθνους.
Χειροπιαστό δείγμα της πλαστογράφησης του Αγώνα της Παλιγγενεσίας αποτελεί η βέβηλη παρέμβαση στο βιβλίο Β. Κρεμμυδά «Νεώτερη και Σύγχρονη Ιστορία, για την Γ’ Γυμνασίου» έκδοσης 1985, σελ. 186 – 187, όπου έχει προστεθεί, μέσα σε εισαγωγικά, η ακόλουθη παράγραφος: «Προηγουμένως, από τις 21 Μαρτίου, είχε αρχίσει η πολιορκία των Τούρκων στο φρούριο των Καλαβρύτων… το γεγονός αυτό συνδυάστηκε αργότερα με την Αγία Λαύρα και την ύψωση εκεί της σημαίας της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό». Η παράγραφος αυτή, που υπαινίσσεται το ανύπαρκτο γεγονός της Αγίας Λαύρας, δεν ανήκε στην αρχική μορφή της συγγραφής, στην επιστημονική αντίληψη του συγγραφέα.
Επίσης, ο ιστορικός Δ. Κόκκινος, στην «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Ι», σελ. 174 – 175, παραμορφώνει την αλήθεια του λόγου της διασκόρπισης των δύο επισκόπων και προεστών της Αχαΐας από την Αγία Λαύρα, με την ψευδή ιστορική αφήγηση της ακόλουθης σύνθεσης: «Απεφάσισαν να διασκορπιστούν και να κάνουν στρατολογίαν και να περιμένουν… η Επανάστασις είχε αποφασισθή». Την αφήγηση, όμως, αυτή την διαψεύδει ο ίδιος ο Π.Π. Γερμανός στα Απομνημονεύματά του, γράφοντας σ’ αυτά: «… αλλά ως πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη…». Τη διαψεύδει επίσης και ο Finlay. Ετσι αυτή η ιστορική αφήγηση του Κόκκινου, από την οποία έχει αφαιρεθεί η ιστορική αλήθεια, είναι διήγημα με λόγια κενά και χωρίς ουσία, όπως λέει ο ιστορικός Πολύβιος (204 – 122 π.Χ.). «Της αληθείας αναιρεθείσης το λειπόμενο ανωφελές γίνεται διήγημα», επιπλέον βλάπτει το λαό και το έθνος.
Ακόμη στο λούκι της παραχάραξης του Εικοσιένα μπήκαν και οι συγγραφείς της εγκυκλοπαίδειας «ΝΕΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ», έκδοσης 1972, με την παράθεση στον τόμο 3, σελ. 960, της αφήγησης: «Οταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821 βρισκόταν (ο Γερμανός) στη μονή της Αγ. Λαύρας, όπου ευλόγισε τους επαναστάτες (23 Μαρτίου) και, σα λάβαρο, ύψωσε το παραπέτασμα της ωραίας Πύλης του εκεί ναού. Στις 25 Μαρτίου ξαναγύρισε στην Αγ. Λαύρα κι ευλόγησε πάλι τους επαναστάτες οι οποίοι εξόρμησαν κατά των Τούρκων, που ήταν στα Καλάβρυτα. Η μέρα εκείνη θεωρείται σαν επίσημη επέτειος της ενάρξεως του Αγώνα». Το αφήγημα αυτό είναι ένας κακοφτιαγμένος και μπερδεμένος μύθος, με προσπάθεια συγκινησιακής περιβολής για την κάλυψη της αναλήθειας του γεγονότος της Αγ. Λαύρας. Και αποτελεί μύθο, γιατί τις μέρες αυτές ο Γερμανός δε βρισκόταν στην Αγ. Λαύρα, αλλά στα Νεζερά, όπως ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του. Αλλά και γιατί οι συγγραφείς του αφηγήματος αυτού δεν τεκμηριώνουν την ιστορική αλήθειά του με την παράθεση της επαναστατικής προκήρυξης που έπρεπε ο Γερμανός να συνοδεύει την επαναστατική του πράξη, την ύψωση της σημαίας της Εθνεγερσίας. Οι συγγραφείς όμως αυτοί ως προοδευτικοί καθηγητές Πανεπιστημίων, που αγωνίστηκαν και διώχτηκαν για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας, καθώς και του μονοτονικού συστήματος και ως αριστείς της ελληνικής επιστήμης, της διανόησης, της Παιδείας και της λογοτεχνίας, αποκτούν την εμπιστοσύνη του αναγνωστικού τους κοινού και εύκολα αποδέχεται το ανύπαρκτο γεγονός της Αγ. Λαύρας, χωρίς την έρευνα της αλήθειάς του από τις πηγές, και το συνηθίζει στην αποδοχή των καθιερωμένων, όπως λέει ο Θουκιδίδης: «Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα έτοιμα μάλλον τρέπεται». Ωφειλαν, όμως, ως εκπαιδευτικοί και πνευματικοί ταγοί με τόλμη να προβάλουν τις πηγές που διαψεύδουν το θρύλο αυτό και να αγωνιστούν να τον αποβάλουν από την ιστορία. Γιατί ο σεβασμός της ιστορικής αλήθειας είναι υποχρέωση επιστημονική, αφού ο λόγος ύπαρξης της επιστήμης είναι η αναζήτηση και η ανεύρεση της αλήθειας. Είναι ακόμη υποχρέωση εκπαιδευτική, κοινωνική και πολιτική.
Είναι εκπαιδευτική υποχρέωση η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας με τη βάσανο των πηγών, η προβολή της, η μετάδοσή της και η υπεράσπισή της. Γιατί ένα εκπαιδευτικό σύστημα δικαιώνεται ότι επιδιώκει την Αγωγή των πολιτών, μόνο όταν μεταδίδει μερικές αξίες, με θεμελιακή αξία του σεβασμού της αλήθειας σε όλους τους τομείς της επιστήμης και της ζωής, κοινωνικής και πολιτικής. Και η μετάδοση των αξιών αυτών αποτελεί τον κύριο σκοπό της εκπαιδευτικής προσπάθειας, με το να καλλιεργεί την κριτική σκέψη των νέων και το ερευνητικό πνεύμα τους, αναδεικνύοντας τη δύναμη της λογικής του ανθρώπου για την ανάπλαση της κοινωνίας, με την αμείλικτη κριτική όλων εκείνων που συνιστούν την πολιτική και κοινωνική οργάνωσή της. Να τους οδηγεί στην κοινωνικότητα, να αναπτύσσει τις ικανότητές τους και να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητά τους. Αυτές οι αξίες συγκροτούν τη νοοτροπία του ατόμου, τον τρόπο δηλαδή σκέψης του, που το προσανατολίζουν στη ζωή της εργασίας και της δράσης, με ελεύθερο φρόνημα, ικανό κάθε στιγμή να εκτιμάει τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου.
Η διαρκής αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας είναι κοινωνική και πολιτική υποχρέωση. Γιατί, η σωστή πληροφόρηση για γεγονότα που επηρέασαν τη ζωή μιας κοινωνίας (πότε, πού, πώς, από ποιες κοινωνικές ομάδες και με ποια κίνητρα διαπράχτηκαν τα γεγονότα αυτά) διαμορφώνει και σωστή κοινωνική συνείδηση και σωστή πολιτική κρίση, όταν βέβαια η πολιτική κρίση δεν επηρεάζεται από απώτερα συμφέροντα.
Οταν, όμως, κοινωνικοπολιτικές ομάδες διαπαιδαγωγούν το νέο άνθρωπο με ιστορικές ανακρίβειες, του διαμορφώνουν πλανημένη την αντίληψη και την κρίση του για όσα έχουν συμβεί και για όσα συμβαίνουν στην κοινωνία που τον περιβάλλει. Σκοπός της πλαστογράφησης και διαστρέβλωσης της ιστορικής αλήθειας, από τις ομάδες αυτές, είναι ο φενακισμός της συνείδησης του πολίτη, με την προβολή τους για (δήθεν) πράξεις τους εθνικής σημασίας και επωφελείς στο κοινωνικό σύνολο, αλλά και με τη συκοφάντηση των αντιπάλων τους. Γιατί ο πολίτης με φενακισμένη συνείδηση, δηλαδή ψευδή και πλανημένη, βλέπει με συμπάθεια, ευγνωμοσύνη και σεβασμό τις ομάδες αυτές, εξαπατημένος από τις δήθεν κοινωφελείς πράξεις τους και δείχνει απεριόριστη εμπιστοσύνη στη γνώμη τους, στα λεγόμενά τους και στις υποδείξεις τους, χωρίς την απαιτούμενη κριτική των πράξεών τους για τον έλεγχο της αλήθειάς τους. Αυτός ο σεβασμός όμως και η εμπιστοσύνη, ως ένα βαθμό, επηρεάζουν την πολιτική κρίση και τις πολιτικές αποφάσεις του πολίτη.
Οι κοινωνικοπολιτικές λοιπόν ομάδες, αρχιερείς, προεστοί, κοτσαμπάσηδες και οι διάδοχές τους, για να περιβληθούν με το φωτοστέφανο της δόξας, για την απελευθέρωση των σκλάβων Ελλήνων, από τον τουρκικό ζυγό, έπλασαν το θρύλο της Αγίας Λαύρας. Επειδή δεν υπήρχαν ιστορικές πηγές, που να τον επιβεβαιώνουν, έπλασαν αυτές οι ίδιες, ύστερα από πολλές δεκαετίες από το Εικοσιένα, δικές τους πλαστές πηγές. Μεθοδικά, οργανωμένα και επίμονα, και με το κύρος, την αίγλη, την επιρροή και τη δύναμη της εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας, επέβαλαν την καταγραφή του θρύλου της Αγίας Λαύρας, ως ιστορικού γεγονότος, σε σχολικά βιβλία ιστορίας, εγκυκλοπαίδειες, σε άρθρα στον Τύπο. Ετσι, οι κοινωνικοπολιτικές αυτές δυνάμεις πλαστογράφησαν την Επανάσταση του Εικοσιένα, στην οποία σύρθηκαν, όχι για την Ελευθερία, αλλά για την αρπαγή της εξουσίας από τους πραγματικούς δημιουργούς του Εικοσιένα και τη διαχείριση των οικονομικών του Αγώνα, αφού έχαναν, με την Επανάσταση, τη δοτή από τους Τούρκους εξουσία.
Διάψευση του θρύλου της Αγίας Λαύρας
Τίποτα πιο φανερό και πιο δυνατό από την Αλήθεια, όπως και τίποτα πιο αδύνατο από το ψέμμα όσο κι αν κρυφτεί μέσα στο τρίσβαθο σκοτάδι. Οποιος την Αλήθεια ζητάει, γυμνό βλέπει το πρόσωπό της, γιατί η Αλήθεια ούτε να κρύβεται αγαπά, ούτε κίνδυνο κανένα φοβάται, ούτε τρέμει στις επιβουλές.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
Η Επανάσταση του Εικοσιένα τεκμηριωμένα πρωτοξεκίνησε πριν από τις 25 Μάρτη. Δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές για την επιβεβαίωση του θρύλου της Αγ. Λαύρας, ενώ υπάρχουν ιστορικές πηγές, όπως αναφέραμε, που τεκμηριωμένα το διαψεύδουν.



Λ. Χ.
Επίτιμη σχολικός σύμβουλος