Αρχική Απόψεις Aρθρα Κώστας Παπλωματάς, εκπρόσωπος ΕΣΑΚ-ΔΕΕ στο ΔΣ ΔΟΕ: Νομοσχέδιο για ΚΕΣ–ΚΟΛΕΓΙΑ

Κώστας Παπλωματάς, εκπρόσωπος ΕΣΑΚ-ΔΕΕ στο ΔΣ ΔΟΕ: Νομοσχέδιο για ΚΕΣ–ΚΟΛΕΓΙΑ

9

 ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Εκπρόσωπος της ΕΣΑΚ-ΔΕΕ στο ΔΣ της ΔΟΕ
Συνεδρίαση ΔΣ ( 24/7/08) με θέμα ΄΄ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ¨  
     


ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΚΕΣ – ΚΟΛΕΓΙΑ


Πολλαπλές συνέπειες για το σύνολο των φοιτητών, αποφοίτων και εργαζομένων θα έχει το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας για τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών (ΕΕΣ ή ΚΕΣ) και τα κολέγια, που ανακοινώθηκε την περασμένη βδομάδα και παίρνει το δρόμο του για τη Βουλή.
Το νομοσχέδιο είναι προάγγελος της αναγνώρισης των ιδιωτικών ψευτοπανεπιστημιών που λειτουργούν στη χώρα μας, δηλαδή των κολεγίων που έχουν κάνει εμπορικές συμφωνίες και γενικότερα συνεργάζονται με ιδρύματα του εξωτερικού. Όπως ομολόγησε ο υπουργός Παιδείας, επιχειρεί τώρα μια «τακτοποίηση» του χώρου της μεταλυκειακής εκπαίδευσης, προκειμένου στη συνέχεια να ενσωματώσει στην ελληνική νομοθεσία την ευρωπαϊκή οδηγία 36/05, που θα αναγνωρίζει ίσους όρους πρόσβασης στο επάγγελμα για τους αποφοίτους των ΑΕΙ και των… κολεγίων.
Παράλληλα, με αυτό το νομοσχέδιο η κυβέρνηση εξασφαλίζει ακόμα μεγαλύτερη πελατεία στους σχολάρχες, στους εμπόρους της γνώσης, προσδίδοντας κύρος στα μαγαζιά τους. Αναγνωρίζει τα ΚΕΣ και τα κολέγια ως εκπαιδευτικές μονάδες, εντάσσοντάς τα στην ευθύνη του υπουργείου Παιδείας. Προσπαθεί να τα αναβαθμίσει στη συνείδηση του κόσμου, με τον ισχυρισμό ότι πλέον θα υπόκεινται σε έλεγχο.
Όμως οι υποσχέσεις περί ελέγχου δεν είναι παρά φληναφήματα. Οι κυβερνήσεις στον καπιταλισμό ούτε θέλουν, ούτε μπορούν να ελέγξουν στην ουσία τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Τα ΚΕΣ δε θα εντάσσονται στο εκπαιδευτικό σύστημα (χαρακτηρίζονται «άτυπη εκπαίδευση») κι έτσι δεν μπορεί να γίνει κανένας έλεγχος από εκπαιδευτική σκοπιά, στο επίπεδο και το περιεχόμενο των σπουδών που παρέχουν. Όσο για τα κολέγια που θα συνάπτουν συμφωνίες με ιδρύματα του εξωτερικού, με βάση την ευρωπαϊκή νομοθεσία που επικαλείται η κυβέρνηση, ο μόνος αρμόδιος να τα ελέγξει και να θέσει όρους, είναι το ίδρυμα του εξωτερικού. Το υπουργείο Παιδείας θα αρκείται σε ένα τυπικό έλεγχο, του αν τηρούνται οι όροι της συμφωνίας κι όχι αν είναι οι σπουδές πραγματικά ανώτατου επιπέδου… που δεν πρόκειται να είναι!
Η ευρωπαϊκή τάση που ακολουθεί πιστά η κυβέρνηση και υιοθετεί στις θέσεις του και το ΠΑΣΟΚ, είναι υπέρ της κατάρτισης, σε βάρος της πιο στέρεης και ολοκληρωμένης γνώσης. Ενίσχυση των σπουδών κατάρτισης, σημαίνει υποστήριξη και δημιουργία δομών κι εκπαιδευτηρίων που θα προσφέρουν πρόσκαιρες σκόρπιες γνώσεις, οι οποίες θα υπακούουν στις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς. Αυτή η τάση εξαπλώνεται σε όλα τα επίπεδα και τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος.
Οι απόφοιτοι αυτών των δομών είναι πολύ πιο εύκολα εκμεταλλεύσιμοι από το κεφάλαιο, όντας μισομορφωμένοι, με χαμηλότερες απαιτήσεις, με μια ψευτοειδίκευση που έχει ημερομηνία λήξης… και η πληθώρα τέτοιων αποφοίτων κατεβάζει συνολικά προς τα κάτω τα εργασιακά δικαιώματα όλων των εργαζομένων.
Σαφώς το κεφάλαιο χρειάζεται για την παραγωγή και υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, επιστήμονες. Η πληθώρα των αποφοίτων όμως από σχολές κατάρτισης, βοηθά τους εργοδότες να εκβιάζουν το επιστημονικό δυναμικό να μπαίνει στην παραγωγή με πολύ χειρότερους όρους και απαιτήσεις. Γι’ αυτό και είναι αυταπάτη να θεωρείται ότι μπορούν να διασφαλιστούν τα εργασιακά δικαιώματα και η αξία των πτυχίων κάποιων ανώτατων σχολών με επιμέρους ρυθμίσεις (π.χ. ισοτιμία των πτυχίων των Πολυτεχνείων με μάστερ κ.ο.κ).
Βέβαια, σε τίποτα δεν ευθύνονται τα ίδια τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων, που βρίσκουν κλειστές τις πόρτες της ανώτατης εκπαίδευσης και ως μοναδική λύση ανάγκης έχουν να οδηγούνται στα ΚΕΣ και τα κολέγια, ιδροκοπώντας να ανταποκριθούν στα υπέρογκα δίδακτρα των εμπόρων της γνώσης. Ισα ίσα που οι σπουδαστές και οι απόφοιτοι αυτών των σχολών έχουν υποστεί και θα υποστούν στο μέγιστο βαθμό την εκμετάλλευση σ’ αυτό το απάνθρωπο σύστημα και στους χώρους της εκπαίδευσης και στους χώρους της εργασίας. Γι’ αυτό και έχουν ακόμα μεγαλύτερο συμφέρον να παλέψουν ενάντια σ’ αυτές τις εξελίξεις.
Αυτή η πίεση υπέρ της κατάρτισης και των δεξιοτήτων, μεταφέρεται και προς τα ιδρύματα που είναι ενταγμένα στο εκπαιδευτικό σύστημα, τα πανεπιστήμια κι ακόμα περισσότερο τα ΤΕΙ. Μόνιμη επωδός της κυβέρνησης, είναι ότι τα ΑΕΙ πρέπει να «διαβάζουν» τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της αγοράς σε εργατικό δυναμικό και να προσαρμόζονται αναλόγως. Μάλιστα ο βαθμός απορρόφησης των αποφοίτων τους στην αγορά είναι ένα από τα κριτήρια της ψευδεπίγραφης «αξιολόγησης» των ΑΕΙ (άλλη μια απόδειξη ότι η «αξιολόγηση», ελέγχει και πιέζει για την υποταγή των ιδρυμάτων στην αγορά). Επομένως, και τα ΑΕΙ θα πιεστούν όλο και περισσότερο να υποβαθμίζουν τις σπουδές τους στα επίπεδα της κατάρτισης, να βγάζουν πιο εύκολα εκμεταλλεύσιμους αποφοίτους.
Ας σκεφτούμε λίγο: Ένα πανεπιστήμιο (ή παρεμφερές εκπαιδευτικό ίδρυμα) του εξωτερικού γιατί θα έκανε συνεργασία με ένα ιδιωτικό ελληνικό κολέγιο; Είναι η διάθεση για προσφορά, τα υψηλά ιδανικά για παροχή γνώσης, που οδηγούν τα ιδρύματα να απλώνουν τα πλοκάμια εκτός των συνόρων της χώρας τους; Όχι, βέβαια! Είναι η ανάγκη εξοικονόμησης πόρων, που σπρώχνει τα ιδρύματα να κλείνουν τέτοιου είδους εμπορικές συμφωνίες.
Εξάλλου, πρόσφατα, με το νομοσχέδιο για τα μεταπτυχιακά, το υπουργείο Παιδείας έδωσε και στα ελληνικά ΑΕΙ αυτή τη δυνατότητα, να οργανώνουν μεταπτυχιακά προγράμματα στο εξωτερικό, μόνα τους ή σε συνεργασία με εκπαιδευτήρια του εξωτερικού, με το σκεπτικό ακριβώς, ότι αυτή η δραστηριότητα θα τους δώσει τη δυνατότητα εξοικονόμησης πρόσθετων πόρων.
Όταν όμως ο σκοπός είναι οι πόροι και το κέρδος, τότε και οι όροι της εκπαιδευτικής διαδικασίας υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό. Είναι πιο κερδοφόρες οι σπουδές κατάρτισης, που δεν απαιτούν ακριβές υποδομές και που δεν απαιτούν μεγάλο κόπο για τους σπουδαστές κι έτσι επιλέγονται πιο εύκολα από τους σπουδαστές, απευθύνονται στο κομμάτι εκείνο των νέων που το εκπαιδευτικό σύστημα τους έχει πείσει από τα πρώτα τους χρόνια στα θρανία ότι… «δεν παίρνουν τα γράμματα», ακριβώς για να καλύψει την πολιτική επιλογή που λέει ότι «δε χρειάζεται όλοι να είναι μορφωμένοι».
Τα ιδρύματα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους εμπορικές συμφωνίες δεν είναι τα «πρωτοκλασάτα» ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Εκείνα, έχουν ανάγκη να διατηρούν σε υψηλό επίπεδο τις σπουδές τους, προκειμένου να κάνουν και υψηλού επιπέδου έρευνα (που τους εξασφαλίζει αντίστοιχα μεγάλους πόρους από τις πολυεθνικές) και να προσελκύουν φοιτητές – πελάτες από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, για να βγάζουν αντίστοιχα την ελίτ των επιστημόνων (και του πολιτικού προσωπικού, από τις κοινωνικές επιστήμες) που έχει ανάγκη ο καπιταλισμός. Συμφωνίες δικαιόχρησης με ελληνικά κολέγια κάνουν ιδρύματα του εξωτερικού δεύτερης και τρίτης στάθμης, που δε διακινδυνεύουν το «όνομα» και το κύρος τους προσφέροντας χαμηλού επιπέδου σπουδές κατάρτισης σε σχολές με ανεπαρκέστατες υποδομές.
Παρά τους ισχυρισμούς του υπουργείου Παιδείας, ότι ο χώρος των κολεγίων και η ανώτατη εκπαίδευση είναι απολύτως ξεχωριστοί και δε συναντιούνται πουθενά, γίνεται φανερό από όλα τα παραπάνω ότι οι συνέπειες του νομοσχεδίου θα είναι σοβαρές και αρνητικές και για τα πανεπιστήμια και ΤΕΙ, αλλά και για το σύνολο των αποφοίτων.
Η μόνη λύση για να έμπαινε πραγματικά τάξη στο λεγόμενο χώρο της μεταλυκειακής εκπαίδευσης και να εξασφαλιζόταν το δικαίωμα όλων των παιδιών σε σπουδές υψηλού επιπέδου, θα ήταν η κατάργηση όλων αυτών των εμπορικών μαγαζιών της εκπαίδευσης (ΚΕΣ, κολέγια, ΙΕΚ κλπ.) και η δημιουργία ενός συστήματος αποκλειστικά δημόσιων και δωρεάν Επαγγελματικών Σχολών για τις ειδικότητες εκείνες που δεν απαιτούν επιστημονική, πανεπιστημιακή εκπαίδευση. ‘Ετσι θα υπήρχε διέξοδος σπουδών με αντίκρισμα, για τα παιδιά εκείνα που δε θα πήγαιναν στην ανώτατη εκπαίδευση και δε θα υπήρχε χώρος για εμπόριο ψεύτικων ελπίδων.
Αυτή η πρόταση δεν έχει καμιά σχέση με την υποκριτική στάση του ΣΥΝ, που έφτασε στο σημείο να μιλά σήμερα για κλείσιμο των κολεγίων που συνεργάζονται με ξένα πανεπιστήμια. Σημειώνουμε ότι δεν τολμούν να ζητήσουν το κλείσιμο όλων αυτών των σχολών ψευτοκατάρτισης, αλλά μόνο όσων συνεργάζονται με πανεπιστήμια. Και πώς να το κάνουν άλλωστε, αφού η πρότασή τους για την Παιδεία, μιλά για «ελεύθερη πρόσβαση» στην ανώτατη εκπαίδευση, δηλαδή να μπαίνουν όλοι στα ΑΕΙ και να κρίνεται μετά το πρώτο έτος ποιοι θα συνεχίσουν στην ανώτατη εκπαίδευση και ποιοι όχι. Αυτοί που δε θα συνεχίζουν είναι προφανές ότι θα «πετιούνται» στα υπάρχοντα μαγαζιά που πουλούν κατάρτιση.
Και, βέβαια, η υποκρισία του εν λόγω κόμματος είναι ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτούμε ότι τα δικά του στελέχη ήταν πρωταγωνιστές στο Ευρωκοινοβούλιο υπέρ των ρυθμίσεων που προωθεί σήμερα η κυβέρνηση, ζητώντας με αλλεπάλληλες ερωτήσεις την ενσωμάτωση των ευρω-οδηγιών για τα ΚΕΣ και ψηφίζοντας εκθέσεις υπέρ των «ιδιωτικών πανεπιστημίων».