Αρχική Απόψεις Aρθρα Γιάννης Μακριδάκης: Ένας καουμπόης από τη Χίο, ΤΟΥ Μ. ΜΟΔΙΝΟΥ

Γιάννης Μακριδάκης: Ένας καουμπόης από τη Χίο, ΤΟΥ Μ. ΜΟΔΙΝΟΥ

54

 Ένας καουμπόης από τη Χίο 
Γράφει ο Μιχάλης Μοδινός,

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΤΑ ΝΕΑ

 



 

 ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΦΥΓΟΔΙΚΟΥ, ΣΤΗ ΧΙΟ, ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ
ΠΟΛΕΜΟΥ, Ο ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΟΥ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΕΚΠΛΗΞΗ. ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΝΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΡΟΦΟΔΟΤΗΣΟΥΝ ΜΙΑ
ΠΟΛΥΠΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΘΑΙΡΕΙ ΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ



Έναν σχεδόν αιώνα μετά τη διάπραξη του εγκλήματός του, ο Γιώργος Πέτικας αναβιώνει διά χειρός Γιάννη Μακριδάκη. Το βιβλίο συνιστά ταυτοχρόνως την ιστορία του θρυλικού φυγόδικου και την ιστορία μιας έρευνας. Ο συγγραφέας (γεν. 1971) είναι ιδρυτής του Κέντρου Χιακών Μελετών που ασχολείται με την έρευνα στοιχείων της ιστορίας του νησιού και έχει ήδη εκδώσει σχετικές μελέτες. Επίσης διευθύνει το αξιόλογο τριμηνιαίο περιοδικό Πελινναίο (τίτλος που παραπέμπει σε όρος του βόρειου μέρους του νησιού) και τις ομώνυμες εκδόσεις. Εδώ βρίσκεται και ένα κλειδί για την κατανόηση του έργου του: ο σεβασμός στη γεωγραφία. Άλλωστε στο Πελινναίο εκτυλίσσεται και το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του πρώτου αυτού μυθιστορήματός του.

Στα σφαγεία
Η ιστορία τοποθετείται στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γιώργος Πέτικας έχει επιστρέψει για δεύτερη φορά από την Αμερική όπου είχε πάει μετανάστης για να δουλέψει στα σφαγεία. Η Χίος έχει πλέον ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος και έχει αποκοπεί από τα μικρασιατικά παράλια, γεγονός με σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου που έχουν έτσι απολέσει τη «φυσική» τους ενδοχώρα. Ενώ η τοπική κοινωνία προσπαθεί να ισορροπήσει στα νέα δεδομένα, έχουμε και το πρώτο μεγάλο κύμα προσφύγων από την απέναντι ακτή. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, κι ενώ όλοι προσδοκούν ότι ο Πέτικας θα ξαναμπαρκάρει για τα ξένα, εκείνος αποφασίζει να μείνει διεκδικώντας τον εφηβικό του έρωτα. Η κοπέλα ανταποκρίνεται θετικά. Ο ήρωάς μας, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, ανοίγει χασάπικο στο λιμά
Γιάννης Μακριδάκης
ΑΝΑΜΙΣΗΣ ΝΤΕΝΕΚΕΣ
ΕΚΔ. ΕΣΤΙΑ, 2008, ΣΕΛ. 348, ΤΙΜΗ: 12 ΕΥΡΩ
νι των Καρδαμύλων, επανενσωματώνεται στην κοινωνία του, περιδιαβαίνει τα χωριά της περιοχής αναζητώντας σφάγια, ώσπου αποκαλύπτεται ότι ο πατέρας της αγαπημένης του είχε δώσει λόγο στον καλύτερό του φίλο. Μη μπορώντας ν΄ απαρνηθούν το πάθος τους για την κοπέλα, οι δύο άνδρες θα «μονομαχήσουν» και ο Πέτικας θα σκοτώσει τον παιδικό του φίλο.


Από ΄κεί και πέρα αρχίζει η αγωνιώδης καταδίωξή του στα βουνά της Βόρειας Χίου. Ο Πέτικας θα ζήσει επί χρόνια ως φυγάς, η χωροφυλακή θα αναγάγει σε ζήτημα τιμής τη σύλληψή του, οι χωρικοί θα στηρίξουν και θα αποκρύψουν τον διωκόμενο, η οικογένεια του Πέτικα θα διωχθεί, θα ξεκληριστεί ή αυτοεξοριστεί στη Σύρο. Σε μία από τις πολλές συγκρούσεις, ο ήρωας θα δολοφονήσει έναν χωροφύλακα. Ο κλοιός γύρω του σφίγγει διαρκώς. Η πείνα, η μοναξιά, και οι ενοχές θα κυριαρχήσουν, μέχρι την τελική λύση του δράματος, που μόνο τελική δεν είναι.


Ο φυγάς
Διότι ο ήρωας της παράλληλης αφήγησης, που δεν είναι παρά ο ερευνητής- συγγραφέας, θα ανακαλύψει εν τέλει τα ίχνη του θρυλικού φυγάδα μέσω του γιου του. Έτσι ο λαϊκός θρύλος μετατρέπεται σε ιστορία. Πράγματι, ο Πέτικας, μετά την αυτόβουλη παράδοσή του μεσούντος του πολέμου, θα καταφέρει να αποδράσει ντροπιάζοντας για άλλη μια φορά το ελληνικό κράτος, για να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα στήσει επιχειρήσεις και οικογένεια, μέχρι να προδοθεί. Όμως ο θρύλος του θα επιζήσει μέχρι σήμερα. Η μνήμη του θα στοιχειώσει τις μέρες των τελευταίων υπέργηρων κατοίκων της απογυμνωμένης ελληνικής περιφέρειας ως παράδειγμα ήθους, θάρρους και αισθήματος κοινωνικής δικαιοσύνης ώσπου ο αφηγητής, σε μια παράλληλη σπειροειδή πορεία με τον ήρωα, θα βαδίσει πέτρα πέτρα στους δρόμους του βουνού, θα ανακαλύψει την κρυψώνα του- τον Ανάμισυ Ντενεκέ -, θα αποτυπώσει τις δραματικές αλλαγές στο χιώτικο τοπίο, θα διαλεγεί με τη φύση, θα ανακαλύψει «τον ανθρώπινο μόχθο, τότε που τα βουνά ήταν γεμάτα κόσμο».


Με μια εξαίρετη τεχνική παράλληλων αφηγήσεων που συχνά εσωκλείονται η μία στην άλλη σαν ρώσικη μπαμπούσκα, ο Μακριδάκης αναζητεί την αλήθεια, διερωτάται για την πραγματική της φύση και μέσω των αφηγήσεων των γερόντων (του χορού;)


θέτει ζητήματα που άπτονται της ηθικής και των πεποιθήσεων της εποχής (λ.χ. συλλογική απόκρυψη του ονόματος της κοπέλας- πέτρας του σκανδάλου, δυσπιστία απέναντι στο κεντρικό κράτος, αδυναμία κατανόησης των εθνικών οραμάτων, αίσθημα κοινοτισμού και αλληλοβοήθειας).



Ντοπιολαλιές χωρίς γραφικότητες
Σε άλλα χέρια, η ιστορία του Γιώργη Πέτικα θα μπορούσε να έχει γεννήσει ένα δακρύβρεχτο αγροτικό δράμα.


Όμως ο Γιάννης Μακριδάκης χειρίζεται το υλικό του με σεβασμό απέναντι στο παρελθόν, επίμονη ανάλυση των φυσικών συντεταγμένων, διαρκείς παραπομπές στο ευρύτερο κοινωνικό – ιστορικό πλαίσιο της εποχής, παραπέμποντας διακριτικά στον μαγικό ρεαλισμό του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Παρά το ότι χρησιμοποιεί περιθωριοποιημένες πλέον ντοπιολαλιές, παρακάμπτει τους κινδύνους της γραφικότητας μέσω της βαθιάς του γνώσης της ζωής στα χιώτικα χωριά: το ψάρεμα, οι φυσικοί κύκλοι, η παρασκευή της σούμας, η νομαδική κτηνοτροφία ή η λειτουργία των υδρόμυλων έχουν πλήρως αφομοιωθεί από τον συγγραφέα και δικαιολογούν τη χρήση ενός πλουσιότατου, «παρωχημένου» λεξιλογίου, που αίφνης ξαναζωντανεύει με λειτουργικό τρόπο. Οι ρομαντικές πινελιές μιας φύσης σε εγρήγορση δυναμώνουν την αφήγηση, χωρίς να επιζητούν σώνει και καλά την ανάδυση μιας νοσταλγικής, μελαγχολικής και εν τέλει αδιέξοδης στάσης από τον αναγνώστη, όπως πολλά νεοελληνικά αφηγήματα με παρόμοια θεματική (πάντως, ένα μικρό γλωσσάρι θα βοηθούσε).


ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ
 Ο Ανάμισης Τενεκές, χωρίς να επιδιώκει να γίνει κάτι που δεν είναι, καταφέρνει να εξαγνίσει το παρελθόν όσο ακριβώς του αξίζει. Μοιάζει να μας λέει ότι η ιστορία δεν είναι παράθεση καταστροφών και δυστυχίας, ότι πάντως, ακόμη κι έτσι να μην έχουν τα πράγματα, καλό είναι να πιστεύουμε ότι μπορούμε ν΄ αντλήσουμε απ΄ αυτό καθαρτήρια διδάγματα. Έτσι όμως εξαγνίζονται και οι ίδιοι οι τόποι. Η Χίος ανατάσσεται υπεράνω της αναπτυξιακής βαρβαρότητας των ημερών μας. Ιστορία και οικο-γεωγραφία δίνουν το χέρι στο πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Μακριδάκη, αν μη τι άλλο για να κατανοήσουμε πως «Όσο περνά η ζωή καφετίζουμε τη φύση… την κάνουμε ένα με τη γη. Ίσως αυτή να ΄ναι η μοίρα τελικά. Να γίνουν όλα χώμα κάποτε. Χώμα και θάλασσα» (σελ. 324).