Αρχική Απόψεις Aρθρα Τρία άρθρα για τις πρώτες ύλες….τα δίκτυα.. τις χρήσεις…τις συνέπειες… και το...

Τρία άρθρα για τις πρώτες ύλες….τα δίκτυα.. τις χρήσεις…τις συνέπειες… και το εμπόριο (με εισαγωγικό από το Δημήτρη Τσούχλη)

44

Μετά την νοσταλγία για την “χαμένη” άγρια φύση, τρία άρθρα για τις πρώτες ύλες….τα δίκτυα.. τις χρήσεις…τις συνέπειες… και το εμπόριο.
Αφορμή μου έδωσε ο Πάπας για την νηστεία από τα SMS και την αναφορά του στα ματωμένα μέταλλα και ειδικότερα στο κολτάνιο που χρησιμοποιείται στα κινητά .
 
φιλικά
δημήτρης


«Τα διαμάντια μας ανταλλάσσονται με όπλα που έρχονται από την πίσω πόρτα. Ζητώ από όσους πωλούν όπλα στα αδέρφια μας για να μας καταστρέψουν, να σταματήσουν».
Αρχηγός Μοχάμεντ Κορομά, Μποαγίμπου, Σιέρα Λεόνε, 2001


Διαμάντια στη Σιέρα Λεόνε, πετρέλαιο στην Αγκόλα, χαλκός στην Παπούα Νέα Γουϊνέα, χρυσός, κολτάνιο (είδος μεταλλεύματος) και διαμάντια στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ξυλεία στη Λιβερία… η μάχη για τον έλεγχο αυτών και άλλων φυσικών πόρων οδηγεί σε φοβερές φρικαλεότητες σε πολλές ένοπλες συρράξεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Αντί να παρέχουν τον πλούτο που τόσο χρειάζονται οι οικονομίες αυτών των κρατών, οι πόροι αυτοί γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και ανταλλάσσονται με όπλα που υποδαυλίζουν πολέμους και καταστρέφουν χιλιάδες ζωές. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη Ρουάντα. Πριν από τη γενοκτονία του 1994, η κυβέρνηση που ευθυνόταν για το σχεδιασμό της γενοκτονίας, υποθήκευσε τις φυτείες τσαγιού για να αγοράσει όπλα από την Αίγυπτο. Στη συνέχεια, μετά τη γενοκτονία, τα Ηνωμένα Έθνη ανέφεραν ότι η νέα κυβέρνηση της Ρουάντα χρησιμοποίησε τις ένοπλες δυνάμεις της για να εκμεταλλευτεί το κολτάνιο και τα διαμάντια από τη γειτονική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Ομοίως στη Λιβερία, ο ΟΗΕ έχει αναφερθεί στο ρόλο των εξαγωγών ξυλείας για τη χρηματοδότηση ενός πολέμου στο πλαίσιο του οποίου οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπήρξαν πολυάριθμες και από τις δύο πλευρές.
Αν οι κυβερνήσεις παίρνουν στα σοβαρά την προστασία της ζωής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρέπει να σταματήσουν την παράνομη ανταλλαγή φυσικών πόρων με όπλα που προορίζονται για τη διάπραξη φρικαλεοτήτων
Η κατάρα του ορυκτού πλούτου. Εμφύλιος και διεθνείς παρεμβάσεις



Η τρίτη λεηλασία του Κονγκό


Της ειδικής απεσταλμένης μας COLETTE BRAECKMAN*



Στις 30 Ιουλίου διεξάγονται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), πρώτη φορά από το 1960, εθνικές εκλογές, σημαατοδοτώντας την επάνοδο της ειρήνης έπειτα από έναν πόλεμο -εμφύλιο και τοπικό- με απολογισμό τρία εκατομμύρια νεκρούς από το 1997 έως το 2003.


Από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας εξαρτάται η δυνατότητα ενδυνάμωσης ενός κράτους αφαιμαγμένου, του οποίου οι ορυκτοί πόροι αποτελούν αντικείμενο διεθνούς λεηλασίας. Ο πλούτος αυτός μπορεί επίσης να εξηγήσει την επιθυμία της Ευρωπαϊκής Ενωσης να αποστείλει σώμα παρατηρητών για την επιτήρηση των εκλογών.


Ισχνοί, με το πρόσωπο κάτασπρο από τη σκόνη, οι μεταλλωρύχοι τραγουδούν με δυνατή φωνή:


«Τούτη η γη είναι η γη των προγόνων μας, ο χαλκός της ανήκει σε μας». Κραυγάζοντας, άνδρες και παιδιά περικυκλώνουν τις αντιπροσωπείες που διαδέχονται η μία την άλλη στις εγκαταστάσεις του ορυχείου του Ρουάσι, κοντά στο Λουμπουμπάσι, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ).


Οι κύριοι Μουάμπε Κατάκι, Ρεμί Ιλούνγκα και Πιέρ Καλουμέ, που άλλοτε εργάζονταν ως υπάλληλοι της ισχυρής Gecamines (1) και τώρα έχουν μετατραπεί σε σκαφτιάδες, διαβεβαιώνουν, εν ονόματι των συντρόφων τους, ότι κανείς δεν θα τους διώξει. Είναι διατεθειμένοι να φράξουν τον δρόμο στις μεγάλες εταιρείες, οι οποίες, μετά τα χρόνια του πολέμου, επιστρέφουν στην Κατάνγκα (ή Σάμπα) χάρη στις ιδιωτικοποιήσεις που προωθήθηκαν από την κυβέρνηση του Ζοζέφ Καμπίλα.


Επίσης, στο Κιβού, παλιοί εργάτες της Καμιτούνγκα προειδοποιούν με απειλές την καναδική εταιρεία Banro να μην αναλάβει εκ νέου την παραγωγή και ταραχές εντείνουν την κατάσταση στο ορυχείο του Κίλο Μότο, στο Ιτούρι.


Πράγματι, οι μεγάλες εταιρείες δεν θα προσλάβουν παρά μικρό αριθμό εργατών με τα κατάλληλα προσόντα και οι νέοι όροι των επενδύσεων τις αποδεσμεύουν από οποιαδήποτε κοινωνική υποχρέωση. Το δε επίσημο κράτος, σίγουρα δεν θα έχει τα μέσα για να καταρτίσει σε άλλον τομέα τους εργάτες που απομένουν.


Εν αναμονή της άφιξης της Ruashi Mining, μιας νοτιοαφρικανικής εταιρείας, στις εγκαταστάσεις του Ρουάσι, στη φρουρούμενη και κλειστή με συρματόπλεγμα ζώνη, το υπαίθριο ορυχείο θυμίζει σεληνιακό τοπίο, κοσκινισμένο από τρύπες και κρατήρες. Οπλισμένοι μόνο με τη σκαπάνη τους, οι άνδρες έχουν σκάψει στοές μέσα στις οποίες αλωνίζουν πιτσιρίκια – άλλα σκάβουν, άλλα διαχωρίζουν το μετάλλευμα και το παραχώνουν μέσα σε σάκους. Λίγο πιο μακριά, ημι-ρυμουλκά με φορτία ακατέργαστης ύλης ετοιμάζονται να ξεκινήσουν για τα σύνορα με τη Ζάμπια.


Ενα μέρος του ετερογενίτη, μεικτού μεταλλεύματος από χαλκό και κοβάλτιο, υποβάλλεται σε επεξεργασία επιτόπου, από μικρές εταιρείες που χρησιμοποιούν κλιβάνους παλαιάς τεχνολογίας. Επειτα από μία πρώτη κάθαρση του μετάλλου, το κοβάλτιο και ο χαλκός θα κατέβουν, πάντα μέσω φορτηγών, προς τη νότια Αφρική ή προς το λιμάνι του Νταρ Ες Σαλάαμ (Τανζανία), όπου περιμένουν κινεζικά φορτηγά πλοία…


 
Ο δήμαρχος του Λουμουμπάσι, Φλομπέρ Καζέμπα, σημειώνει ότι, αντιθέτως με όσα συμβαίνουν στην πρωτεύουσα Κινσάσα, εδώ δεν υπάρχουν επαίτες ή παιδιά στο δρόμο. Ολος ο κόσμος εργάζεται… Αναμφίβολα, αλλά σε τι συνθήκες! Οι περισσότεροι από τους 70.000 σκαφτιάδες της Κατάνγκα δεν κερδίζουν ούτε ένα δολάριο τη μέρα… Οι μεταλλωρύχοι έχουν συσπειρωθεί σε έναν συνεταιρισμό, τον ΜΕΧΚ (Μεταλλευτική Επιχείρηση των Χειρωνάκτων της Κατάνγκα), κυρίως για να μπορούν να πληρώνουν τις δαπάνες των κηδειών, καθώς τα θύματα των κατολισθήσεων είναι πολυάριθμα.


Η μετάλλευση αντιπροσωπεύει το 74% των εξαγωγών της ΛΔΚ και απασχολεί, ανεπισήμως, 950.000 εργαζομένους έναντι μονάχα 35.000 επίσημα καταχωρισμένων.


Για να κατανοήσουμε τους σημερινούς φόβους των κονγκολέζων μεταλλωρύχων, πρέπει να θυμηθούμε ότι το Ζαΐρ του στρατάρχη Ζοζέφ Μομπούτου είχε κληρονομήσει αποικιοκρατικές δομές, όπου οι μεγάλες εταιρείες του κράτους, όπως η Gecamines ή η Μεταλλευτική της Μπακουάνγκα στο Καζάι (ΜΙΒΑ), παρήγαγαν ουσιαστικά το συνάλλαγμα της χώρας.


Το παράδειγμα του Ζαΐρ


Αλλά και στο μετα-αποικιοκρατικό Ζαΐρ, αυτές οι μεγάλες εταιρείες είχαν επίσης κληρονομήσει μία πατερναλιστική παράδοση: ήταν υποχρεωμένες να εξασφαλίζουν στέγη και δωρεάν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη στους εργαζομένους και στις οικογένειές τους, πλεονεκτήματα τα οποία ενδυνάμωναν το συναίσθημα του ανήκειν στην επιχείρηση.


Η ιδιωτικοποίηση ήρθε να ανατρέψει τα πάντα: οι σημαντικότερες επιχειρήσεις του κράτους διαλύθηκαν και οι διάδοχοί τους θέλουν να σβήσουν ολότελα το παρελθόν και τις υποχρεώσεις του.


Αυτό ονομάστηκε «τσίρκο των μεταλλείων» του Κονγκό. Εκτυλίχθηκε σε πολλαπλά στάδια και το τελευταίο δεν θα είναι, ενδεχομένως, το λιγότερο αναίμακτο.


Στα χρόνια της δεκαετίας του ’90, ήδη προς το τέλος της κυριαρχίας του Μομπούτου, ο πρωθυπουργός Κένγκο βα Ντόντο, θέλοντας να συμμορφωθεί στις επιταγές της Παγκόσμιας Τράπεζας, είχε ξεκινήσει τις ιδιωτικοποιήσεις -πιο συγκεκριμένα, των μεταλλευτικών επιχειρήσεων- με στόχο να ανατροφοδοτήσει τα κρατικά ταμεία ώστε να εξοφλήσει το κράτος το χρέος του.


Τον Μάιο του 1995, όταν ξεκίνησε η διάλυση της Gecamines και η ιδιωτικοποίηση των άλλων κρατικών εταιρειών, μεγάλες εταιρείες εκδήλωσαν ενδιαφέρον: οι καναδικές Lundin, Banro, Mindev, η βελγο-καναδική Barrick Gold, η αυστραλιανή Anvil Mining, οι νοτιοαφρικανικές Genscor και Iscor.


Μολαταύτα, καθώς το πολιτικό κλίμα ήταν άστατο, οι «μεγάλοι» προτίμησαν να μείνουν πίσω. Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος το 1996 -προκαλώντας, επτά μήνες αργότερα, την πτώση του καθεστώτος Μομπούτου- οι «μικροί» κατέλαβαν το πεδίο, έχοντας απευθείας δοσοληψίες με τα κινήματα των ανταρτών και εξασφαλίζοντας για τον εαυτό τους τη δυνατότητα να εκποιήσουν, αργότερα, τους τίτλους τους.


 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Λοράν Ντεζιρέ Καμπίλα βρήκε -από την American Mineral Fields, την αυστραλιανή εταιρεία Russel Resources και τη Ridgepointe Overseas της Ζιμπάμπουε- τα μέσα για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμό του και, κατόπιν, να αναζωογονήσει τον πολιτικο-διοικητικό μηχανισμό, σε αντάλλαγμα συμφωνιών που αφορούσαν σε τρεις εγκαταστάσεις της Gecamines, στα ορυκτά αποθέματα της Μονγκουάλου(2), του Ιτούρι και στις αγορές διαμαντιών στο Κισανγκάνι.


Οι μέρες της ευφορίας δεν διήρκησαν πολύ: την επαύριο της ανόδου του στην εξουσία, τον Μάιο του 1997, ο Λοράν Ντεζιρέ Καμπίλα δεν αρκέστηκε μόνο να αποστασιοποιηθεί από τους συμμάχους του από την Ουγκάντα και τη Ρουάντα -οι οποίοι αυτο-ανταμείβονταν για τις υπηρεσίες τους αισχροκερδώντας- παρά εξέφρασε και την επιθυμία να αναθεωρήσει τα συμβόλαια μετάλλευσης, επιδιώκοντας οι νεοφερμένοι να εκπληρώνουν κοινωνικές υποχρεώσεις έναντι των εργαζομένων τους όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Σε συνδυασμό με ζητήματα ασφάλειας, η συγκεκριμένη συμπεριφορά κρίθηκε αγνώμων και ριζοσπαστική και αποτέλεσε την αιτία του «δεύτερου πολέμου», που ξεκίνησε το 1998.


Εχοντας τη συγκατάθεση των δυτικών, η Ρουάντα και η Ουγκάντα αναλαμβάνουν, λοιπόν, να εκδιώξουν τον παλιό τους σύμμαχο. Προσκρούουν, όμως, όχι μόνο στην αντίσταση του πληθυσμού, αλλά κυρίως στην παρέμβαση της Αγκόλα και της Ζιμπάμπουε, των οποίων τα στρατεύματα υπερασπίζονται τον Λοράν Καμπίλα.


Το έδαφος του Κονγκό ξαναβρίσκεται διαιρεμένο σε τέσσερεις αυτόνομες επικράτειες, υπό τη διεύθυνση της κεντρικής κυβέρνησης και τριών κινημάτων ανταρτών, με πιο σημαντικά τη ΣΚΔ-Γκόμα (Συνέλευση του Κονγκό για τη Δημοκρατία, επικουρούμενη από τη Ρουάντα) και το Κίνημα για την Απελευθέρωση του Κονγκό (ΚΑΚ), που δημιουργήθηκε με την υποστήριξη του στρατού της Ουγκάντας.


Χρηματοδότηση


Η κεντρική κυβέρνηση και οι αντάρτες πρέπει να χρηματοδοτούν τις επιχειρήσεις τους και να αποζημιώνουν τις σύμμαχες χώρες για τις παρεμβάσεις τους.


Οι τέσσερις περιοχές, έκτοτε διαχωρισμένες, μετατρέπονται, λοιπόν, σε ζώνες «ελεύθερης διακίνησης» όπου διασταυρώνονται μαφιόζικα δίκτυα κάθε προέλευσης, τα οποία εκμεταλλεύονται τον χρυσό, τον χαλκό, το κολτάνιο [που χρησιμοποιείται για την κατασκευή πυκνωτών για τα κινητά τηλέφωνα, την ξυλεία, τα διαμάντια(3)].


Τα αρπακτικά αρκούνται να πληρώνουν οφειλές στους πολέμαρχους που κατέχουν την πραγματική εξουσία και, εάν χρειάζεται, τους προμηθεύουν με όπλα. Εκτός από σκάνδαλο ανθρωπιστικό (3,5 εκατ. θύματα στον άμαχο πληθυσμό) αλλά και πολιτικό(4), αυτό το δράμα, που αρχικά δεν ενδιαφέρει και πολύ κόσμο, επιφέρει επιπλέον οικονομική κατασπατάληση.


Πράγματι, από την αρχή της δεκαετίας του 2000, ενώ η ζήτηση για κολτάνιο αρχίζει να πέφτει και η ανίχνευση της προέλευσης των διαμαντιών γίνεται σιγά σιγά επιβεβλημένη, η παγκόσμια ζήτηση αυξάνεται για τον χαλκό, το κοβάλτιο, ακόμη και για το ουράνιο, του οποίου οι τιμές ανεβαίνουν λόγω της κινεζικής ανάπτυξης και των αναγκών της Ινδίας.


Μεγάλες επενδύσεις


Ομως η εκμετάλλευση των μεταλλευμάτων απαιτεί βαρύνουσες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις, οι οποίες έχουν ως προϋπόθεση ένα σχετικά σταθερό πολιτικό περιβάλλον.


Εν συντομία, το μεγάλο φαγοπότι έληξε και, από την πλευρά της, η νοτιοαφρικανική μεταλλευτική βιομηχανία (όπου δραστηριοποιούνται πολλοί καινούριοι μαύροι καπιταλιστές) θεωρεί ότι η κεντρική Αφρική, και συγκεκριμένα η ζώνη του χαλκού της Κατάνγκα, αποτελεί τη φυσική της ζώνη επέκτασης.


Οι διεθνείς πιέσεις οξύνονται επί των εμπολέμων του Κονγκό και των αντίστοιχων συμμάχων τους, οι οποίοι θα καταλήξουν να συσκεφθούν στη νοτιοαφρικανική πόλη Σαν Σίτι και να υπογράψουν συμφωνίες, το 2003.


Προβλέπεται η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, η εκ νέου ενοποίηση της χώρας και μία μεταβατική περίοδος δύο ετών, η οποία τελικά επιμηκύνθηκε σε τρία και έληξε στις 30 Ιουνίου του 2006. Για τη «διεθνή κοινότητα» (δηλαδή, για τις μεγάλες δυτικές χώρες και για τη Νότια Αφρική), της οποίας η παρουσία είναι ιδιαίτερα αισθητή, πρόκειται κυρίως για προσπάθεια νομιμοποίησης και παγίωσης της υφιστάμενης εξουσίας, ούτως ώστε να γίνει δυνατή η ανάκαμψη της οικονομίας και η ανοικοδόμηση της χώρας. Για τον εγχώριο πληθυσμό, που βλέπει να του προτείνονται -πρώτη φορά εδώ και 46 χρόνια- πραγματικά ελεύθερες εκλογές, πρόκειται, επιτέλους, για διέξοδο από ένα σύστημα αλληλοεξυπηρέτησης των ελίτ…


Ενώ οι κοινοβουλευτικές εκλογές και ο πρώτος γύρος των προεδρικών έχουν ανακοινωθεί για τα μέσα του καλοκαιριού του 2006, αρχίζει να συγκροτείται ο απολογισμός της μεταβατικής περιόδου. Πλήθος αναφορών που έχουν συνταχθεί από τους διεθνείς οργανισμούς υπογραμμίζουν μέχρι ποιου σημείου συνεχίστηκε η λεηλασία των πόρων μετά το επίσημο τέλος των εχθροπραξιών, το 2003(5). Η διαπίστωση αυτή, όσο ορθή κι αν είναι, παραβλέπει κάτι το προφανές: παρά τις διακηρύξεις αρχών, οι συμφωνίες του Σαν Σίτι δεν αποσκοπούσαν καταρχήν να εκδημοκρατίσουν τη διαχείριση των πόρων, αλλά να τερματίσουν τον πόλεμο, να παρακινήσουν τα ξένα στρατεύματα να εγκαταλείψουν την επικράτεια και να επιτρέψουν την αντικατάσταση των κυκλωμάτων της μαφίας, που λειτουργούσαν με γνώμονα το βραχυπρόθεσμο κέρδος, από οικονομικούς παράγοντες σταθερότερους αλλά όχι κατ’ ανάγκην λιγότερο άπληστους.


Συμφωνία για τον «πολέμαρχο»


Για να μην συγχέουμε, λοιπόν, τη λογική της πολιτικής με την ηθική, η συμφωνία του Σαν Σίτι βελτίωσε περισσότερο τη μοίρα των πολέμαρχων παρά τη μοίρα της «κοινωνίας των πολιτών» και της παλιάς πολιτικής τάξης.


Υιοθετήθηκε η φόρμουλα «1+4», η οποία αναθεματίστηκε από τον εγχώριο πληθυσμό που τη θεωρούσε προνόμιο ατιμωρησίας: ο πρόεδρος Ζοζέφ Καμπίλα, που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του έπειτα από τη δολοφονία του, τον Ιανουάριο του 2001, δέχθηκε να μοιραστεί την εξουσία με τέσσερις αντιπροέδρους, οι οποίοι προέρχονταν από τις φατρίες των ανταρτών, από την αντιπολίτευση και από την κοινωνία των πολιτών.


Ετσι, είδαμε τον αντιπρόεδρο Ζαν-Πιέρ Μπέμπα -έναν πρώην επιχειρηματία που κατηγορείτο από τους ειδικούς των Ηνωμένων Εθνών ότι είχε λεηλατήσει τις τράπεζες και τις σοδειές καφέ της περιοχής του Ισημερινού- να γίνεται πρόεδρος της Επιτροπής Δημόσιας Οικονομίας.


Επίσης, σε έναν άλλον πρώην αντάρτη, τον Αζαρίας Ρουμπέρβα -του οποίου τα στρατεύματα, σε συμμαχία με τον στρατό της Ουγκάντας, είχαν διαπράξει εκτεταμένες σφαγές στα ανατολικά της χώρας- ανατέθηκε ο τομέας της εθνικής ασφάλειας και άμυνας…


Η ταχεία επανενοποίηση της χώρας καταδεικνύει τον βαθμό στον οποίο ο πόλεμος υποδαυλίστηκε από το εξωτερικό, καθώς και το πόσο ζωντανό παρέμεινε το συναίσθημα της εθνικής ταυτότητας. Παρ’ όλα αυτά, η επιτυχία δεν μπορούσε να είναι παρά επιφανειακή. Στην πραγματικότητα, όλοι κράτησαν σε εφεδρεία τις πιο αξιόμαχες δυνάμεις τους, ενώ οι ομάδες του νεοσύστατου εθνικού στρατού, κακοπληρωμένες γιατί οι μισθοί τους έμπαιναν σε τσέπες άλλων, ζουν συχνά εις βάρος του πληθυσμού.


Για να συγκρατήσουν νέα πιθανά ξεσπάσματα, τα Ηνωμένα Εθνη αρχικά ζήτησαν και κατόπιν ενέκριναν τις ενισχύσεις ευρωπαϊκής δύναμης 1.250 ανδρών, η οποία επιφορτίστηκε να βοηθήσει τους 17.500 κυανόκρανους που ήταν ήδη παραταγμένοι.


Το αποκατεστημένο κράτος είναι πλέον επιφορτισμένο να κατοχυρώνει την ελάχιστη φυσική και νομική ασφάλεια των επενδυτών στον μεταλλευτικό κλάδο. Ομως το κράτος αυτό, μόλις βγαίνοντας από έναν πόλεμο και ταλανιζόμενο από αντιθέσεις, είναι επίσης πολύ εξασθενημένο, και κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου δεν αποδείχθηκε ικανό να αρνηθεί τις ρήτρες των λεόντειων συμβάσεων που επιβλήθηκαν από τις εταιρείες. Το ξεπούλημα των φυσικών πόρων δεν σταμάτησε, λοιπόν, με τον τερματισμό του πολέμου -άλλαξε απλώς η φύση του.


Τα μέλη της Βουλής, μη εκλεγμένα, υποχρεώθηκαν να συντάξουν ένα καταστατικό μετάλλευσης, όπως κι ένα καταστατικό δασοκομίας, των οποίων οι ιδιαίτερα νεοφιλελεύθεροι όροι υπαγορεύθηκαν από την Παγκόσμια Τράπεζα και διανοίγουν βασιλικές οδούς για τα ιδιωτικά συμφέροντα, περιορίζοντας συγχρόνως στο ελάχιστο τις υποχρεώσεις τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο, για παράδειγμα, η Παγκόσμια Τράπεζα διηύθυνε την ανοικοδόμηση της Gecamines. Προτού η επιχείρηση «εκποιηθεί σε τεμάχια», 10.500 εργαζόμενοι απολύθηκαν και έλαβαν αποζημιώσεις που κυμαίνονταν μεταξύ 1.900 και 30.000 δολαρίων.


Εργαζόμενοι στο έλεος του Θεού


Ομως αυτά τα ποσά διατέθηκαν για να ξεπληρώσουν χρέη ή απορροφήθηκαν από άμεσες δαπάνες. Οι εργαζόμενοι, στερούμενοι έκτοτε κάθε προστασίας κοινωνικής ασφάλισης, απασχολούνται στην ανεπίσημη αγορά εργασίας, όπου οι εταιρείες προσπαθούν πλέον να τους αντικαταστήσουν με μηχανήματα, προσλαμβάνοντας έναν ελάχιστο αριθμό καταρτισμένων εργατών.


Το κράτος του Κονγκό παραχώρησε σε πολλές μικτές εταιρείες σημαντικές φοροαπαλλαγές, η διάρκεια των οι οποίων εκτείνεται από 15 σε 30 έτη. Οι περισσότερες από αυτές τις εταιρείες δεν εξόφλησαν παρά 0,4 εκατομμύρια δολάρια σε φόρους το έτος 2004… Στον κλάδο της αδαμαντωρυχείας, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη: η ΜΙΒΑ αποστερήθηκε το 45% των περιουσιακών της στοιχείων προς όφελος της Sengamines, μιας μεικτής εταιρείας από το Κονγκό και τη Ζιμπάμπουε… Εξάλλου, ακόμη κι αν η επικύρωση του καινούριου Συντάγματος από το 85% των εκλογέων, τον Νοέμβριο του 2005, συνιστά άθλο γι’ αυτή τη χώρα που στερείται οδικού συστήματος και μέσων επικοινωνίας, η ίδια επικύρωση δικαιώνει επίσης όλους εκείνους που θέλουν να περιορίσουν τα προνόμια του κράτους: διαιρεί τη χώρα σε 26 περιφέρειες και διαμοιράζει τους εν λόγω πόρους δίνοντας το 60% στις αρχές της Κινσάσα και το 40% στις περιφερειακές αρχές. Αποβλέπει μεν στην αποκέντρωση των πόρων, όμως η αυτονομία που παραχωρείται στις περιφερειακές κυβερνήσεις διατρέχει εξίσου τον κίνδυνο να διογκώσει τη διαφθορά σε τοπικό επίπεδο.


Η νέα εξουσία, νομιμοποιημένη πλέον και διαθέτοντας το έρεισμα της λαϊκής ψήφου, θα βρει άραγε το θάρρος να απαλλαχθεί από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία του περιβάλλοντός της και από τις ελάχιστα ανιδιοτελείς συμβουλές της «διεθνούς κοινότητας»;


Θα έχει την τόλμη να επανεξετάσει τις μεταλλευτικές συμφωνίες ούτως ώστε ο λαός του Κονγκό, αφού ξαναβρήκε τη φωνή του σε πολιτικό επίπεδο, να καταφέρει επιτέλους, πρώτη φορά στην ιστορία του, να διαχειριστεί ο ίδιος τα πλούτη του;


1. Βλέπε Misser, Fr. & Vallee, Ol., «Les nouveaux acteurs du secteur minier africain», «Le Monde Diplomatique», Μάιος 1998.


2. Βλέπε Liberti, St., «Trafic d’ or entre le Congo et l’ Ouganda» («Παράνομο εμπόριο χρυσού μεταξύ του Κονγκό και της Ουγκάντα»), «Le Monde Diplomatique», Δεκέμβριος 1995.


3. Αναφορά της ομάδας ειδικών του ΟΗΕ επί της παράνομης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, Νο S2003/1027 της 23ης Οκτώβρη 2003.


4. Βλέπε την αναφορά της Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου «Παρατηρήσεις για την κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ)», 27 Μαρτίου 2006, στην ιστοσελίδα


www.fidh.org/article.php3?id_article=3230.


5. Βλέπε, για παράδειγμα, την αναφορά «Το κράτος ενάντια στον λαό. Η διακυβέρνηση, η εκμετάλλευση των μεταλλείων και το μεταβατικό καθεστώς στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό», Ολλανδικό Ινστιτούτο για τη νότια Αφρική (ΝΙΖΑ), Αμστερνταμ 2006, στην ιστοσελίδα www.niza.nl.


*Δημοσιογρόφος, «Le soir» (Βρυξέλλες).


ΤΑ ΚΙΝΗΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ



Η έκρηξη στη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας και συγκεκριμένα οι όλο και πιο νέες και πιο σύνθετες συσκευές κινητών τηλεφώνων έχουν σημαντικές συνέπειες ?όχι μόνο στην υγεία αυτών που τις χρησιμοποιούν όλη την ώρα, οι οποίοι/ες βέβαια εκτίθενται σε υψηλό κίνδυνο καρκινοπαθειών, αλλά και σε αυτή των γύρω τους, μέσω της πρόκλησης του λεγόμενου ?ηλεκτρονικού νέφους?.


Στο Κογκό έχει πάρει φωτιά η ζήτηση πρώτων υλών για την κατασκευή κινητών τηλεφώνων, γεγονός που αναθερμαίνει συνεχώς τον εκεί αιματηρό εμφύλιο πόλεμο και απειλεί την ύπαρξη ενός φυσικού βιότοπου, στον οποίο τείνει προς ολοκληρωτική εξαφάνιση ένα ούτως ή άλλως απειλούμενο είδος σπάνιων ζώων.


Το κολτάνιο (κολουμπίτης-τανταλίτης) είναι ένα σπάνιο ορυκτό, από το οποίο παίρνουμε το ευγενές μέταλλο ταντάλιο, το οποίο έχει εξαιρετική αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες και οξέα. ?Σαν άχρηστη μαύρη λάσπη μοιάζει αυτό το πράγμα ?δεν σου δίνει καθόλου την εντύπωση ότι αξίζει με την πρώτη ματιά?, έγραφε η Suddeutsche Zeitung (SZ) στις 23 Ιουνίου 2001. Το κολτάνιο δεν είναι κανένα ?καινούριο? υλικό για τις δυτικές εταιρείες. Στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας χρησιμοποιείται εδώ και πολύ καιρό, κυρίως για συσκευές νυκτερινής όρασης, στην κατασκευή αεροσκαφών ή στην πολεμική βιομηχανία. Εκεί όμως που είναι απαραίτητα το κολτάνιο και το ταντάλιο, είναι στην κατασκευή μικροεπεξεργαστών, όπως αυτοί που χρησιμοποιούνται για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ή για τα κινητά. Σήμερα το κολτάνιο αποτελεί ένα από τα πιο περιζήτητα υλικά στον κόσμο. Μόνο το 2000 η τιμή ενός κιλού κολτανίου ανέβηκε σύμφωνα με στοιχεία της Diane Fossey Gorilla Fund από 30 σε 550 λίρες, περίπου 307.000 δρχ (!). Για τον κόσμο στο εξαθλιωμένο και ματοβαμμένο Κογκό αυτό αποτελεί μία πραγματικά μυθική πηγή χρημάτων!


Αλλά και οι αντιμαχόμενες πλευρές του εμφυλίου πολέμου, κατά τον οποίο σύμφωνα με πηγές έχουν σκοτωθεί μέχρι σήμερα 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι, επωφελούνται τα μέγιστα από τα αποθέματα κολτανίου στο Εθνικό πάρκο Καούζι-Μπιέγκα στο ανατολικό Κογκό. Μέσω των γειτονικών κρατών Μπουρούντι, Ουγκάντα και Ρουάντα λειτουργεί με αλματώδεις ρυθμούς εδώ και καιρό ένα εμπόριο με το πολύτιμο αυτό μέταλλο, στο οποίο αναμειγνύονται και γερμανικές εταιρείες. Σύμφωνα με μία έκθεση του ΟΗΕ, μόνο ο στρατός της Ρουάντα έχει κερδίσει μέσα σε 18 μήνες τουλάχιστον 250 εκατομμύρια δολάρια από το εμπόριο κολτανίου. Οι ειδικοί του ΟΗΕ θεωρούν το κολτάνιο ?κινητήρια δύναμη του πολέμου? και ζητούν από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σειρά μέτρων μποϊκοτάζ ενάντια στην εισαγωγή του μετάλλου από τις προαναφερόμενες χώρες. ?Όποιος χρησιμοποιεί κολτάνιο από το Κογκό?, λέει η Δρ. Σάντρα ?λτχερ, εκπρόσωποςτης οικολογικής οργάνωσης Pro Wildlife, ?χρηματοδοτεί όχι μόνο έναν από τους χειρότερους πολέμους στον κόσμο, αλλά και τη συστηματική εξόντωση του γορίλλα που ζει εκεί?. Καθώς το Εθνικό πάρκο Καούζι-Μπιέγκα είναι το τελευταίο καταφύγιο του είδους του γκρι γορίλλα, ενός από τα πιο εντυπωσιακά, αλλά πέρα ως πέρα ειρηνικά και πλήρως χορτοφάγα είδη πιθήκου. Το ούτως ή άλλως απειλούμενο αυτό είδος έχει μειωθεί από 8.000 σε 1.000 (!) μόνο γορίλλες. Τα στοιχεία αυτά δεν προκαλούν καμία έκπληξη, αφού η θεαματική αύξηση της τιμής της ?άχρηστης μαύρης λάσπης? στο Κογκό έχει πυροδοτήσει έναν πραγματικό ?πυρετό του κολτανίου?, μία κοσμοσυρροή από 15.000 περίπου εργάτες ορυχείων, εμπόρους, πόρνες και εγκληματίες?, όπως αναφέρει η οργάνωση Diane Fossey Gorilla Fund, οι οποίοι σκάβουν για το μέταλλο σε παράνομα ορυχεία στη ζούγκλα του Εθνικού πάρκου. Οι γκρι γορίλλες όχι μόνο διώχνονται από το φυσικό τους χώρο, αλλά και πυροβολούνται ως υποτιθέμενη απειλή για τους εργάτες ή γίνονται το αγαπημένο πιάτο των ?κυνηγών του κολτανίου?. Η Δρ. ?λτχερ υποθέτει ότι ούτε η κυβέρνηση της Κινσάσα, ούτε οι αντάρτες της RDC-Goma, οι οποίοι ελέγχουν αυτό τον καιρό την περιοχή, προβληματίζονται ιδιαίτερα για αυτή την κατάσταση: ?Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ότι η καταστροφή των ειδών του Εθνικού πάρκου Καούζι-Μπιέγκα είναι ακόμα και ηθελημένη από τις αντιμαχόμενες πλευρές του εμφυλίου. Γιατί αν το Εθνικό πάρκο ερημωθεί και καταστεί εντελώς άχρηστο, δεν θα στέκεται πια εμπόδιο στο δρόμο τους για την πλήρη εκμετάλλευση της περιοχής το σημερινό προστατευτικό καθεστώς?.