Αρχική Απόψεις Aρθρα Σιδερής Τσούρος: Και οι κρίνοντες κρίνονται… (για δίκη ρουκετατζήδων)

Σιδερής Τσούρος: Και οι κρίνοντες κρίνονται… (για δίκη ρουκετατζήδων)

22

      Και οι κρίνοντες κρίνονται…
     Του Σιδερή Τσούρου, Πρόεδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Χίου
    

 

     «Oι δικαστικές αποφάσεις δεν κρίνονται». Τόσες πολλές φορές και για τόσο πολλά χρόνια αναπαρήγαγαν οι πάντες τη φράση κλισέ, που κατέληξε να την πιστέψουν κιόλας. Αυτό που ίσως δεν είναι γνωστό είναι ότι η απαγόρευση κριτικής επί των δικαστικών αποφάσεων είχε θεσπιστεί στα χρόνια της δικτατορίας Mεταξά. Δεν άντεξε όμως στο πέρασμα του χρόνου. Αμφισβητήθηκε έντονα, κάποια στιγμή κρίθηκε αντισυνταγματική και κατέπεσε οριστικά και αμετάκλητα. Παρέμεινε όμως ο μύθος, ότι οι δικαστικές αποφάσεις -τάχα- εξαιρούνται της δημόσιας κριτικής… O καθηγητής ποινικού δικαίου Ιωάννης Μανωλεδάκης μας θυμίζει: «Στις δημοκρατικές πολιτείες η κριτική των δικαστικών αποφάσεων –όπως εξάλλου και κάθε κρατικής πράξης- από τον πολίτη, είναι αυτονόητη και εξ ορισμού δεδομένη». Και είναι εντελώς άλλο πράγμα ο σεβασμός στις δικαστικές αποφάσεις (η εκτέλεσή τους δηλαδή) και άλλο η κριτική σε αυτές.
     Ότι οι δικαστικές αποφάσεις κρίνονται, είναι δεδομένο. Πρώτα από όλα κρίνονται από την ίδια τη δικαιοσύνη, σε ανώτερο βαθμό. Επιστρέφει λ.χ. ο Άρειος Πάγος μια απόφαση κατώτερου δικαστηρίου, επειδή κρίνει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία δεν είχαν τηρηθεί ορισμένοι κανόνες ή δεν εκτιμήθηκαν σωστά τα διαθέσιμα στοιχεία. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Κάθε δικαστική απόφαση είναι έκφραση ενός συνταγματικού πυλώνα εξουσίας, της δικαστικής. Και καμιά εξουσία δεν μπορεί να ασκείται δίχως «αντιπολίτευση» (στην περίπτωση της δικαστικής εξουσίας, δίχως αιτιολογημένη κριτική), διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος αυτή να γίνει απολυταρχική, αυθαίρετη, να φθαρεί και να διαφθαρεί. Για αυτό εξάλλου είναι δημόσιες οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων, για αυτό είναι αιτιολογημένες και οι αποφάσεις τους. Αν δεν αποτελούσαν αντικείμενο κριτικής θα μπορούσαν απλά να απαγγέλλονται, δίχως καμιά αιτιολογία. Ακόμα περισσότερο που το Σύνταγμα προβλέπει την «αγωγή κακοδικίας», αγωγή δηλαδή που μπορούν να καταθέσουν πολίτες κατά δικαστικών λειτουργών προσωπικά, διεκδικώντας αποζημίωση εφόσον (κατά τη γνώμη τους) έχουν αδικηθεί. Είναι όμως τόσο αυστηρές οι προϋποθέσεις για την υποβολή της, που καθίσταται τελικά αναποτελεσματική και δύσχρηστη η πρόνοια αυτή του Συντάγματος, έτσι ώστε είτε να μην ασκούνται καθόλου αγωγές, είτε αυτές που ασκούνται να απορρίπτονται σχεδόν πάντα ως απαράδεκτες. Αλλά αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης1.


     Αναπόφευκτη είναι η κριτική στην καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χίου στις 16-4-2009 εις βάρος των τριών Βρονταδούσων, που φέρονταν σύμφωνα με το κατηγορητήριο ότι κατασκεύαζαν και κατείχαν ρουκέτες. Κι αυτό γιατί η απόφαση περισσότερα προβλήματα δημιούργησε παρά έλυσε. Η υπόθεση βέβαια θα κριθεί εκ νέου στο Εφετείο, αξίζει όμως να αναφερθούν τα εξής:
1. Η κατασκευή ρουκετών δεν αποδείχθηκε αφού κατά την κατάσχεση δεν βρέθηκαν τα υλικά, δηλαδή νίτρο, θειάφι και κάρβουνο.
2. Κανείς –ούτε ο μάρτυρας κατηγορίας- δεν κατέθεσε ότι οι συλληφθέντες κατελήφθησαν να κατασκευάζουν ρουκέτες.
3. Ένας από τους συλληφθέντες καταδικάστηκε χωρίς να είναι παρών στο συμβάν, αλλά μονάχα βάσει μίας ανώνυμης καταγγελίας ότι δήθεν «διαχειριζόταν» το χώρο.
4. Το Δικαστήριο αγνόησε τους επανειλημμένους επικουρικούς ισχυρισμούς της υπεράσπισης περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι ακόμη και εάν κατασκεύαζαν ρουκέτες, θα έπρεπε να απαλλαγούν του καταλογισμού της πράξης, αφού πρόκειται για έθιμο που δεν επιφέρει κοινωνική αποδοκιμασία.
5. Η καταδικαστική απόφαση προέβλεπε υψηλές ποινές, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, ούτε αυτό των μη ταπεινών αιτίων στο πρόσωπο των συλληφθέντων που προέκυπτε αυτονόητα, αφού αυτοί συμμετείχαν στην τέλεση ενός εθίμου.
     Χωρίς να θέλω να σχολιάσω οτιδήποτε άλλο επί της διαδικασίας στο ακροατήριο, θα σταθώ στο εξής: Όπως ήδη επισημάνθηκε και από τον τύπο, η Πρόεδρος της σύνθεσης κ. Ιωάννα Πάλλα πριν και μετά την εκφώνηση της απόφασης προέβη κατά τρόπο ασυνήθιστο σε νουθεσίες προς παριστάμενο βουλευτή, αλλά και σχόλιο προς την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα η Πρωτοδίκης σημείωσε ότι «η υπερασπιστική γραμμή που ακολουθήθηκε (σ.σ. δηλ. της άρνησης των κατηγοριών) δεν άφησε περιθώρια για να εξεταστεί η συγγνωστή νομική πλάνη». Η άποψη αυτή όχι μόνο πάσχει νομικά, αλλά είναι απολύτως λάθος, αφού άπαντες οι νομικοί γνωρίζουν ότι το Ποινικό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης αλλά διαγιγνώσκει και κρίνει ελεύθερα. Με δυο λόγια, εάν το Δικαστήριο διέγνωσε συγγνωστή νομική πλάνη στα πρόσωπα των συλληφθέντων ή εάν ήθελε να μπει σε μία τέτοια διαδικασία δεν εμποδιζόταν σε τίποτα από τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Άλλωστε η συγγνωστή νομική πλάνη περί εθίμου, είχε προβληθεί ως επικουρικός ισχυρισμός από την υπεράσπιση και οι επικουρικοί ισχυρισμοί τις περισσότερες φορές έρχονται σε αντίθεση με τους πρωτεύοντες ισχυρισμούς, ακριβώς λόγω του χαρακτήρα τους.
     Ας σημειωθεί ότι η υπεράσπιση από την πρώτη στιγμή και συγκεκριμένα ενώπιον της κ. Εισαγγελέως το πρωί της 2-4-2009, και πριν εκείνη ασκήσει την ποινική δίωξη, υπερτόνισε τη σημασία του εθίμου και τη συγγνωστή νομική πλάνη στα πρόσωπα των συλληφθέντων.  Το γεγονός ότι οι συλληφθέντες δεν κατασκεύαζαν ρουκέτες μας έγινε και μας γνωστό στην Αστυνομική Διεύθυνση το βράδυ της 1-4-2009 όπου και συσκέπτονταν τοπικοί φορείς και αιρετοί. Εξ άλλου κανείς δεν επιχείρησε να αντιμετωπίσει τους Δικαστές ως μικρόνοες. Η άρνηση των κατηγοριών εκ μέρους κατηγορουμένων είναι συνήθης στην ποινική δίκη ακόμη και σε περιπτώσεις που προκύπτει η αντικειμενική υπόσταση τέλεσης αδικήματος. Εν τούτοις ο Δικαστής, σύμφωνα και με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας2 οφείλει να συμπεριφέρεται με απαθή και ψύχραιμο τρόπο. Δεν παρασύρεται στην κρίση του από τυχόν εκνευρισμό, ούτε καθορίζει την απόφασή του με βάση την ψυχική του διάθεση.
     Αυτό που απομένει μετά από την καταδικαστική απόφαση, αλλά και την τέλεση του ρουκετοπόλεμου είναι μία μεγάλη αντίφαση που πλήττει την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης. Ο νόμος εφαρμόστηκε στα πρόσωπα των συλληφθέντων με αυστηρότητα την Μεγάλη Πέμπτη, χωρίς να γίνουν δεκτοί οι επικουρικοί ισχυρισμοί ότι και εάν ακόμη κατασκεύαζαν ρουκέτες, αυτό έγινε στα πλαίσια ενός κοινωνικά αποδεκτού εθίμου. Μόλις δύο 24ωρα αργότερα, το Μεγάλο Σάββατο, ο ρουκετοπόλεμος διεξήχθη κανονικά, με την ανοχή της Εισαγγελικής Αρχής και χωρίς καμμία δίωξη, αλλά και με τη συνεργασία και αρωγή των κρατικών αρχών, αναγνωρίζοντας στην πράξη πια ότι πρόκειται περί εθίμου. Γίνεται κατανοητό ότι δεν είναι δυνατόν και οι δύο αυτές αντιφατικές πρακτικές των Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών να είναι ορθές. Μία εξ αυτών πάσχει…


1 Αλμπανόπουλου Ν., «Κρίνονται οι δικαστικές αποφάσεις;», Άποψη, Δεκαπενθήμερη εφημερίδα της Σύρου, 10-2-2006.
2  Άρθρο 332 ΚΠΔ.