Δημογραφική μείωση παρουσιάζει η Ελλάδα

    11


    Δημογραφική μείωση παρουσιάζει η Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της κοινοτικής στατιστικής υπηρεσίας Eurostat, που δόθηκαν την Παρασκευή στη δημοσιότητα από τις Βρυξέλλες. Η πληθυσμιακή αύξηση στη χώρα μας αποδίδεται αποκλειστικά στη μετανάστευση.
    Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα των δημογραφικών δεδομένων για το έτος 2002 που παρουσίασαν από κοινού η Eurostat και το Συμβούλιο της Ευρώπης, στην Ελλάδα παρατηρούνται αρνητικοί ρυθμοί φυσικής αύξησης της τάξης του -0,2 ανά 1.000 κατοίκους. Ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξήθηκε το 2002 σε 11.018.400 κατοίκους από 10.018.400 το 2001. Η αύξηση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στη μετανάστευση, καθώς η φυσική αύξηση του πληθυσμού είχε αρνητικό πρόσημο (102.500 γεννήσεις-104.200 θάνατοι).
    Τα υψηλότερα ποσοστά φυσικής πληθυσμιακής αύξησης παρατηρήθηκαν στην Ιρλανδία (7,9/1000), τη Γαλλία και την Ολλανδία (3,7/1000), ενώ αρνητικούς ρυθμούς καταγράφουν επίσης η Γερμανία (-1,5/1000) και η Ιταλία (-0,5/1000).
    Όσον αφορά ειδικότερους δημογραφικούς δείκτες, από την έκθεση συνάγεται ότι η Ελλάδα διατηρεί το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των “15” στη βρεφική θνησιμότητα και μάλιστα αυξημένο σε σχέση με το 2001 (5,9/1000 έναντι 5,1/1000 το 2001).
    Συνεχίζεται εξάλλου, όπως και σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ και στην Ελλάδα η πτωτική τάση στον αριθμό των γάμων, με ταυτόχρονη διαρκή αύξηση των διαζυγίων. Τα ποσοστά των γάμων μειώθηκαν το 2002 στη χώρα μας σε 5,2/1000 από 6,5/1000 το 1980, ενώ τα διαζύγια αυξήθηκαν σε 1,1/1000 από 0,7/1000 το 1980.
    Το υψηλότερο ποσοστό γάμων καταγράφεται στη Δανία (6,9/1000), ενώ το υψηλότερο ποσοστό διαζυγίων στο Βέλγιο (3/1000). Τα ποσοστά γονιμότητας στην ΕΕ ουσιαστικά παρέμειναν αμετάβλητα σε σχέση με την προηγούμενη διετία (1,47 παιδιά ανά γυναίκα) με ανώτατο όριο στην Ιρλανδία (2,01 παιδιά ανά γυναίκα) και κατώτατο στην Ελλάδα και την Ισπανία (1,25 παιδιά ανά γυναίκα).
    Τέλος, η μέση προσδοκώμενη διάρκεια ζωής ήταν το 2002 στην Ελλάδα για τους άνδρες 75,4 έτη και τις γυναίκες 80,7 έτη, με κοινοτικό μέσο όρο τα 75,5 και 81,6 έτη αντιστοίχως. Το 1980 τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ ήταν 77,2 για τις γυναίκες και 70,5 έτη για τους άνδρες. Στις υπό ένταξη χώρες τη μεγαλύτερη προσδοκώμενη διάρκεια ζωής είχαν άνδρες και γυναίκες στην Κύπρο (76,1 και 81 έτη αντίστοιχα).

    Πηγή: ΑΠΕ