Αρχική Πολιτισμός Μουσείο Εσπεριδοειδών στη Χίο, αναδημοσίευση

Μουσείο Εσπεριδοειδών στη Χίο, αναδημοσίευση

7

 
 Πορτοκάλι: φρούτο ή κόσμημα; Η απάντηση σήμερα είναι εύλογη ωστόσο δεν ήταν και τόσο προφανής την εποχή του 1900. Τότε, που ένα και μοναδικό πορτοκάλι τυλιγόταν με περισσή χάρη σε χαρτί τυπωμένο με χρυσό χρώμα, στη Νάπολη και με την ετικέτα “Αναστασάκης” ταξίδευε από τη Χίο στη Ρωσία, για να το απολαύσει κάποιος που έπρεπε να δουλέψει 15 μέρες για να το πληρώσει.


    Μια τέτοια ξεχωριστή χρυσοτυπία του 1920 σώζεται σήμερα και φιγουράρει περήφανη δίπλα σε μια γκραβούρα του 1580 που απεικονίζει την πόλη της Χίου στα πρώιμα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Παραδίπλα τους βρίσκονται και άλλα χαρτιά περιτυλίγματος των εσπεριδοειδών, μπουκάλια στα οποία συσκευαζόταν ο χυμός του πορτοκαλιού το 1950, σφραγίδες εκτύπωσης χαρτιών, ζυγαριές του 1900 αλλά και βιβλία ημερομισθίων ενός κτήματος του 1940, όταν το μεροκάματο ήταν 30 δραχμές και το ένα μόνο πορτοκάλι κόστιζε μία δραχμή.


    Όλα τα παραπάνω βρίσκονται στο Μουσείο Εσπεριδοειδών Citrus στη Χίο, σημειώνεται στο άρθρο του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων που αναδημοσιεύουμε σήμερα στο chiosnews.com, ένα από τα τρία παρόμοια μουσεία σε ολόκληρο τον κόσμο, που δημιουργήθηκε το 2008, με σκοπό να αναδείξει τα τοπικά προϊόντα αλλά και την ιστορία του εμπορίου των εσπεριδοειδών από το 1500 μέχρι και σήμερα, στη Χίο.


    “Πρόκειται για ένα μουσείο αγροτικής οικονομίας. Παρόμοιό του δεν υπάρχει στην Ελλάδα, αλλά υπάρχει ακόμη ένα στην Ισπανία και ένα στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ” αναφέρει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο δημιουργός του Βαγγέλης Ξύδας, ο οποίος μιλά για την μοναδική πολιτιστική αξία του Κάμπου της Χίου αλλά και την προσωπική του επιθυμία να δοθεί στον επισκέπτη ένα ζωντανό άρωμα μνήμης από προϊόντα που παράγονται στις μικρές οικοτεχνίες του νησιού.


    Όπως αφηγείται ο κ. Ξύδας, η ιστορία του κάμπου ξεκινά γύρω στα 1400, όταν οι Γενοβέζοι άρχισαν να καλλιεργούν μουριές και να εκτρέφουν μεταξοσκώληκες.


    Αργότερα, η περιοχή πέρασε στα χέρια πλούσιων Ελλήνων εμπόρων που δημιούργησαν τους φημισμένους εμπορικούς τους οίκους σε μεγάλα εμπορικά κέντρα όλου του κόσμου. Μέσω των οίκων αυτών διακινούσαν σιτηρά από τη Ρωσία και τις Ινδίες μέχρι την Ευρώπη, ενώ μετέφεραν τα πρώτα βιομηχανικά προϊόντα από τη Δύση στην Ανατολή.


    Μέχρι το 1780, η Χίος βρισκόταν σε πλήρη οικονομική άνθηση και οι πλούσιοι έμποροι και εφοπλιστές Χιώτες επέλεξαν την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών για τον κάμπο καθώς τα φυτά αυτά είναι πολύ όμορφα και διακοσμητικά, ενώ απέφεραν και μεγάλες οικονομικές αποδόσεις.


    “Η σφαγή από τους Τούρκους το 1822, ο παγετός του 1850 και ο σεισμός του 1881 έπληξαν σοβαρά τις εμπορικές δραστηριότητες ενώ πολλοί Χιώτες εγκατέλειψαν το νησί. Κάποιοι παρέμειναν και κάποιοι άλλοι πούλησαν τα κτήματά τους στους επιστάτες τους. Όλοι αυτοί έκαναν τα εσπεριδοειδή μια πρωτοπόρα καλλιέργεια που χρησιμοποίησε τις γνωστές διασυνδέσεις των εμπόρων της Χίου και οδήγησε σε πολύ κερδοφόρες εξαγωγές κυρίως προς τη Ρωσία”, σημειώνει ο κ. Ξύδας, χαρακτηρίζοντας την περίοδο 1880 – 1940 ως τη χρυσή εποχή των εσπεριδοειδών.


    Σήμερα, ο κάμπος παρακμάζει, η περιοχή οικοπεδοποιείται και τα εσπεριδοειδή χρησιμεύουν ως διακοσμητικά. Τίποτα δεν θυμίζει τα παλιά μεγαλεία. Τίποτα, εκτός από το Μουσείο Εσπεριδοειδών που δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να ξαναζήσει την ιστορία του τόπου μέσα από τις αφηγήσεις του ντοκιμαντέρ, τις χρυσότυπες συσκευασίες των πορτοκαλιών, τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν στην καλλιέργεια και έχουν διασωθεί.


    Ιδιαίτερο κομμάτι του μουσείου αποτελεί ο χώρος όπου εκτίθενται αυθεντικές γκραβούρες που απεικονίζουν στιγμές της καθημερινότητας των ανθρώπων από τον 15ο αιώνα και μετά στη Χίο. “Πρόκειται για πρωτότυπες γκραβούρες που έχουν ιδιαίτερη αξία και έχουν συγκεντρωθεί από διάφορους συλλέκτες” αναφέρει ο Γιώργος Πλακωτάρης, εξάδελφος του Βαγγέλη Ξύδα και συνεργάτης του στην προσπάθεια δημιουργία του μουσείου.


    Ο ίδιος σημειώνει ότι πολλές φορές χρειάστηκε να πουλήσουν οι δυο τους ακόμη και κομμάτι από τη γη τους για να τις αποκτήσουν.


    Στο τέλος του μουσείου, το παρελθόν συναντά το παρόν μέσα από τις γεύσεις και τα αρώματα του τόπου. Ο επισκέπτης μπορεί να γευτεί γλυκό ροδέλα πορτοκάλι με κανέλα, νεραντζάκι με αμύγδαλο, μαρμελάδα σανγκουίνι, υποβρύχιο μαστίχα, αμυγδαλωτό μανταρινιού και άλλα τοπικά χιώτικα γλυκά.Και αν είναι τυχερός, θα βρεθεί εκεί σε μια συναυλία με κιθάρα, μια έκθεση καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας, μια φιλική συζήτηση ή κάποια άλλη από τις εκδηλώσεις που φιλοξενεί ο χώρος του Μουσείου.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, 14/5/2009