Αρχική Απόψεις Aρθρα Ιωάννης Γκιάλας: Η έρευνα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Ιωάννης Γκιάλας: Η έρευνα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

41

 Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ


Καθ. Ιωάννης Γκιάλας, ΤΜΟΔ


Δεν “κομίζω γλαύκας εν Αθήναις” αν  ισχυριστώ ότι το πανεπιστήμιο διαφέρει από τα άλλα μεταλυκειακά εκπαιδευτικά ιδρύματα κυρίως ως προς την διεξαγωγή έρευνας και την ένταξη της δημιουργούμενης καινούργιας γνώσης στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η διαφορά του πανεπιστημιακού πτυχίου από άλλα χαρτιά δεν είναι μόνο η βαθύτερη και πλατύτερη γνώση του αντικειμένου. Είναι και η ενσωμάτωση στις σπουδές της επιστημονικής μεθόδου, της διαδικασίας της έρευνας, της συμμετοχής στην παραγωγή καινούργιας γνώσης.  Και αν για τα άλλα πανεπιστήμια η έρευνα είναι απλά μία από τις παραδοσιακές δραστηριότητες τους, για ένα καινούργιο περιφερειακό πανεπιστήμιο, όπως το δικό μας, η διεξαγωγή έρευνας στο ψηλότερο δυνατόν επίπεδο είναι όρος επιβίωσης για λόγους όχι μόνο κύρους αλλά και καθαρά πρακτικούς.
Η κατάσταση σήμερα στο ΠΑ είναι ενθαρρυντική. Ο δείκτης δημοσιεύσεων ανά καθηγητή, ένας σημαντικός δείκτης αξιολόγησης του έργου μας, είναι αρκετά πάνω από τον μέσο όρο μεταξύ των ελληνικών πανεπιστημίων. Αυτό από μόνο του είναι αρκετά σημαντικό. Το λογισμικό βάσης δεδομένων που αναπτύχθηκε από συναδέλφους του ΜΠΕΣ και θα περιλάβει όλες τις δημοσιεύσεις μας θα αποτελέσει ένα εργαλείο διαφάνειας και αυτογνωσίας εφόσον εφαρμοσθεί.
Όμως, το καλό ερευνητικό αποτέλεσμα που έχει επιτευχθεί προέρχεται από ατομικές προσπάθειες των μελών της ερευνητικής μας κοινότητας. Δεν έχει διαμορφωθεί μία στρατηγική έρευνας που θα μας κάνει αναγνωρίσιμους με διακριτό ρόλο στα πανεπιστημιακά πράγματα της ευρύτερης περιοχής.  
Σε αυτή την κατεύθυνση, κατά την γνώμη μου, η προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί είναι να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση ερευνητικών προσπαθειών όπου το ΠΑ έχει πλεονέκτημα λόγω ιστορίας ή θέσης. Πρέπει να προσδιορισθούν αυτές οι περιοχές “niche” για να δανειστώ έναν όρο από τα οικονομικά και να εστιάσουμε εκεί. Τέτοιες περιοχές, ήδη αναγνωρίσιμες,  μπορεί να είναι ο χώρος του περιβάλλοντος, της σχεδίασης προϊόντων, της ναυτιλίας, ή των μεσογειακών σπουδών.  Έχουμε αρκετά τμήματα με διακριτό αντικείμενο. Γύρω από αυτά τα τμήματα-πυρήνες μπορούν να διαμορφωθούν πόλοι αριστείας, με την συνδρομή όλης της κοινότητας. Θα προκύψουν πολλαπλασιαστικά οφέλη με αποτέλεσμα να ανέβουν και άλλα τμήματα ή εργαστήρια που έχουν μεγαλύτερο ανταγωνισμό. Η ίδρυση ερευνητικών κέντρων του πανεπιστημίου όπως το κέντρο θεωρητικών σπουδών “Κ. Καραθεοδωρή” στην Σάμο βοηθάει προς αυτή την κατεύθυνση.


Σε επίπεδο στελέχωσης, παρατηρείται στα καινούργια τμήματα να συνυπάρχουν πολλά γνωστικά αντικείμενα  που υπηρετούνται από έναν διδάσκοντα-ερευνητή, μία φυσιολογική αρχική κατάσταση δεδομένου του αντικειμένου του τμήματος (πχ.  ΤΜΟΔ). Για να υπάρξει όμως έρευνα με επίπτωση (impact) είναι αναγκαία η δημιουργία ισχυρών ερευνητικών ομάδων. Άρα τα τμήματα πρέπει να βρουν τρόπους να ενισχύσουν τις ερευνητικές ομάδες τους διατηρώντας την ποικιλία των διδασκόμενων γνωστικών αντικειμένων.


Μακροπρόθεσμα πρέπει να εξετάσουμε και το είδος των τμημάτων που θέλουμε. Η αρχική στρατηγική με τμήματα σχετικά χαμηλού κόστους και καινοτόμο περιεχόμενο ήταν μία σοφή επιλογή που δούλεψε για τα προηγούμενα 25 χρόνια. Όμως, σε μία καθαρά τεχνολογική εποχή το ΠΑ μπορεί και πρέπει να διαθέτει έναν ικανό αριθμό περισσότερο ή λιγότερο παραδοσιακών τεχνολογικών τμημάτων. Εκτός από το εγγενές ενδιαφέρον μίας τέτοιας επιλογής, της επιλογής-φιλοδοξίας το ΠΑ να είναι ένα μεγάλο, γενικό πανεπιστήμιο, μία τέτοια επιλογή τμημάτων μας κάνει περισσότερο ανθεκτικούς στον ανταγωνισμό από ιδιωτικές επιχειρήσεις που θα ιδρύσουν τμήματα παρεμφερούς αντικειμένου με αυτό των τμημάτων του ΠΑ σήμερα.
Πάντως, σήμερα τα πανεπιστήμια είναι πολύ δυσκίνητα. Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα βοηθήσει εφόσον το πανεπιστήμιο δεν κατακτήσει την αυτονομία του από την εσω- ή εξω-πανεπιστημιακή πολιτική εξουσία ώστε να κινηθεί ευέλικτα στο διεθνές γίγνεσθαι λογοδοτώντας κάθε στιγμή στην ελληνική κοινωνία
Μία συνολική συζήτηση με αντικείμενο τα παραπάνω πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατόν σε επίπεδο τμημάτων και συγκλήτου ώστε να διαμορφωθεί μία στρατηγική έρευνας και ανάπτυξης του ΠΑ με ορίζοντα εικοσαετίας.