Αρχική Απόψεις Aρθρα Κωστής Μουσουρούλης: άρθρο για την ενεργειακή απόδοση (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Κωστής Μουσουρούλης: άρθρο για την ενεργειακή απόδοση (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

16

 Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης (ΒΕΑ) : μια μεγάλη ευκαιρία για ανάπτυξη, απασχόληση και προστασία του περιβάλλοντος.


Η ΒΕΑ στην οικονομική δραστηριότητα αποτελεί σταθερή προτεραιότητα για την Κοινοτική ενεργειακή πολιτική, γιατί μπορεί να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το μείζον πρόβλημα της ενεργειακής σπατάλης στην τελική κατανάλωση ενέργειας και να συμβάλλει σημαντικά στον περιορισμό των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, στην ενίσχυση της ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού, στον περιορισμό της εξάρτησης από ακριβές εισαγωγές ενέργειας αλλά και στη μείωση των αιχμών φορτίου ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Για αυτό και στο Κοινοτικό δίκαιο έχει αναπτυχθεί ένα ευρύ σύνολο Οδηγιών και Κανονισμών όπως πχ. ο Κανονισμός Energy Star, η Οδηγία ενεργειακής απόδοσης κτιρίων, οικολογικού σχεδιασμού (Eco-design), ενεργειακής σήμανσης (με 8 Οδηγίες εφαρμογής της). 


Μία από τις πιο βασικές Οδηγίες  είναι η Οδηγία – Πλαίσιο 2006/32/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση της ενέργειας («Οδηγία ομπρέλα», όπως την ονομάζουμε), σε εφαρμογή της οποίας υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το «Σχέδιο δράσης για την ενεργειακή απόδοση: Αξιοποίηση του δυναμικού» (ΣΔΕΑ).  Το ΣΔΕΑ, παρουσιάζει και αξιολογεί ποιοτικά και ποσοτικά μέτρα για τη μείωση της ενεργειακής έντασης και την προσφορά σε όλους τους πολίτες, υποδομών, προϊόντων και ενεργειακών υπηρεσιών με τον υψηλότερο, παγκοσμίως, ενεργειακό βαθμό απόδοσης. Σύμφωνα με το ΣΔΕΑ, η σημαντικότερη εξοικονόμηση μπορεί να πραγματοποιηθεί στον οικιακό τομέα και στα εμπορικά κτίρια (από 27% έως 30%), στη μεταποιητική βιομηχανία (25%) και στον τομέα των μεταφορών (26%). 


Με την Οδηγία αυτή αντιμετωπίζεται, για πρώτη φορά, συνολικά το θέμα της ΒΕΑ σε όλους τους τομείς (οικιακός, τριτογενής, βιομηχανία, μεταφορές) και τίθενται εθνικοί ενδεικτικοί στόχοι εξοικονόμησης ενέργειας που θα επιτευχθούν με την εφαρμογή εθνικών ΣΔΕΑ, μέσω παρεχόμενων ενεργειακών υπηρεσιών και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.  Ένας από τους κύριους στόχους είναι η διασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών και η τόνωση του ανταγωνισμού για τα ενεργειακά προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να οδηγήσουν σε ΒΕΑ από την πλευρά της ζήτησης.


Σε ότι αφορά στη χώρα μας, πρέπει να επισημάνω ότι στην προσπάθεια ΒΕΑ οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε δυο μεγάλα ζητήματα : πρώτον, την ανταπόκριση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στα νέα επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα και εξελίξεις στον τομέα της εξοικονόμησης ενέργειας και δεύτερον, το αυξημένο λειτουργικό κόστος πολλών τομέων της τελικής κατανάλωσης ενέργειας (κτίρια, βιομηχανία, μεταφορές) που οφείλεται στη χαμηλή ενεργειακή απόδοση αλλά και στην ανεπάρκεια της εγχώριας αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα της εξοικονόμησης ενέργειας.  


Για να αντιμετωπίσει το θέμα με τρόπο ολοκληρωμένο, είναι απαραίτητο να προσδιορισθούν ποσοτικοί στόχοι για όλους τους τελικούς καταναλωτές και, παράλληλα, να υπάρχει η δυνατότητα παρακολούθησης της ορθής εφαρμογής σειράς νομοθετικών ρυθμίσεων όπως πχ τα μέτρα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων, η προώθηση της συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας, ο οικολογικός σχεδιασμός των προϊόντων, η πιστοποίηση Energy Star, η σήμανση των συσκευών κλπ.


Για τους παραπάνω λόγους, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε προετοιμάσει κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για τη μεταφορά στο Ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2006/32/ΕΚ με ρυθμίσεις που αφορούν και επηρεάζουν όλες τις κοινωνικές και οικονομικές ομάδες, τους διανομείς ενέργειας, τους διαχειριστές δικτύων διανομής, τις εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, τους παρόχους ενεργειακών υπηρεσιών καθώς και τους ενεργειακούς επιθεωρητές.


Ειδικότερα, η αγορά ακινήτων θα καταστεί πολύ πιο ελκυστική από ότι είναι σήμερα δεδομένου ότι θα βελτιωθεί η ποιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται από τις επιχειρήσεις μελέτης και κατασκευής κτιρίων και βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Επίσης, θετικές επιπτώσεις αναμένονται στην παραγωγή και εμπορία ποιοτικών και ανταγωνιστικών δομικών προϊόντων και του σχετικού εξοπλισμού, κάτι που θα συμβάλλει και στον εξορθολογισμό της εμπορικής αξίας των κτιρίων, με βάση τόσο το αρχικό όσο και το λειτουργικό τους κόστος. Τέλος, θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και την εξαγωγική δυνατότητα των εμπλεκομένων επιχειρήσεων αυτών. Όσον αφορά στη βιομηχανία, η ΒΕΑ θα επιφέρει μείωση του κόστους παραγωγής στο τελικό προϊόν, γεγονός που θα επιδράσει θετικά στην ανταγωνιστικότητά του τόσο στην εσωτερική όσο και στη διεθνή αγορά.


Για την υποστήριξη της εφαρμογής των ρυθμίσεων, προβλέπεται η θέσπιση, μέσω εξουσιοδοτικών διατάξεων, κινήτρων για την βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση, η χορήγηση ενισχύσεων ήσσονος σημασίας (de minimis) σύμφωνα με τις διατάξεις του  απαλλακτικού Κανονισμού 1998/2006 (EE L 379/5) για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση κ.α. Παράλληλα, με Προεδρικό Διάταγμα, προβλέπεται η σύσταση ταμείου για την επιδότηση προγραμμάτων και άλλων μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.


Η μεγάλη καινοτομία του σχεδίου νόμου είναι η εισαγωγή του θεσμού της Χρηματοδότησης από Τρίτους (ΧΑΤ) σε ενεργειακά έργα. Πρόκειται για το άνοιγμα της αγοράς σε νέες Επιχειρήσεις Ενεργειακών Υπηρεσιών (Ε.Ε.Υ) και προϊόντων μέσω συμβάσεων ενεργειακής απόδοσης (Σ.Ε.Α.). Η παροχή ενεργειακών υπηρεσιών στην Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένη. Στο παρελθόν κάποιες προσπάθειες είχαν γίνει κυρίως για θερμικά ηλιακά συστήματα. Σήμερα, πολλές επιχειρήσεις, τεχνικές, κατασκευαστικές αλλά και προμηθευτές ενεργειακών συστημάτων, έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για ολοκληρωμένη δράση στην αγορά αυτή. Συμμετοχή μπορούν να έχουν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές εταιρείες ακόμη και εταιρείες κοινής ωφέλειας.


Η παροχή ενεργειακών υπηρεσιών αφορά το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Στο δημόσιο τομέα υπάρχει μεγάλο δυναμικό εξοικονόμησης. Το σχέδιο νόμου παρέχει τα κατάλληλα μέσα για να αναπτυχθεί η παροχή ενεργειακών υπηρεσιών στις υποδομές του δημοσίου, ακόμη και μέσω συμπράξεων με τον ιδιωτικό τομέα.  Στον ιδιωτικό τομέα η κατάσταση είναι πιο ευέλικτη. Δεν τίθενται ζητήματα ιδιοκτησίας και τα οικονομικά ανταλλάγματα των προτεινόμενων παρεμβάσεων μπορούν να προσδιορισθούν εύκολα και να αποδοθούν άμεσα. Ως εκ τούτου το ενδιαφέρον για την πραγματοποίηση τέτοιων έργων είναι μεγάλο και στη ζήτηση αλλά και στην προσφορά.


Η παροχή ενεργειακών υπηρεσιών συνίσταται, κυρίως, στην εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση, μέσω ειδικής έννομης σχέσης (π.χ. παράδειγμα χρηματοδοτική ή μακροχρόνια μίσθωση), ενεργητικών συστημάτων διαφόρων τεχνολογιών για παραγωγή ενέργειας (αυτόνομα ή σε συνδυασμό για φυσικό αέριο, θερμικά ηλιακά, γεωθερμικές αντλίες), συστημάτων για εξοικονόμηση ενέργειας ή και σε συνδυασμό των δύο αυτών βασικών κατηγοριών. Στους τελικούς χρήστες αυτών των εφαρμογών περιλαμβάνονται ξενοδοχεία, βιομηχανίες, μεγάλα συγκροτήματα κτιρίων κλπ.


Στη νέα αυτή αγορά θα δραστηριοποιηθούν οι Επιχειρήσεις Ενεργειακών Υπηρεσιών (ΕΕΥ), γνωστές ως ESCO (Energy Service Company), οι οποίες θα παρέχουν υπηρεσίες ενεργειακής απόδοσης, καταρτίζοντας προς το σκοπό αυτό συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης (ΣΕΑ).


Με τη ΣΕΑ ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά την οργάνωση του ενεργειακού έργου, το σχεδιασμό του κατασκευαστικού του μέρους, την προμήθεια και εγκατάσταση του απαραίτητου εξοπλισμού, την εκπαίδευση του προσωπικού του ωφελούμενου από την ενεργειακή υπηρεσία, τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τη διαχείριση της λειτουργίας του εξοπλισμού, την παροχή προσυμφωνημένων εγγυήσεων συγκεκριμένου επιπέδου εξοικονόμησης ενέργειας, τη διασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης για την υλοποίηση του έργου ενεργειακής απόδοσης, την παρακολούθηση της απόδοσης του έργου και, τέλος, τη συντήρηση, την επισκευή αλλά και τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού.


Οι ΕΕΥ θα παρέχουν με δικό τους τεχνολογικό και επενδυτικό κίνδυνο μια ενεργειακά αποδοτικότερη τεχνολογία στο χρήστη, με ίδια χρηματοδότηση ή με χρηματοδότηση από τρίτους (ΧΑΤ), η οποία θα επιφέρει όχι μόνο εξοικονόμηση ενέργειας αλλά και αντίστοιχο, με την εξοικονόμηση οικονομικό όφελος.


 Το όφελος αυτό αποτελεί το οικονομικό αντάλλαγμα της ΕΕΥ. Εν προκειμένω, ο κίνδυνος αναλαμβάνεται από τον φορέα χρηματοδότησης και υλοποίησης της επένδυσης, την ΕΕΥ, και όχι από τον τελικό χρήστη για τον οποίο το κόστος είναι μηδενικό. Η επένδυση θα αποπληρώνεται σταδιακά με ένα οικονομικό αντάλλαγμα που θα προσδιορίζεται βάσει του επιτευχθέντος αποτελέσματος σε όρους εξοικονόμησης ενέργειας, δηλαδή μέσω της επιτυχίας του επενδυτικού σχεδίου και της απόδοσης της επένδυσης. Με το πέρας της συμβατικά οριζόμενης περιόδου της παρεχόμενης υπηρεσίας, το όφελος της ενεργειακής εξοικονόμησης θα το επωφελείται εξολοκλήρου ο χρήστης μέσω της μειωμένης ενεργειακής του κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, με τη μείωση των λογαριασμών που πληρώνει στους προμηθευτές ενέργειας. 


Με δυο λόγια, η παροχή της ενεργειακής υπηρεσίας θα μειώσει την ενέργεια που χωρίς κόστος για τον τελικό χρήστη – καταναλωτή, αφού το κέρδος που επιτυγχάνεται από την εξοικονόμηση θα αποπληρώνει το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας.


Πρόκειται για την εισαγωγή χρηματοοικονομικής τεχνικής μέσα στα ενεργειακά προγράμματα αντί της ακολουθούμενης μέχρι σήμερα διαδικασίας παροχής κινήτρων μέσω απευθείας επιχορηγήσεων μέσω της οποίας φιλοδοξούμε να ενεργοποιήσουμε την επιχειρηματική κοινότητα για νέα δράση στον ενεργειακό τομέα. Η χρηματοοικονομική αυτή τεχνική, στηρίζεται στην αρχή ότι ένας τρίτος (πάροχος της ενεργειακής υπηρεσίας) και όχι ο χρήστης (τελικός καταναλωτής), αναλαμβάνει να συγκεντρώσει το κεφάλαιο, να υποβάλλει το σχέδιο, να τεκμηριώσει τη βιωσιμότητά του και να προσφέρει μία ολοκληρωμένη ενεργειακή υπηρεσία στον χρήστη. Η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοστεί κυρίως σε μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα, τα οποία απαιτούν τεράστιες επενδύσεις προκειμένου να φτάσουν στο βέλτιστο επίπεδο ορθολογικής χρήσης και κατ’ επέκταση, ενεργειακής εξοικονόμησης. 


Ένα παράδειγμα. Ένα παλαιό κτίριο λόγω της εξαιρετικά χαμηλής ενεργειακής του απόδοσης, απαιτεί μεγάλα λειτουργικά έξοδα για θέρμανση, ψύξη, φωτισμό. Ο δε ιδιοκτήτης ή χρήστης του, δεν διαθέτει τους πόρους για να χρηματοδοτήσει τις αναγκαίες παρεμβάσεις αλλά ούτε και τις γνώσεις ή το χρόνο για να τις οργανώσει και συντονίσει. Η ΕΕΥ μπορεί να παρέχει αυτήν ακριβώς την υπηρεσία: να μελετήσει, να συντονίσει, να υλοποίηση και να παρακολουθήσει όλες εκείνες τις παρεμβάσεις που θα επιφέρουν εξοικονόμηση ενέργειας. Η χρηματοδότηση μπορεί να προέλθει είτε από την ίδια την εταιρεία, είτε από τράπεζα. Η αμοιβή της ΕΕΥ θα προέλθει από την εξοικονόμηση ενέργειας που θα επιτευχθεί από την οποία ωφελούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι.


Οι ΕΕΥ, λειτουργώντας είτε με ίδια κεφάλαια είτε μέσω χρηματοδότησης από τρίτους (ΧΑΤ), έχουν αναγνωριστεί διεθνώς από τα σημαντικότερα εργαλεία για την προώθηση μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Είναι πολύ καινοτόμο και γενναίο εγχείρημα για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, το οποίο θα επιφέρει σημαντικά αποτελέσματα στον κρίσιμο τομέα της εξοικονόμησης ενέργειας, στην ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των επενδύσεων, καθώς και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Επίσης, πρόκειται να δώσει νέα ώθηση σε παραδοσιακούς κλάδους ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, με ταυτόχρονα θετικά οφέλη για το ενεργειακό ισοζύγιο της Ελλάδας.


Η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει ταχύτατα όλες τις αναωτέρω ρυθμίσεις και πρωτοβουλίες.


Ένα είναι βέβαιο : η διατήρηση της απαράδεκτης σημερινής κατάστασης, θα οδηγήσει σε πρόσθετη αύξηση της πρωτογενούς ενέργειας και, συνεπώς, στην αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και συνεπώς θα καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η εκπλήρωση των εθνικών μας δεσμεύσεων.


Παράλληλα, η μη λήψη μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές ενέργειας αλλά και στην απώλεια των ευκαιριών που παρουσιάζονται για τη δημιουργία αυτής της νέας αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών και νέων προϊόντων που έχει να προσφέρει νέες, πολλές και ποιοτικές θέσεις απασχόλησης.