Αρχική Πολιτισμός Βιβλιο- Παρουσίαση: «Αφάνεια», χαιρετισμός του Κ. Ζαφείρη

Βιβλιο- Παρουσίαση: «Αφάνεια», χαιρετισμός του Κ. Ζαφείρη

8

Παρουσίαση «Αφάνειας» Ομήρειο ΠΚΔ Χίου

9 Οκτωβρίου 2010

 

 Καλησπέρα σας

 

Σας ευχαριστώ πολύ όλους και όλες.

Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνετε την αμηχανία μου. Ίσως να γράφω καλές ομιλίες για άλλους, σίγουρα δεν ξέρω να τις εκφωνώ. Πολύ περισσότερο όταν οφείλω να μιλήσω για ένα δικό μου έργο, δηλαδή για τον εαυτό μου.

Ας προσπαθήσω όμως να μοιραστώ μαζί σας, αφού είχατε την καλοσύνη να έρθετε εδώ απόψε, κάποιες λίγες σκέψεις για την «Αφάνεια».

 

 

Ένα στοιχείο πρόκλησης, που θέλησα και προσπάθησα να αποδώσω στην «Αφάνεια», ήταν να αφηγηθώ μια ιστορία, από πολλές όψεις, από πολλές οπτικές γωνίες, μέσα από τα μάτια διαφορετικών ανθρώπων.

Ο καθένας έχει ν’ αφηγηθεί, να μαρτυρήσει τη δική του αλήθεια.

Ίσως γιατί τελικά δεν υπάρχει μόνο μια αλήθεια;

Ωστόσο, καθώς μιλούμε για ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις, για αινίγματα που αναζητούν τη λύση τους, κάποια, συμβατική έστω αλήθεια έπρεπε να υπάρξει, αλλιώς η ιστορία δε θα είχε τέλος. Μόνο που αυτή η συγκεκριμένη αλήθεια είναι τόσο αυτονόητη, τόσο προφανής, τόσο μπροστά στα μάτια μας που σχεδόν ακυρώνεται.

 Μια δεύτερη πρόκληση, ένα δεύτερο ζητούμενο, ήταν να σταθεί στα πόδια της μια ιστορία, που να αποδίδει αυτό το άυλο πλέγμα σχέσεων, ιδεών, αξιών, φημών, διαδόσεων, δικτύων που τελικά μας καθορίζει. Ζούμε όλοι και όλες σε μια μικρή κοινότητα, με τα ωραία και τα άσχημά της, και νομίζω καταλαβαίνετε τι εννοώ. Αυτό που λέμε με διάφορους τρόπους: κοινωνικός περίγυρος, παράδοση, θεσμοί, πνευματική κληρονομιά…

 Καταπιάστηκα ξέρετε πρώτη φορά μ’ αυτή τη θεματική στην «Εκδίκηση του Τυπογράφου». Ένιωθα ότι δίπλα στην υπαρκτή, στην καθημερινή πόλη που ζούμε, υψώνεται κι άλλη μια πόλη, καμωμένη από απροσδιόριστα υλικά. Από αυτό που πιάνουμε στον αδιόρατο αέρα της πόλης μας, κάθε πρωί που ξυπνάμε, κινούμαστε, εργαζόμαστε, δρούμε. Και κάθε βράδι πριν πλαγιάσουμε, φέρνοντας στο μυαλό μας κουβέντες διηγήσεις, μνήμες.

Και προσπάθησα αυτό τον προβληματισμό να τον πάω λίγο παραπέρα στο επόμενο βιβλίο.

Οι ήρωες στην «Αφάνεια», άραγε αυτενεργούν; Ή μήπως πράττουν, ότι ακριβώς είναι αναμενόμενο να πράξουν με βάση όλα τα παραπάνω; Και μήπως απλώς και μόνο ο συνδυασμός των πράξεων τους, με διαφορετικά σημεία εκκίνησης, οδηγεί σ’ αυτό το ντόμινο εξελίξεων που τελικά φτιάχνει την ιστορία. Είναι ένα ερώτημα στο οποίο καλείται ο αναγνώστης να δώσει απάντηση.

 

Κι εδώ υπήρχε μια παγίδα. Μιλώντας για πράγματα τόσο κοντινά, τόσο οικεία: όπως η τοπική κοινότητα, η ναυτική παράδοση, το –πολύ- κοντινό παρελθόν, η παγίδα ήταν να πέσεις άθελά σου σε μια λογική εξιδανίκευσης, σε μια λογική στρογγυλέματος, να υποκύψεις σε μια εξηγήσιμη νοσταλγία που θα υποστέλλει την κριτική σου ματιά. Θα ήταν εύκολο να προσπαθήσεις να αποδώσεις μια κοινωνία, μια μικρή κοινωνία, χωρίς εντάσεις, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς υπόγειες διαδρομές και εμφυλίους πίσω από ψηλούς τοίχους. Να το στρογγυλέψεις και να το γλυκάνεις δηλαδή. Το βλέπουμε να συμβαίνει πολύ συχνά, απότοκο ίσως των δύσκολων ημερών που περνάμε. Κι όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι, όσοι ζήσαμε αυτό το κοντινό παρελθόν το καταλαβαίνουμε. Προσπάθησα λοιπόν να σταθώ κριτικά απέναντι σ’ αυτό το χθες που συν-αποτελεί την ταυτότητά μας. Το αν το πέτυχα ή όχι θα το κρίνει, και πάλι, ο αναγνώστης.

 

Ο αναγνώστης, αυτός ο άγνωστος.

Ο τελικός αποδέκτης, ο αυστηρός κριτής, ο άγνωστος ή άγνωστη που πρέπει να γοητεύσεις. Ή ακόμα και ο γνωστός, ο φίλος, ο συνάδελφος στον οποίο πρέπει να μιλήσεις , πέρα από τις καθημερινές σου τις κουβέντες. Ο άνθρωπος που δε σε γνωρίζει αλλά θα σε μάθει μέσα από τις σελίδες σου. Που θα ήθελες να δικαιώσεις τις προσδοκίες του όταν πιάνει στα χέρια του το αποτέλεσμα της δικής σου προσπάθειας, το βιβλίο σου.

Ποιες είναι οι προσδοκίες αυτές; Για μια μόνο μπορώ νομίζω να μιλήσω. Για τη χαρά της ανάγνωσης. Για τη χαρά, την ευωχία μιας ιστορίας καλά ειπωμένης. Για κείνο το συναίσθημα που σε κάνει να μη θέλεις ν’ αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου, μέχρι να δεις τι λέει παρακάτω, τι θα συμβεί, πως τελειώνει. Ξέρω ακούγεται ίσως εύκολο και απλοϊκό, αλλά τουλάχιστον για τον ομιλούντα, αυτό ήταν, εδώ και χρόνια, το σημείο εκκίνησης. Η χαρά της ανάγνωσης που δίνει, μέσα από τη δουλειά σου, τη θέση της στη χαρά της αφήγησης και εξατμίζει, τελικά, το φόβο της έκθεσης.

 

Μιλάμε για συναισθήματα λοιπόν. Για χαρά και φόβο. Κι εγώ το συναίσθημα που αισθάνομαι απόψε είναι, όπως πολύ καλά καταλαβαίνετε, συγκίνηση. Μια συγκίνηση πολύ δυνατή που υπερβαίνει, ίσως, και την εγγενή αγοραφοβία μου. Μια συγκίνηση που εδράζεται στην ευγνωμοσύνη τελικά και στις ευχαριστίες σε πολλούς ανθρώπους:

Στη σύντροφο μου τη Γεωργία, που ξέρει να ανέχεται παραξενιές και δύσκολες στιγμές.

Στους δικούς μου που στέκονται εδώ και καιρό, πάρα πολύ καιρό στη θέση τους.

Σε πολλούς φίλους και φίλες, κοντινούς και μακρινούς, παρόντες και απόντες, που παρακολουθούν και στηρίζουν –πολύπλευρα- αυτή τη διαδρομή.

Στους ανθρώπους που βοήθησαν με πολλούς τρόπους για να βρεθούμε την αποψινή βραδιά.

 

Κι από καρδιάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Αντώνη και το Γιάννη Παληό, για τον ενθουσιασμό, τη ζεστασιά και τη φροντίδα με τις οποίες αγκάλιασαν την «Αφάνεια». Από την ολίγιστη εμπειρία που έχω από την επαφή μου με τον εκδοτικό χώρο, οφείλω να πω δημόσια ότι στη Χίο είμαστε τυχεροί που έχουμε τέτοιους εκδότες. Αν μιλούμε για «συγκριτικά πλεονεκτήματα» αυτά είναι τα άυλα, τα ισχυρά πλεονεκτήματά μας, ως κοινότητα, ως τόπος.

 

Αυτά είχα να σας πω και συγγνώμη για την αμήχανη φλυαρία μου, σας ευχαριστώ όλους και όλες, ελπίζω η «Αφάνεια» έτσι απλά να σας αρέσει, κι ελπίζω να συναντηθούμε ξανά σύντομα σε ένα ακόμα λιμάνι, ένα ακόμα σταθμό αυτής της διαδρομής.

Να είμαστε όλοι και όλες καλά!