Αρχική Απόψεις Aρθρα Σιδερής Τσούρος: Χωρίς μελάνι, αλλά και χωρίς ανθρωπιά…

Σιδερής Τσούρος: Χωρίς μελάνι, αλλά και χωρίς ανθρωπιά…

12

 «Μας τελείωσε το μελάνι και δεν μπορούμε να τυπώσουμε τις δικαστικές αποφάσεις» μου είπαν οι υπάλληλοι του Πρωτοδικείου την προηγούμενη Τρίτη. Εδώ και ένα χρόνο δεν τους στέλνουν χρήματα για μελάνι και οι προμηθευτές έκοψαν την πίστωση, με το δίκιο τους κι αυτοί, αφού το κράτος τους οφείλει χιλιάδες ευρώ! Το γεγονός μου φάνηκε τόσο απαράδεκτο, τόσο εξευτελιστικό για τους θεσμούς και τη Δικαιοσύνη… Έχει και το Μνημόνιο τα όριά του! Αποφάσισα να κάτω άμεσα μία επιστολή στις εφημερίδες και να στηλιτεύω το γεγονός!

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας χρειάστηκε να ταξιδέψω στην Αθήνα. Οι υποχρεώσεις μου με οδήγησαν στο κέντρο, πάνω από την οδό Αχαρνών. Σκεφτόμουν ότι δεν πρόλαβα να συντάξω το σημείωμά μου και ανηφόρισα την οδό Ηπείρου. Σπασμένα πεζοδρόμια, βρωμιά, κατεστραμμένες υποδομές, αλλά και αμέτρητα χαρούμενα παιδάκια όλων των ηλικιών και των φυλών, φώναζαν και έπαιζαν σε ακατάληπτη γλώσσα, χωρίς να νοιάζονται για το τι διαδραματίζεται στη χώρα και εάν κάτι τους λείπει… Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…

Έστριψα στην οδό Φυλής. Παρατηρώ να προπορεύεται μια κοπέλα, είναι δεν είναι είκοσι χρονών, το ντύσιμό της θυμίζει φοιτήτρια, χαϊμαλιά, ταγάρι, σγουρά μαλλιά. Ξαφνικά το κορίτσι, με τον πιο φυσικό τρόπο του κόσμου, εξαφανίζεται η μισή, από τη μέση και πάνω σε έναν κάδο σκουπιδιών. Με τον ίδιο τρόπο που θα έσκυβε στο ψυγείο με τα τυριά στο σούπερ μάρκετ, εκείνη μπαίνει στο σκουπιδομάνι και αναδύεται με μία φθαρμένη δερμάτινη γυναικεία τσάντα στα χέρια της. Τα βλέμματα μας διασταυρώνονται. Νοιώθω μία αδιευκρίνιστη ντροπή. Ίσως γιατί φοράω γραβάτα. Ίσως γιατί με περιμένει φαγοπότι με την παρέα. Ποιος ξέρει….

Προχωράω την οδό Πιπίνου με το κεφάλι κατεβασμένο και το στομάχι κάπως σφιγμένο, οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη, πως φτάσαμε ως εδώ, γιατί τους ανεχόμαστε, πώς θα τους ανατρέψουμε, ερωτήματα καταιγιστικά, που το μυαλό δεν προλαβαίνει ή και δεν είναι έτοιμο να απαντήσει… «Ψιτ! Κύριε…Μάθατε κάτι;» ακούω μια φωνή από πάνω μου, βρίσκομαι πια στη διασταύρωση Μιχαήλ Βόδα και Πιπίνου… Και πράγματι από το παράθυρο του νεοκλασικού μια αέρινη, αλλά αλλόκοτη μορφή με κοιτούσε με ανάκατη απορία και αγωνία. Ήταν μία γυναίκα γύρω στα σαράντα, περιποιημένη και ντυμένη αρκετά επίσημα για το μέρος και την ώρα. «Παρακαλώ;» ρώτησα, αφού πράγματι δεν κατάλαβα τι ήθελε το περίεργο πλάσμα να μου πει. «Μάθατε αν θα μας κλείσουν;» επανέλαβε, μα δεν ήμουν πια στην οδό Φυλής, οπότε δεν επρόκειτο για πορνείο σκέφτηκα. Κοίταξα την ταμπέλα στην είσοδο του κτιρίου «Κέντρο Ψυχικής Υγείας Ταϋγέτη». Αναλογίστηκα το μέγεθος του άγχους που κατέτρωγε αυτή την ήδη ταλαιπωρημένη ψυχή, και πόσο τραγικό είναι ακόμη και οι ανήμποροι να υφίστανται την αναλγησία των κρατούντων. Να αγωνιούν για το εάν αύριο θα βρεθούν στο δρόμο, χωρίς υποδομές και βοήθεια, δίχως φαγητό.

Οι πρωινές σκέψεις επανήλθαν στο μυαλό μου: Χωρίς μελάνι το Πρωτοδικείο. Μα τι στο διάολο; Τι να γράψω και τι να πω; Όταν η ανθρώπινη ζωή απαξιώνεται, έχει άραγε αυτό καμία σημασία; Όταν η κοινωνία γκρινιάζει, βογκά, ασφυκτιά, αποσυντίθεται, αλλά εντούτοις, παραμένει αδρανής και καθηλωμένη μπροστά σε μία τηλεοπτική οθόνη που μεταδίδει τούρκικα σίριαλ, λείπει στα αλήθεια το μελάνι από το Πρωτοδικείο; Μήπως λείπει τελικά και διαχρονικά η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά και η κοινωνική συνοχή; Αλλά αρκετά ζορίστηκα, ας ετοιμαστώ και εγώ για τη βραδινή μου βόλτα γιατί με αυτά και αυτά πέρασε η ώρα…

Του Ισίδωρου Τσούρου, Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Χίου