Αρχική Απόψεις Aρθρα Ειρήνη Νικολάκη – Καλαμάρη: «Οι Δούλες», λάθος επιλογή σε λάθος χρόνο…

Ειρήνη Νικολάκη – Καλαμάρη: «Οι Δούλες», λάθος επιλογή σε λάθος χρόνο…

5

Με αφορμή το θεατρικό έργο  «Οι Δούλες» του Ζαν Ζενέ

της συγγραφέα

                                                                                          Ειρήνης Νικολάκη – Καλαμάρη

 

  Η σαββατιάτικη πρεμιέρα  του έργου «Οι Δούλες»,  του περιθωριακού συγγραφέα Ζαν Ζενέ, που παίχτηκε στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χίου, από το Δη.Πε.Θε. Βορείου Αιγαίου, γέννησε προσδοκίες στο θεατρόφιλο κοινό που επηρεασμένο κι από την οικειότητα του τίτλου, έτρεξε να γεμίσει την αίθουσα. Και προκαλούσε συγκίνηση η αθρόα προσέλευση του κόσμου, καθώς γινόταν αντιληπτό πόσο διψασμένοι είναι οι άνθρωποι μιας αποκεντρωμένης περιοχής γι’ αυτό το είδος της τέχνης και πόσο οι Χιώτες, επιδιώκουν να στηρίξουν τον ταλαιπωρημένο και συνάμα σπουδαίο και αναγκαίο θεσμό του  Δη.Πε.Θε. για να μη σβήσει σαν κεράκι καταμεσής του δρόμου.

     Μέσα στην αίθουσα η έκπληξη θετική. Οι ευγενικές, όμορφες ταξιθέτριες –  θετική καινοτομία –   προσέδιδαν κύρος, τάξη και το δέοντα σεβασμό στο θεατή. Η ατμόσφαιρα πριν από την έναρξη συνηθισμένη. Αυτή της προσμονής. Το ίδιο συνηθισμένη και η αδημονία του κοινού, που καθώς η ώρα περνούσε – κόντευε εννέα –  κι η παράσταση καθυστερούσε, άρχισε ο ένας να ρωτάει τον άλλο: «μα γιατί αργεί τόσο;», για να εισπράξει τη στερεότυπη απάντηση που έλυνε την απορία: «εδώ, έτσι γίνεται». Οπότε προσαρμόζεσαι, αναγκαστικά, σωπαίνεις και περιμένεις, παρά το ότι αισθάνεσαι κάπως προσβεβλημένος, ειδικά αν είσαι από κείνους που ήρθαν λίγο νωρίτερα για να εξασφαλίσουν μια καλή θέση και στέκονται πάνω από μισή ώρα όρθιοι, έξω από την κλειστή πόρτα της αίθουσας. Αλήθεια, γιατί; Όμως, η υπέροχη φωνή της Εντίθ Πιάφ, που πλημμυρίζει το χώρο σε ηρεμεί, το ίδιο και η ευγενική φωνή που προτρέπει τους θεατές να κλείσουν τα κινητά τους κατά τη διάρκεια της παράστασης και να κάνουν ησυχία, για να κατανοήσουν και να απολαύσουν το έργο.

Παίρνεις πιο αναπαυτική θέση κι έχεις την προσοχή σου στραμμένη στη σκηνή. Το σκηνικό αποτελεί επιτυχημένη έμπνευση του καλλιτεχνικού διευθυντή Γιάννη Ζαφείρη, βασικού συντελεστή στην ενσάρκωση του έργου, αφού πέρα απ’ τη σκηνοθεσία και  σκηνογραφία, χρεώνεται και τον υπέροχο φωτισμό, καθώς και τις καταπληκτικές εικόνες – βίντεο, που το διακοσμούν.  Αξίζει συγχαρητήρια. Απεικονίζει, λοιπόν, η σκηνογραφία ένα «ζεστό», αισθαντικό,  γαλλικό υπνοδωμάτιο εποχής. Αλλά η ώρα έναρξης συνεχίζει να καθυστερεί αδικαιολόγητα και, όταν πλέον η υπομονή των θεατών εξαντλείται, η παράσταση αρχίζει…

     Το έργο αναμοχλεύει τα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής και στην πορεία αποδεικνύεται σκληρό. Στερητικό. Με αλληλοσυγκρουόμενες στάσεις και έντονη διείσδυση της φαντασίας, που τελικά η σκέψη του φόνου και η μετέπειτα αυτοκτονία, καταγράφει με χρώματα καταθλιπτικά την ύπαρξη. Το θέατρο, μέσα στο θέατρο, που παρακολουθούμε με τις παραληρηματικές ιδέες και ψευδαισθήσεις, με τις παρερμηνείες της πραγματικότητας και με τη στερεότυπη μονοτονία, δε δίνει διέξοδο. Οι ηθοποιοί αγωνίζονται να αποδώσουν μέσα από τη δύναμη της τέχνης την «τερατώδη ψυχή της δουλείας», μα και το ανεξιχνίαστο του ανθρώπου. Στα αρνητικά του έργου συγκαταλέγεται η επιδερμική ερμηνεία της ηθοποιού Δήμητρας Κώνστα (Κλαίρη), της οποίας ο ρόλος καταναλωνόταν σε άναρθρες, άσκοπες, υστερικές κραυγές, χωρίς τις δέουσες και αναγκαίες παύσεις, δόσεις θυμικού, σε αντίθεση με τις δύο άλλες  ζυγισμένες και στέρεες, της Κορίνας Βασιλοπούλου (Σολάνζ) και Δήμητρας Μασούρα (Κυρία). Παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η προσπάθειά τους, στους δύσκολους ρόλους τους.

     Σε μία ώρα το έργο, μονόπρακτα, τελειώνει κι εγώ μένω σκεφτική. Το ίδιο κι οι άλλοι τριγύρω μου. Σχεδόν όλοι. Έλεος, λέω. Οι συντελεστές δεν έλαβαν υπ’ όψιν τους τα σημεία των καιρών. Αυτή η, ομολογουμένως, υψηλής στάθμης παράσταση, πέραν των άλλων, ξένισε τους θεατές –  μιας και δεν αναφερόταν πουθενά η λέξη μονόπρακτο –  γεγονός που αποδείχτηκε από την αμηχανία τους, αφού μετά το τέλος συνέχιζαν να παραμένουν στις θέσεις τους, μη ξέροντας αν έπρεπε να μείνουν ή να φύγουν. Αυτή η παράσταση, λοιπόν, ήταν απελπιστικά για λίγους. Κατά την άποψή μου, ήταν λάθος επιλογή, σε λάθος χρόνο.

     Σαφώς και πρέπει, ενίοτε, να ανεβάζονται έργα υψηλής διανόησης, αλλά αφού το θεατρόφιλο κοινό έχει χορτάσει, έχει απολαύσει κάτι κατανοητό, κάτι που θα απαλύνει τη σκληρότητα των ημερών που διάγουμε. Αυτός, εξάλλου, είναι κι ο στόχος του καταπληκτικού θεσμού των Δη.Πε.Θε.: να παράσχει θεατρική παιδεία στους ξεχασμένους κατοίκους της επαρχίας. Όλοι προσδοκούμε να γίνει το καλύτερο, όμως, για ν’ ανεβεί ο πήχης ψηλά, είναι νομοτελειακό να περάσει πρώτα απ’ τα χαμηλά. Άλλωστε αναρωτιέμαι και το θεωρώ κρίμα: γιατί να αγνοούνται τόσοι εξαιρετικοί Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς;