Αρχική Απόψεις Συνεντεύξεις Ενα επίκαιρο άρθρο του 1975 για τους διαγωνισμούς των αρχαιολόγων

Ενα επίκαιρο άρθρο του 1975 για τους διαγωνισμούς των αρχαιολόγων

33


Γραπτός διαγωνισμός για τους αρχαιολόγους:
ένα ιστορικό κείμενο του Δ.Ι.Πάλλα
για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι



“Μια που τελευταία αναπτύσσεται ένας έντονος διάλογος για τον τρόπο εισαγωγής των αρχαιολόγων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, σκεφθήκαμε -σημειώνεται από το Σωματείο των Εκτάκτων- πως θα ήταν χρήσιμο να αναδημοσιεύσουμε ασχολίαστο το μεγαλύτερο μέρος ενός κειμένου του Δ.Ι. Πάλλα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα TO BHMA, στις 9 Απριλίου 1975. Εικοσιπέντε χρόνια μετά, πιστεύουμε πως διατηρεί την επικαιρότητά του, δίνοντας απαντήσεις στα επιχειρήματα και των σημερινών, όψιμων υποστηρικτών του “διαγωνισμού”.

• • •
TO BHMA,Τετάρτη 9 Απριλίου 1975.
Θέσεις και γνώμες
Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ (3. Μορφωτική κατάρτιση)


Του Καθηγητού Δ.Ι. Πάλλα 


Από τα βασικά ζητήματα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και του κλάδου των αρχαιολόγων είναι, λοιπόν, από το ένα μέρος η μόρφωση των τελευταίων και από το άλλο η σωστή αντίληψη για την αποστολή των, τόσο ως κρατικών υπαλλήλων (η σωστή εκπλήρωση των συμβατικών των υποχρεώσεων) όσο και ως επιστημόνων (η επιστημονική έρευνα ως προσωπικό ιδανικό). Με τον όρο “μόρφωση” ο καθένας μας εννοεί πρώτα την από μέρους του αρχαιολόγου κατοχή των ορισμένων εκείνων γνώσεων, που συνιστούν την προϋπόθεση για την επιτυχημένη άσκηση της εξειδικευμένης υπηρεσίας του υπαλλήλου. (…) η μόρφωση του αρχαιολόγου συνίσταται από δύο σκέλη: Από ένα ποσόν γνώσεων, που τις αποκομίζει από τις πανεπιστημιακές του σπουδές και από μία εμπειρία, ανεξάρτητη από τις παραδόσεις της πανεπιστημιακής έδρας. Ως προς το πρώτο η επαγγελματική επάρκεια του αρχαιολόγου διαπιστώνεται μ’ ένα εισαγωγικό διαγωνισμό· το δεύτερο αποκτάται με θητεία σε μία αρχαιολογική υπηρεσία ή κοντά σ’ ένα έμπειρο αρχαιολόγο.


Η επιτυχία όμως σ’ ένα διαγωνισμό είναι ενδεικτική μόνο· δεν προκαθορίζει και την ικανότητα αυτού που “πέτυχε”, ως αρχαιολογικού υπαλλήλου, αφού δημιουργείται μέσα στον κλάδο πάντα μία “κοινή γνώμη” για τον καθένα. Ούτε είναι δυνατό να παραδεχθεί κανείς ότι ο “επιστημονικός χαρακτήρας” της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας εξαρτάται από τον εισαγωγικό διαγωνισμό. Η ύπαρξή του ή η ανυπαρξία του ούτε “προβιβάζει” ούτε “υποβιβάζει” επιστημονικώς τον κλάδο. Γιατί σχεδόν όλες οι κρατικές υπηρεσίες σήμερα έχουν επιστημονικό χαρακτήρα. Εξάλλου γίνονται διαγωνισμοί για την κατάληψη και θέσεων δίχως επιστημονικό χαρακτήρα, θα έλεγε δε κανείς ότι οι εισαγωγικοί διαγωνισμοί απαιτούνται εκεί, κυρίως, όπου είναι αρκετό οι υπάλληλοι να διαθέτουν ένα ελάχιστο ποσόν γνώσεων. Στον τομέα μας η επιστήμη είναι όχι το ν’ ακολουθήσουμε ένα υπόδειγμα επεξεργασίας αρχαιολογικού υλικού και να δημοσιεύσουμε μία σειρά μελετών, αλλά η πνευματική εγρήγορση του ερευνητή, απέναντι στο από μέρους του επιστητό, μαζί με μία πειθαρχία στη μέθοδό του να το προσεγγίσει – να το προσεγγίσει ερευνητικά. Πρόκειται για μια πνευματική στάση, που δεν την προσδιορίζει η “επιτυχία” σ’ ένα διαγωνισμό μόνη.


Έπειτα οι διαγωνισμοί, καθώς αποτείνονται κυρίως στη μνήμη, δεν αποτελούν εχέγγυο, πάντα, ότι επιτυχαίνουν οι καλύτερα καταρτισμένοι. Ο διαγωνισμός, ως εισαγωγικός θεσμός, συνιστά πλεονέκτημα μόνο για όσους πέρασαν πρόσφατα από πτυχιακές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Πριν περίπου από δύο δεκαετίες έτυχε να κινδυνεύσει σοβαρά σε εισαγωγικό διαγωνισμό επιμελητών αρχαιοτήτων πρόσωπο που επί χρόνια είχε εργασθεί ως επιστημονικός βοηθός σε ξένο αρχαιολογικό ίδρυμα, είχε ευρύτερες σπουδές στο εξωτερικό κοντά σε ονομαστό καθηγητή και είχε αποκτήσει διδακτορικό δίπλωμα από τον ίδιο καθηγητή, πρόσωπο έτσι περισσότερο καταρτισμένο, ίσως, από άλλα που ήσαν ήδη στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Τέλος υπάρχουν παραδείγματα αρχαιολόγων, που μπήκαν στην Υπηρεσία – μάλιστα απ’ ευθείας ως Έφοροι – δίχως διαγωνισμό. Ονομαστικά οι: Μαρίνος Καλλιγάς, Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και κατόπιν Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, Στυλιανός Πελεκανίδης, Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και κατόπιν καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Λίνος Πολίτης, Έφορος Κλασικών Αρχαιοτήτων και κατόπιν καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Μανόλης Χατζηδάκης, Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και κατόπιν διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου.


Πρόσωπα, δηλαδή, για τα οποία η δίχως διαγωνισμό εισαγωγή στην Υπηρεσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιστημονικός υποβιβασμός του κλάδου. Αυτά τον καιρό της Κατοχής. Παρόμοια διορίστηκαν δίχως διαγωνισμό Επιμελητές Αρχαιοτήτων κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας. Εθνικές περιπέτειες και καθεστωτικές ανωμαλίες επιφέρουν εκτροπές από καθιερωμένους θεσμούς. Ωστόσο η Υπηρεσία έχει, δοσμένα από το Νόμο, τα μέσα να βάλει τον κάθε υπάλληλό της στη θέση του αναφορικά προς την υπηρεσιακή του σταδιοδρομία, τόσο εκείνους που μπαίνουν στον κλάδο σε ομαλές περιόδους όσο και τους σε ανώμαλες. Πάντως οι αρχαιολόγοι δεν είναι κάτι σαν ιερατείο, που η καθιέρωσή του να επιβάλλεται με μια λίγο ως πολύ τυπική πράξη, όπως η χειροτονία, με μια μαγικής αντίληψη καταξίωση. Ας μη συνηθίσουμε σε φορμαλιστικό τρόπο σκέψης.


Με τα παραπάνω δεν θέλησα, με κανένα τρόπο, να υποστηρίξω ότι πρέπει να καταργηθεί ο διαγωνισμός ως εισαγωγικός θεσμός στην Αρχαιολογική Υπηρεσία (άλλοτε ήταν νόμος· μετά τον πόλεμο περιέπεσε σε έθιμο), αλλά να τονίσω, ότι ο τρόπος αυτός εισαγωγής – με διαγωνισμό – είναι σε αρκετό μέτρο παραπλανητικός. Θυμίζω, από προσωπική εμπειρία, σε πόση αμηχανία βρεθήκαμε πολλοί, ύστερα από την εισαγωγή μας στην Υπηρεσία, χωρίς άλλη προϋπηρεσία ή μαθητεία εμπρός σε μια υπηρεσιακή αποστολή κατά την επαφή μας προς τα πράγματα: Να κάνουμε αυτοψία χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε αυτό που βλέπουμε, να κάνουμε ανασκαφή χωρίς να ξέρουμε, έτσι καθώς είμαστε δίχως πείρα. Και πλουτίζουμε την πείρα μας σε βάρος των αρχαίων. Θέλω να καταλήξω στο ότι πρέπει να μελετηθεί νέος τρόπος, να εξευρεθεί άλλο σύστημα επιλογής όσων θα αποτελέσουν τα στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ίσως πρέπει να θεωρηθεί ως προϋπόθεση για την πρόσληψη η προϋπηρεσία ως επιστημονικού βοηθού σε Εφορεία Αρχαιοτήτων ή σε Μουσείο· η επιλογή όμως να γίνεται με τρόπο, που να εγγυάται την απροσωπόληπτη πρόσληψη, ανεξάρτητα από τις φιλίες και συμπάθειες που είναι φυσικό να έχουν αναπτυχθεί στο μεταξύ ανάμεσα στον υποψήφιο για μονιμοποίηση στον κλάδο και στους ενδεχομένως εξεταστές του.


(…)Τέλος, αυτό που θα ευχόταν κανείς είναι να ατονήσει – δεν ξέρω αν μπορεί να λείψει – ο φατριασμός, που από δεκαετίες ταλανίζει τον κλάδο των αρχαιολόγων και όλη την Υπηρεσία. Το χειρότερο είναι ότι ο φατριασμός αλλοτριώνει την προσωπικότητα των νέων. Πολλές φορές ο νέος φοβάται, ότι διακινδυνεύει τη σταδιοδρομία του, αν χαιρετήσει στα φανερά κάποιον, που ο “Προστάτης” του τον θεωρεί βάσιμα ή αβάσιμα αντίπαλό του· και που, στα κρυφά, σχεδόν ορμάει ο προστατευόμενος στις αγκάλες του “αντιπάλου” του προστάτη του. Ένας φατριασμός, που σε τελευταία ανάλυση αποβαίνει σε βάρος των μνημείων. Το τελευταίο τούτο δεν το πρόσθεσα ως σχήμα λόγου.


Διατύπωσα μερικές απόψεις και είπα μερικές αλήθειες που, ενδεχομένως, μπορεί να ωφελήσουν”.
 

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΣήμερα η απόφαση της ΠΟΕ ΟΤΑ για συνέχιση της απεργίας
Επόμενο άρθροΓενικό δίκτυο ακτοπλοϊκών γραμμών