Αρχική Απόψεις Aρθρα Ευγενία Κώττη:Οι σταυρωμένοι των Νοσοκομείων

Ευγενία Κώττη:Οι σταυρωμένοι των Νοσοκομείων

20

  

Είχα διαβάσει ότι τα καλύτερα ποιήματα γράφονται στη φυλακή, στα νοσοκομεία, στις εξορίες, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Εκεί δηλαδή που ο άνθρωπος μετράει το ηθικό του ανάστημα, δοκιμάζει τα όρια του και εξερευνά το ατομικό του σύμπαν. Δεν φιλοδοξώ να γράψω το καλύτερο άρθρο μου, επιπλέον κανείς δεν ξέρει αν θα είναι το κύκνειο άσμα… Έχει μόνο σημασία ότι γράφεται στο κρεβάτι του «Σκυλίτσειου» Νοσοκομείου Χίου με έναν ορό στο δεξί χέρι. Την ώρα που εκατοντάδες, χιλιάδες παλιοί και νεόκοποι «σωτήρες» έχουν επιδοθεί στο κυνήγι του σταυρού κάποιοι άλλοι σηκώνουν το δικό τους σταυρό αντιμέτωποι με χρόνια προβλήματα υγείας νοσηλευόμενοι στο σπίτι ή στο νοσοκομείο. Σταυροί, παντού σταυροί… Τι παράξενη συγκυρία. Η κορύφωση του Θείου Δράματος να συμπίπτει με εκείνη του ατομικού. Για μερικούς ανθρώπους η «σταύρωση» είναι καθημερινή, κρατάει μέρες, μήνες, χρόνια.  Την ώρα που στις εκκλησίες ακούγονταν το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…» και σε κλίμα κατάνυξης περιφέρονταν ο σταυρωμένος Χριστός, διάβαινα για πολλοστή φορά την πόρτα του Τμήματος «Επειγόντων περιστατικών» του Σκυλίτσειου. Χιλιοπαιγμένο έργο. Οι φλεβοκαθετήρες, οι βελόνες, οι ενέσεις στο σώμα σου, ματώνουν  όπως τα αγκάθια από το στεφάνι στο κεφάλι  του Χριστού. Ξαπλώνεις στο κρεβάτι και απλώνεις τα χέρια δεξιά αριστερά. Αφήνεσαι στους ευγενικούς νοσηλευτές για να σε προετοιμάσουν για μια ακόμη εισαγωγή στο νοσοκομείο. Οριζόντιος σταυρός τα κρεβάτια του Νοσοκομείου  και ο πόνος από τα τρυπήματα  να φτάνει τόσο πιο βαθιά στην καρδιά σου όσο πιο πολλές φορές έχεις υποστεί αυτό το μαρτύριο… Κάθε «αχ» κάθε κραυγή πόνου από τους ταλαιπωρημένους ασθενείς, αντηχεί σαν την κραυγή του εσταυρωμένου Χριστού «Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;». Το ασανσέρ και ο τραυματιοφορέας σε οδηγεί γρήγορα και εύκολα στον όροφο, στην κλινική που θα νοσηλευθείς, στο δικό σου  Γολγοθά. Ανηφορικός κακοτράχαλος αν και επίπεδος και στρωμένος με μάρμαρα…

  Κοιτάζεις γύρω σου, στα διπλανά κρεβάτια, στα διπλανά δωμάτια, στο διάδρομο-την οδό του Μαρτυρίου- όπου πρέπει να περπατάνε όλοι οι χειρουργημένοι για να επισπευσθεί η ανάρρωσή τους- και βλέπεις τόσους σταυρούς. Αόρατους. Τόσους σταυρωμένους. Ορατούς. Απλώνεις το χέρι από το κρεβάτι σου και αγγίζεις το χέρι της ηλικιωμένης, μοναχικής γυναίκας που ζει τη δική της σταύρωση στο διπλανό κρεβάτι. Πιο πέρα μια πονεμένη μάνα με τον άρρωστο γιό της, ένας καρκινοπαθής, μια τραυματισμένη οικονομική μετανάστρια κι ένας πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Συμπάσχεις μαζί τους. Δεν ξέρεις για ποιόν να λυπηθείς περισσότερο για εκείνους ή για τον εαυτό σου. « Μοιραστήκαμε τη σταύρωση της αρρώστιας, του πόνου, θα μοιραστούμε άραγε και την ανάσταση της βελτίωσης της υγείας μας;» σκέφτεσαι. Όμως τώρα πια το ξέρεις. Ο Γολγοθάς είναι μοναχικός δρόμος. Όσο και αν σε περιβάλλουν με την θεραπευτική τους αγάπη οικογένεια και φίλοι-τυχεροί όσοι, όπως εγώ, έχουν- ξέρεις πως μόνος πρέπει να σηκώσεις το σταυρό, στα δικά σου χέρια και πόδια θα μπουν τα καρφιά και εσύ θα παλέψεις με το θάνατο. Για λίγο ξαποσταίνεις όταν έρχονται όπως το Σίμωνα να σου σηκώσουν το σταυρό.

Γεμάτα τα Νοσοκομεία, τα σπίτια με ασθενείς από Σίμωνες… Όχι μόνο τα μέλη της οικογένειά σου που ξαγρυπνούν στο πλευρό σου, οι πιο καρδιακοί φίλοι αλλά και οι γιατροί-‘Ανθρωποι και οι ακούραστοι αν και κακοπληρωμένοι νοσηλευτές. Ο μέχρι χτές άγνωστος που συνοδεύει την ασθενή στο απέναντι κρεβάτι και προθυμοποιείται να σε βοηθήσει σε κάθε σου επώδυνη κίνηση, η νοσηλεύτρια που σου ζητά «συγνώμη» γιατί σε τρύπησε και δε σου βρήκε φλέβα, που προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανακουφίσει τον πόνο σου, να σε βοηθήσει να σηκωθείς, να σε εμψυχώσει, να σε καθαρίσει για να νιώθεις αξιοπρεπής, η αγκαλιά της αποκλειστικής  στην ηλικιωμένη γυναίκα για να την κάνει να ηρεμήσει. Η ειδικευόμενη γιατρός που αφιερώνει άπειρο χρόνο και αγάπη για την ξεχασμένη από τους συγγενείς της ηλικιωμένη, χειρουργημένη γυναίκα. Ξαποσταίνεις ακόμη από το χαμόγελο των κοριτσιών που σερβίρουν το φαγητό, που καθαρίζουν, το χιούμορ και οι αντοχές- παρά τις ελλείψεις- των τραυματιοφορέων, το γνήσιο ενδιαφέρον τους για τη υγεία σου και οι ευχές τους για γρήγορη ανάρρωση.

Ακτίνες φωτός στα σκοτάδια της ψυχής του πάσχοντος, μονίμως σταυρωμένου ανθρώπου. Πόνος, ανημποριά, αγωνία, ανασφάλεια, φόβος, έρεβος. Έξω άνοιξη, μέσα βαρυχειμωνιά.

Η ζωή μάχεται με το θάνατο, η πάλη με την παραίτηση, η ανθρωπιά με την απανθρωπιά, η ελπίδα με την απελπισία. Νοσοκομείο ο χώρος των αντιθέσεων, πεδίο μάχης… Ανάμεσα σε πόνους, ενέσεις, εξετάσεις, ορούς που στάζουν και φλέβες που σπάνε, ρίχνεις μια φευγαλέα ματιά έξω από το παράθυρο. Τα χελιδόνια που έχουν χτίσει επιμελώς τις φωλιές τους στις γωνίες του παραθύρου, με το τιτίβισμά τους σου στέλνουν μηνύματα ζωής.   Πόσο μεγάλα φαίνονται τα μικρά πράγματα που βλέπει κανείς γύρω του, καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, δέσμιος της αρρώστιας και του πόνου. Όλα λειτουργούν σαν έναν τεράστιο μεγεθυντικό φακό. Στιγμές μικρής διάρκειας και μεγάλης έντασης η ώρα της προσκύνησης του  Επιτάφιος που πέρασε μέσα από τους διαδρόμους του Νοσοκομείου με επικεφαλής τον ιερέα, τους ψάλτες και τους πιστούς να ακολουθούν. Πόσοι επιτάφιοι θρήνοι ανθρώπων ξεκίνησαν μέσα από τούτα τα δωμάτια, τούτους τους διαδρόμους; Να είναι άραγε τα δάκρυα που κυλούν στα μάτια μας για το Θείο ή τα ανθρώπινα πάθη;

Τα ίδια δάκρυα που κύλησαν στα μάτια ασθενών αλλά και συνοδών το βράδυ του Μ. Σαββάτου όταν χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες των γειτονικών εκκλησιών αναγγέλλοντας την Ανάσταση του Χριστού. Είναι πολύ δύσκολο να λες «Χριστός Ανέστη» όταν εσύ ακόμη περνάς σταύρωση… Κάποιοι θα φύγουν από το Νοσοκομείο κουβαλώντας το σταυρό τους το σπίτι… Ανταλλάσσουμε το φιλί της Αγάπης με τους νοσηλευτές που μας πρόσφεραν τις υπηρεσίες και την αγάπη τους τόσες μέρες. Ούτε λαμπάδες, ούτε χαρά, ούτε αναστάσιμο φως, ούτε κόκκινα αυγά. Μόνο άσπρο, μπεζ, μπλε και πράσινο χρώμα όπως τα ,  οι κουβέρτες, οι τοίχοι και οι στολές νοσηλευτών και γιατρών…

Ξημερώνει η μέρα του Πάσχα, ο ανοιξιάτικος ήλιος που ανατέλλει απλώνει το χέρι του στους ασθενείς που δεν μπορούν να το πιάσουν γιατί ζουν το σκοτάδι της αρρώστιας. Το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης του Χριστού έμεινε έξω από τους τοίχους του νοσοκομείου. Ο Χριστός αναστήθηκε οι άνθρωποι όμως όχι. Η δική τους ανάσταση δεν θα έρθει νομοτελειακά, πρέπει να παλέψουν πολύ για αυτή. Πρέπει πρώτα από όλα να αντέξουν την διαρκή σταύρωση. Από όλο αυτό τον Γολγοθά έχουν κερδίσει κάτι, το άγγιγμα ψυχής από το συγγενή, το φίλο, τον ξένο, το γιατρό, το νοσηλευτή. Θα έρθει και η δική μας ανάσταση; Δύσκολο να απαντήσει κανείς με βεβαιότητα, μόνο με ένα απόσπασμα από την συλλογή του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ευγενής Δωρεά»:


 Είχα ανάγκη να υπάρχεις. Να βρω

ν’ ακουμπήσω κάπου τη λύπη μου.

Σε καιρούς όπου όλα, πρόσωπα,

 αισθήματα, ιδέες, ήταν ρευστά,

χρειαζόμουν μια πέτρα στερεή

ν’ ακουμπώ το χαρτί μου.

 

Μην αποσύρεις την πέτρα σου,

Κύριε, και μείνουν τα χέρια μου

στο κενό. Έχω ακόμη να γράψω.

 

Ευγενία  Κώττη