15 C
Chios
Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου, 2021
Αρχική Πολιτισμός Εκδήλωση για το Γιώργο Κοινούση στα ΟΜΗΡΕΙΑ 2014 από τη Δ.Ε. Ομηρούπολης

Εκδήλωση για το Γιώργο Κοινούση στα ΟΜΗΡΕΙΑ 2014 από τη Δ.Ε. Ομηρούπολης

25

 

Συνθέτης, τραγουδιστής, ακορντεονίστας, αρμονίστας ο Γιώργος Κοινούσης, γεννήθηκε στα Λειβάδια της Χίου, μεγάλωσε στο Χατζηκυριάκειο, μένει στο Λαγονήσι. 

Μέσα από την παρουσίαση της αυτοβιογραφίας του “Στην Ατελείωτη Ασφαλτο’, η Δημοτική Ενότητα Ομηρούπολης θα τον τιμήσει στη σχετική εκδήλωση που θα γίνει στις 3 Αυγούστου στην πλατεία του Αφανή Ναύτη στα πλαίσια των εξδηλώσεων ΟΜΗΡΕΙΑ 2014 και με την παρουσία του ίδιου του καλλιτέχνη.

Στη συνέχεια τμήμα της αυτοβιογραφίας του όπως παρουσίαστηκε στην ιστοσελίδα LIFO.GR

ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΕΡΓΙΟ ΚΑΡΝΑΚΙΑ

 

Magnify Image

Φωτό: Σπύρος Στάβερης.

 

 Συνεργάστηκα με όλα τα κορυφαία ονόματα σε πάλκο, όπως με τον Στέλιο Καζαντζίδη στου Ξυπολυτάκου και μετά στου Κουλουριώτη στο Μοσχάτο, και ως εκτελεστής στη δισκογραφία. Στα δεκάξι μου έδωσα και τα πρώτα μου τραγούδια στην Καίτη Γκρέυ, «Το κορμί σου σαν λυγίζεις» και «Είμαι μια δυστυχισμένη». Τότε στην Κολούμπια είχα αφήσει καλή εντύπωση στις εκτελέσεις και με ήθελαν να παίζω σε όλα τα τραγούδια τους. Έπαιξα σε επιτυχίες των Καζαντζίδη, Γκρέυ, Μπιθικώτση, Πόλυς Πάνου, Αγγελόπουλου, Γαβαλά, Αναγνωστάκη. Θυμάμαι το μπράβο του Μανώλη Χιώτη στο «Πάρε το δάκρυ μου». Αυτός ήταν ο τέλειος άνθρωπος, ασύγκριτος μουσικός, ο καλύτερος που έχω γνωρίσει.

 Ως οργανοπαίκτης συνέχισα μέχρι το 1966. Ήθελα να γίνω συνθέτης, είχα το χάρισμα του στίχου – επαινώ πάντα τον στιχουργό, ο στίχος είναι σαν το αριστερό πόδι του ποδοσφαιριστή. Τότε φεύγαμε και πολλές φορές χωρίς νυχτοκάματο. Δεν γέμιζαν πάντα τα μαγαζιά, αυτό άλλαξε μετά το 1965. Τότε γέμιζαν τα κέντρα με πολλά λεφτά. Ήθελαν εφέ, έσπαγαν πιάτα για να ψήσουν τις γκόμενες – αυτά μας φάγανε. Στο πρώτο μου τραγούδι καυτηρίαζα: «να σου δίνουν τα γραμμάτια χαστούκια και να θες και το ουίσκι στα μπουζούκια». Εγώ έπαιζα και προτιμούσα να πάρω ένα τούβλο για να φτιάξω σπίτι παρά να πάρω παπούτσια.

 

 

Μεγάλο όνομα στις πίστες, επί χούντας

 Άρχισα τότε στα κέντρα να κάνω την επανάστασή μου, να λέω στίχο που δεν ταίριαζε με το ουίσκι. Έκανα το «μπαμ» με τον τρόπο μου, με τα μηνύματά μου. Αυτό κλιμακώθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με το «Όλοι αγαπάμε τη ζωή» – έγινε πόλεμος τότε. Έπαιρναν πολιτικά πρόσωπα για να με αποκλείσουν, αφού περνούσε το μήνυμα πως όλοι στη ζωή είμαστε το ίδιο, πλούσιοι και φτωχοί.

 

 Κάποια στιγμή, όταν κουράστηκα με τη βρομιά του επαγγέλματος, αποφάσισα να μην ξαναεμφανιστώ νύχτα. Δεν μπορούσα να γυρνάω έξι ή ώρα το πρωί, επειδή μπορεί να ερχόταν μια παρέα την ώρα που σχολούσαμε και να ζητούσε τραγούδι. Έπρεπε να το παίξουμε για να μη χάσουμε το μεροκάματο ή να μην τους χάσουμε από πελάτες. Τι δουλειά είχα εγώ να είμαι σκλάβος πολυτελείας, αφού δεν κυνηγούσα τα χρήματα. Τότε πρωτοδιάβασα την Αγία Γραφή χάρη σε έναν φίλο και λάτρεψα τον Χριστό ως επαναστάτη.

 Αρχές του ’90 είχα κάνει ένα πιάνο-μπαρ στο Λαγονήσι για πάρτη μας κι έπαιζα σε πιάνο τις μελωδίες μου. Μια μέρα ήλθαν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Σάκης Μπουλάς και με κάλεσαν να δουλέψω στο Κεντρί. Είχα γράψει ένα τραγούδι, «Τον κόσμο βλέπω ανάποδα», έψαχνα πώς να βγω, και το βρήκα: Έσβηνα, λοιπόν, τα φώτα, είχα κολλημένο το κεφάλι μου στο σανίδι, τα πόδια μου πάνω, και για τρία λεπτά ήμουν σε στάση γιόγκα. Σαράντα ημέρες έμεινα εκεί και γινόταν χαμός. Εγώ, όμως, είχα τελειώσει με τη νύχτα.

 Στο Λαγονήσι μένω από το 1976. Ταίριαζε με τον χαρακτήρα μου, με τον τρόπο ζωής μου. Δεν ήθελα να έχω σχέση με τον θόρυβο και τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ο εσωτερικός μου κόσμος ήταν φτιαγμένος για άλλα πράγματα. Στον κήπο έχω ό,τι χρειάζεται να φάει ένας άνθρωπος. Ευχαριστώ τον Θεό που μου χαράζει καινούργια ημέρα για να ζήσω. Όταν θυμόμαστε ότι ζούμε, τότε ζούμε.

 Κράτησα τη δάδα αναμμένη στα δύσκολα. Σε ένα άνεργο παιδί λέω να μη χάνει το θάρρος του. Η Ελλάδα ζούσε στον υπερκαταναλωτισμό, έμοιαζε με μεθυσμένη πολιτεία και τώρα κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Η άσκηση, η υπομονή, το θάρρος, η αισιοδοξία, είναι το πακέτο με το οποίο μπορεί να προχωρήσει ο άνθρωπος.