Αρχική Πολιτισμός «Το βιολοντσέλο» του Β. Κονταξή: «Το παν είναι να μη σταματήσουμε να...

«Το βιολοντσέλο» του Β. Κονταξή: «Το παν είναι να μη σταματήσουμε να ονειρευόμαστε»

153

 «Το βιολοντσέλο» του Βασίλη Κονταξή

«Το παν είναι να μη σταματήσουμε να ονειρευόμαστε»

 Συνέντευξη στην Ευγενία Ασλανίδη


Κάθε φορά που τελειώνω ένα καλό βιβλίο έχω συλλάβει τον εαυτό μου να κάνει την ίδια κίνηση: Το κλείνω ευλαβικά, το ακουμπώ στο στήθος, κλείνω τα μάτια και αφήνομαι να με ταξιδεύει εκεί που με πήγε με τις σελίδες ανοικτές….

Δεν έχω πάει ποτέ στην Ήπειρο, ούτε έχω πιάσει ποτέ στα χέρια μου βιολοντσέλο. Αν με ρωτήσεις, ούτε τον ήχο του αναγνωρίζω. Έφτιαξα λοιπόν τις δικές μου εικόνες, αλλά ο ήχος;  Με ποιο μαγικό τρόπο, αφού δεν πέρασε από το αυτί, μπήκε μέσα μου; 

Ο λόγος για «Το Βιολοντσέλο» του Βασίλη Κονταξή. Ένα βιβλίο –το πρώτο του συγγραφέα – άριστα δομημένο, με  πυκνή γραφή και κινηματογραφική  ροή, που διαβάζεται με μιαν ανάσα.

Ένα μικρό χωριό στην ορεινή Ήπειρο κηδεύει ένα διάσημο τέκνο της.  Είναι ο Μιχάλης, που γεννημένος στην είσοδο της μεταπολεμικής Ελλάδας ακολουθεί το ρεύμα της μαζικής μετανάστευσης της δεκαετίας του ’60, και βρίσκεται στη Γερμανία εργάτης-μπογιατζής. Ενώ βάφει το σπίτι κάποιου διάσημου Γερμανού τσελίστα  μαγεύεται από τον ήχο που φτάνει στα αυτιά του από το πάνω πάτωμα και τον ακολουθεί.

Η καλή του μοίρα τον περιμένει με το βιολοντσέλο στο χέρι.

Έτσι, ένα έγχορδο της συμφωνικής ορχήστρας, συνδέεται για πάντα  με  τις ζωές των ανθρώπων της οικογένειας του Μιχάλη και όλων  όσων συμπορεύονται μαζί τους…

Έχω την τύχη να γνωρίζω τον δημιουργό του έργου και να έχω ζήσει χάρη σε εκείνον μια σημαντική θεατρική στιγμή.
Αναφέρομαι στην έμπνευση του Βασίλη Κονταξή να ενώσει το  θεατρικό Αιγαίο, βασιζόμενος  πάνω στο έργο του Γιάννη Ρίτσου «Οι γερόντισσες και η θάλασσα».

Εκείνη η ανάμνηση λοιπόν, συν η συγκίνηση που μου προκάλεσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με οδήγησαν σε μια επικοινωνία μαζί του, που ξεκίνησε σαν μια φιλική κουβέντα, αλλά εξελίχθηκε σε συνέντευξη.

Υ.Γ. Λίγο πριν δημοσιευτεί η συνέντευξη ανακοινώθηκε ότι «Το βιολοντσέλο» του Βασίλη Κονταξή βρίσκεται στο βραχύ κατάλογο για το βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» , που έχει θεσπίσει η Εταιρεία Συγγραφέων με στόχο την ανάδειξη πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και μυθιστοριογράφων.

 Βασίλη πώς σου γεννήθηκε η ιδέα, και ποια ήταν η εσωτερική ανάγκη σου να γράψεις;

Σε μια πολύ δύσκολη εποχή της ζωής μου προσπάθησα να βρω έναν τρόπο διαφυγής εντελώς διαφορετικό από αυτούς που γνώριζα μέχρι τότε. Συνήθως έγραφα ποιήματα τα οποία χάριζα σε φίλους ή και αγνώστους. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί να γράψω ένα μυθιστόρημα, το οποίο μάλιστα θα γινόταν και βιβλίο. Ο πειραματισμός και η εκτόνωση ήταν η αρχή. Άνοιξε λοιπόν μέσα μου ένας δρόμος έκφρασης πρωτόγνωρος και συναρπαστικός, ο οποίος με οδήγησε να φθάσω στο τέλος του «Βιολοντσέλου». Το γράψιμο ήταν μια αποκάλυψη για μένα τον ίδιο και νομίζω ότι θα ζω μαζί του πλέον.

 Πώς συνδέονται οι Τέχνες που υπηρετείς (Θέατρο –Μουσική –Τραγούδι) με το γράψιμο;

Όλες εμπεριέχουν την βαθειά και πηγαία ανάγκη της δημιουργίας, διαφοροποιούνται όμως στον τρόπο που συμβαίνουν. Το γράψιμο συνοδεύεται από μια ησυχία και μια μοναξιά. Αυτό για μένα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον που έως τώρα δούλευα στη μουσική και το θέατρο σε συνεργασία πάντοτε με άλλους δημιουργούς.

 Με το βιολοντσέλο ποια η σχέση σου;

Δυστυχώς ο ίδιος δεν παίζω. Πάντοτε το αγαπούσα ως μουσικό όργανο, αλλά το ερωτεύτηκα όταν το 2009 σκηνοθέτησα και έπαιξα τον Ορέστη από την Τέταρτη Διάσταση του Γιάννη Ρίτσου και είχα την έμπνευση να αναθέσω την ερμηνεία του Πυλάδη σε ένα βιολοντσελίστα, τον Σταύρο τον Παργινό. Στην παράσταση αυτή, στην οποία πρωταγωνιστούσα συνοδευόμενος ζωντανά από τους ήχους του βιολοντσέλου, το λάτρεψα. Επίσης δεν είναι ένα όργανο από τα «διάσημα» της συμφωνικής ορχήστρας, χρησιμοποιήθηκε όμως από τους συνθέτες της λαϊκής και έντεχνης ελληνικής μουσικής με τα έργα των οποίων μεγάλωσα.

 Το έργο είναι εξ ολοκλήρου δικής σου έμπνευσης ή βασίζεται και σε πραγματικά γεγονότα;

Η υπόθεση και η πλοκή του έργου μου είναι εντελώς φανταστική. Η ιστορία είναι εξ ολοκλήρου αποτέλεσμα μυθοπλασίας, όπως και τα πρόσωπα. Εξαίρεση αποτελεί η Δάφνη Λάζαρη, ελληνίδα μεσόφωνος με διεθνή καριέρα που εμφανίζεται στην πλοκή του «Βιολοντσέλου». Το πρόσωπο αυτό το εμπνεύστηκα από την κυρία Αγνή Μπάλτσα, με την οποία είχα τη μεγάλη τύχη να συνεργαστώ στην όπερα Κάρμεν του Μπιζέ. Το φαινόμενο Μπάλτσα, η τραγουδιστική της ιδιοφυΐα και η δυναμική της προσωπικότητα μου έδωσαν πράγματι πολύτιμο υλικό. 

 Το τραγούδι «Του αητού και της Λυγερής» που αναφέρεται στο βιβλίο υπάρχει;

Όχι. Είναι εξ ολοκλήρου δικό μου και ως μύθος και ως δημοτικό τραγούδι. Μάλιστα μια καλή μου φίλη έχει πει πως είναι το πρώτο δημοτικό τραγούδι που γράφτηκε αυτόν τον αιώνα. Όσον αφορά τη στιχουργική δομή του ακολούθησα πιστά το μετρικό και τονικό σχήμα των έργων της δημοτικής μας ποίησης. Όσον αφορά δε τον μύθο αποφάσισα να κατασκευάζω ένα λαϊκό παραμύθι, επηρεασμένος ίσως από τον θαυμασμό των ηπειρωτών για το αποδημητικό αυτό πουλί, τον αετό. Δεν είναι τυχαίες κάποιες φράσεις που χρησιμοποιούνται στην Ήπειρο, όπως π.χ. «αυτός είναι αετός», που δηλώνει χαρακτηρισμό για άνθρωπο ικανό, τολμηρό και δυναμικό. Φυσικά αυτό χρησιμοποιείται σχεδόν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, αλλά επειδή οι αετοί έρχονται τους θερινούς μήνες και φωλιάζουν στα βουνά, στην ηπειρωτική Ελλάδα οι άνθρωποι, έχοντας και την οπτική επαφή μαζί τους, τους θαυμάζουν λίγο περισσότερο.

 Συνήθως, αν όχι πάντα, κάπου πατάς για να δημιουργήσεις. Εσύ πού πάτησες για να γράψεις το συγκεκριμένο έργο;

Επί πτωμάτων! Δεν αστειεύομαι ακριβώς, αλλά πάτησα σε συναισθήματα που στην εποχή μας συνήθως είναι νεκρά ανάμεσα στους ανθρώπους. Στο να συγχωρώ, να συμπαραστέκομαι, να συναισθάνομαι, να δίνω, να κατανοώ αυτόν που έχω απέναντί μου ακριβώς γι’  αυτό που είναι.

 Να σου θυμίσω πως σε κάποια άλλη συνέντευξή μας είχες δηλώσει Γιαννιώτης και όχι Ηπειρώτης. Ωστόσο το τοπίο που διαδραματίζεται η ιστορία του βιβλίου είναι καθαρά Ηπειρώτικο. Γιατί;

Θα ξαναδηλώσω σθεναρά Γιαννιώτης. Μάλιστα λένε πως η οικογένειά μου κατάγεται από αυτή της κυρά-Βασιλικής, μιας δηλαδή από της συζύγους του θρυλικού Αλή Πασά. Ως «καμπίσιος» ηπειρώτης, δηλαδή Γιαννιώτης, αφού τα Γιάννενα είναι ένα μεγάλο λεκανοπέδιο, θαύμαζα τους ηπειρώτες που ζουν στα μικρά χωριά της Πίνδου.

 Εγώ ως αναγνώστης διακρίνω στο έργο σου κινηματογραφική ροή (γρήγορη). Εσύ ως σκηνοθέτης θα το έβλεπες να γίνεται ταινία;

Με μεγάλη μου χαρά. Θα ήταν για μένα μεγάλο δώρο Το Βιολοντσέλο κάποτε να γυριστεί. Εγώ θα μπορούσα απλώς να συμβάλω στη δομή του σεναρίου, καθώς τα υπόλοιπα απαραίτητα της θαυμαστής τέχνης του κινηματογράφου δεν τα γνωρίζω.

 Το γεγονός ότι ο ήρωας γύρω από τον οποίο πλέκεις το μύθο σου, είναι ένας νεαρός Έλληνας μετανάστης στη Γερμανία, που  βρίσκεται τυχαία μπροστά σε ένα επιφανή μουσικό της χώρας κι εκείνος τον βοηθά να βρει το δρόμο του, αποτελεί μήνυμα κατά της ξενοφοβίας και του ρατσισμού που τόσο μας απασχολεί σήμερα. Τυχαίο ή όχι (εσύ θα μου πεις) θέλω την άμεση γνώμη σου γι αυτό που επικρατεί στην Ελλάδα σήμερα σχετικά με τους μετανάστες -πρόσφυγες.

 Καθόλου τυχαίο ! Ο Γερμανός μουσικός που βοηθά τον Έλληνα μετανάστη κάποτε είχε έρθει στην Ελλάδα ως στρατιώτης της τότε ναζιστικής Γερμανίας. Θέλει να επανορθώσει με κάθε τρόπο την ζημιά που προκάλεσε η χώρα του στο λαό μας και στηρίζει πράγματι τον νεαρό μετανάστη στα πρώτα του βήματα . Επίσης μετά από πολλά – πολλά χρόνια έρχεται υπερήλικας και ζητάει συγνώμη δημοσίως! Μέσα μου πιστεύω πως υπάρχουν Γερμανοί που διδάσκονται από τα σφάλματά τους και δεν τα επαναλαμβάνουν. Εμείς τώρα, παρά τις μεμονωμένες αντιδράσεις μερικών, πως θα μπορούσαμε να χαρακτηριστούμε ρατσιστές και ξενόφοβοι; Είναι κοινό μυστικό πως η Ελλάδα είναι αδύνατο να σηκώσει όλο το κύμα της μετανάστευσης. Δώσαμε και κάναμε από αυτά που δεν είχαμε. Ειδικά οι κάτοικοι των νησιών μας . Ψαράδες έπεσαν στη θάλασσα με αυτοθυσία και σώσανε ψυχές, γιαγιάδες αγκάλιασαν μωρά και τα κράτησαν σαν τα εγγόνια τους … Η ξενοφοβία βασιλεύει στην κεντρική Ευρώπη όχι εδώ και μακάρι να ακούγανε κάποιοι τους σοφούς παππούδες τους όπως αυτός του βιβλίου μου …

 Από μια συζήτηση μαζί σου δε θα μπορούσε να λείψει η αιτία που γνωριστήκαμε. Ήτανε η ευλογημένη στιγμή που εμπνεύστηκες και πέτυχες να ενώσεις όλο το Αιγαίο μέσα από το ερασιτεχνικό του θέατρο πατώντας πάνω στον ποιητικό λόγο του Ρίτσου*. Τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να ξαναγίνει;

Ευγενία σε ευχαριστώ γι’ αυτή την ερώτηση. Πράγματι έχουμε γνωριστεί σε μια πολύ ξεχωριστή στιγμή, τότε που το Αιγαίο ολόκληρο ενώθηκε θεατρικά και ερασιτέχνες από δώδεκα νησιά του σχημάτισαν ένα θίασο και ανεβάσαμε το υπέροχο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Οι γερόντισσες κ’ η θάλασσα». Η παράσταση αυτή παρουσιάστηκε στη Λήμνο, στην Κω, στη Λέρο, αλλά και στο παλιό ελαιουργείο της Ελευσίνας, μέχρι και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Παρόμοιο θεατρικό εγχείρημα και παρόμοιος θίασος δεν έχουν ξαναϋπάρξει στον ελληνικό θεατρικό χώρο.
Από αυτή τη δουλειά μάλιστα, αφού με ρωτάς, θυμάμαι μία-μία τις «γερόντισσες» και φυσικά και τη «γερόντισσα της Χίος», εσένα δηλαδή. Σου είχα δε δώσει ένα στίχο: «καλό ταξίδι τα γεράματά μας κάναμε, οι γριές, ελόγου μας οι καπετάνισσες» και γινόσουν υποκριτικά μια αυθεντική Χιώτισσα καπετάνισσα. Φυσικά και θα ήθελα να μας ξανασυμβεί. Δυστυχώς όμως τα πάντα σε αυτή τη χώρα που αφορούν τον πολιτισμό, ό,τι δηλαδή πιο πολύτιμο έχουμε, τα χειρίζονται άνθρωποι ακατάλληλοι, ημιμαθείς και άσχετοι.
Το παν σε μας τους καλλιτέχνες, επαγγελματίες ή μη, είναι να μη σταματήσουμε να ονειρευόμαστε. Ελπίζω να μην περιαυτολογώ, αλλά αν είχα σταματήσει να ονειρεύομαι δεν θα ανέβαζα την Εκάβη μου στον Παλαιό Σιδηροδρομικό Σταθμό Αθηνών, ούτε φέτος το καλοκαίρι θα σχημάτιζα διακρατικό θίασο με ηθοποιούς από την Ελλάδα, τη Χιλή, την Αίγυπτο, τη Γερμανία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Ζιμπάμπουε και τη Νιγηρία στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής ελπίζω να ξαναβρεθούμε σύντομα. Σου εύχομαι κάθε επιτυχία στα υποκριτικά και σκηνοθετικά σου βήματα και σε ευχαριστώ γι’ αυτή την όμορφη συνέντευξη. Στέλνω τους θερμούς μου χαιρετισμούς μέσα από την καρδιά μου στην όμορφη Χίο που δοκιμάστηκε τόσο από το προσφυγικό, όσο και από τις εφιαλτικές πυρκαγιές φέτος το καλοκαίρι.