Αρχική Νέα Τοπικά Γιορτές στα βορειόχωρα

Γιορτές στα βορειόχωρα

15



Βόρεια Χίος. Πριν από χρόνια τέτοιες μέρες στους δρόμους άκουγες  κάλαντα από παιδικές φωνές . Τώρα κι αυτό αν αφουγκραστείς, θα ακούσεις το χτύπο από τα μπαστούνια των γερόντων και στην Κέραμο τον ήχο από το τσεκούρι του ιερέα και που εκμεταλλεύτηκε τη λιακάδα μιας από τις ημέρες του χειμώνα για να κόψει τα ξύλα του.
Αμανή. Αγέρωχο τοπίο ερημικό πια με πόρτες κλειστές και ελάχιστους γέροντες να επιμένουν. Τι τους κρατά εκεί; Οι αναμνήσεις; Η αδυναμία τους να πάνε πια κάπου αλλού; Χωρίς να φανεί παράξενο τους κρατούν ακόμη κι οι νεκροί τους… Δεν είναι τυχαίο που αρκετοί αναρωτήθηκαν το τι θα απογίνουν τα καντήλια αν φύγουν και αυτοί. (Ρεπορτάζ της Αγγελικής Χατζηδημητρίου, αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ).

Εγρηγόρος : Στο τέλος της δεκαετίας του ’60 το σχολείο έφθανε να έχει 40 παιδιά. Τώρα μένουν 5 ηλικιωμένα ζευγάρια.
Αφροδίσια : Πάνω-κάτω την ίδια περίοδο, τα παιδιά έφθαναν τα 50. Τώρα μένουν 5 άτομα
Κέραμος : Όταν ακόμη λειτουργούσαν και τα μεταλλεία το σχολειό μπορεί να είχε και 70 παιδιά. Τώρα θα βρεις αν είσαι τυχερός τους 4 μόνιμους κάτοικους.
Φυτά : Τώρα οι κάτοικοι είναι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων και η οικογένεια του γιου τους και αυτή μόνο τις γιορτές αφού τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο στη χώρα.
 Κι ο κατάλογος συνεχίζεται…


Ο καιρός από τη χώρα φαινόταν καλός αλλά ο τελευταίος χιονιάς είχε αφήσει μέρες μετά έντονα τα σημάδια. Ο δρόμος κοντά στο “18” παγωμένος, άλλωστε πρωί-πρωί δεν είχε προλάβει να τον δει ο ήλιος έστω και λίγο.
Μπαίνοντας στον Εγρηγόρο μόνο ένα μαύρο αυτοκίνητο μαρτυρούσε ότι κάποιος θα υπήρχε εκεί γύρω . Οι δρόμοι του χωριού άδειοι και οι ομιλίες από ένα σπίτι καθώς και ο καπνός από το τζάκι μαρτυρούσαν ότι κάποιοι έμεναν εκεί. Η πόρτα άνοιξε φιλόξενα και τα λόγια έρεαν με ευχαρίστηση.
 ” Τα παλιά τέτοιες μέρες ήταν όλο χαρά  οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από παιδιά που τραγουδούσαν τα κάλαντα. Τα τραγουδούσα κι εγώ. Ήμουνα καλλίφωνος.” Και καθώς θυμήθηκε τα παλιά άρχισε να τραγουδά τον Άγιο Βασίλη έτσι όπως ήτανε μικρός. Μόνο που τώρα κοντά 80 χρόνια αργότερα δεν υπάρχει ο κόσμος στο χωριό να τον ακούσει .  Κι ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. ” Τα παλιά τα χρόνια έτσι δα καιρό σφάζαμε τα γουρούνια . Μπόλικο το κρέας μέσα στο σπίτι.  Τώρα ερημιά, αλλά μάθαμε πια στη μοναξιά και το πήραμε απόφαση. Από τότε που άνοιξε η Αυστραλία, κι η Αμερική οι άνθρωποι έφυγαν  ” Καθώς μας ξεπροβοδίζει στην πόρτα να’σου άλλος ένας χωριανός. Κι εκεί ξανά τα ίδια . Ήταν  ένα σωρό μαθητές στο χωριό και τώρα οι μαθητές …είμαστε εμείς.”



 Στα Αφροδίσια ο κόσμος επίσης λιγοστός . Μια γριούλα με άλλους 4 είναι οι μόνιμοι κάτοικοι. Κι εκείνη επιμένει . ” Μένω και μόνη καμιά φορά στο χωριό, με συντροφιά τον Άγιο Μάμα. Πάω κάθε μέρα στο νεκροταφείο κι ανάβω τα καντήλια. Είναι η συντροφιά του χωριού. Κι ύστερα κλείνω την πόρτα μου, ανάβω το τζάκι και διαβάζω. Όμως το αγαπώ το χωριό μου και δεν θέλω να πάω πουθενά. Η παλιά ζωή ήταν ωραία άκουγες φωνές και τραγούδια στους δρόμους. Έρχονταν στα σπίτια μας , λέγανε τα κάλαντα ”


Στην Κέραμο η φιγούρα του ιερέα ήταν η μόνη που συναντήσαμε. Κι εκεί η εικόνα της μοναξιάς ενισχύεται ” Πρόπερσι που γύρισα από τα Λεπτόποδα από τη λειτουργία ήταν μόνο ένας άνθρωπος εδώ. Δεν μου βαστά  όμως να φύγω, να αφήσω την ενορία. Πάω πρωί – βράδυ κι ανάβω τα καντήλια. Κάνω κάθε μέρα την ακολουθία κι ας μη με ακούει κανείς. Τα λέω φωναχτά. Και να σκεφτείς ότι παλιά είχαμε δυο σειρές παιδιά μέσα στην εκκλησία. Τώρα γυρίζεις το βλέμμα σου από δω κι από κει παντού ερημιά. Όλα τούτα τα βουνά τα’χαμε σπαρμένα. Αν δεν στενοχωριόμουν με αυτή την κατάσταση θα’φευγα.”. Η φωνή του παπα σπάει ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό και σταματά την αφήγηση…”


Άδειος ο τόπος και στα Φυτά. Κι όμως η πρώτη εικόνα η γιαγιά να σαρώνει την αυλή της να’ναι καθαρή μέρες που ’ρχονται ” Ξερό το χωριό μας.  Έφυγε ο κόσμος . Εμείς μένουμε εδώ με τον γιο μας που είναι τσοπάνης. Τούτες οι μέρες είναι καλές και βλογημένες αρκεί να ’χουμε καλή καρδιά. ”
Φεύγοντας  ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά . Το χιόνι δεν είχε λιώσει ούτε στις άκρες των χωραφιών ούτε στις στέγες των σπιτιών. Δείγμα κι αυτό της ερημιάς; Πάντως η γιαγιά έδωσε την εξήγησή της  ” Οι  παλιοί λέγανε πως περιμένει κι άλλο για αυτό δε λιώνει”.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (Γιώργος Μπουλάς):
Αφροδίσια: Παρασκευή Κουτσοδόντη
Εγρηγόρος: Γιώργος και Δέσποινα Κοτσάτου