Αρχική Ομογένεια ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ: οι έλληνες της Αυστραλίας σήμερα

ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ: οι έλληνες της Αυστραλίας σήμερα

7



Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έρευνα για το ποιοί είναι “Οι Έλληνες της Αυστραλίας σήμερα” δημοσιεύει η ομογενειακή εφημερίδα της Αυστραλίας ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. Στη συνέχεια αναδημοσιεύουμε την έρευνα αυτή.


Με τον όρο Έλληνα εννοούμε τα άτομα εκείνα που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή ανάγουν την καταγωγή τους στην Ελλάδα, ομιλούν την Ελληνική στο σπίτι και είναι Ορθόδοξοι Έλληνες. Ο ορισμός αυτός προκαλεί σημαντικούς περιορισμούς, ωστόσο αυτά παραμένουν τα κοινωνικά δεδομένα, τα οποία χρησιμοποιούν οι ερευνητές προκειμένου να αναλύσουν τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και να προχωρήσουν σε στατιστικές διασταυρώσεις που θα οδηγήσουν στην ακριβέστερη δημογραφική εικόνα των ελληνικών παροικιών. Οι περιορισμοί που ασκούνται έχουν σχέση με την προσωπική προδιάθεση του ατόμου όσον αφορά στην επιθυμία του να αυτοπροσδιορισθεί ως Έλληνας, με τις περιπτώσεις εκείνες που Έλληνες στο γένος δεν δηλώνουν Έλληνες Ορθόδοξοι και βέβαια δεν χρησιμοποιούν την Ελληνική ως οικόλεκτο.
Από το 1840, που άρχισε η μετανάστευση Ελλήνων προς τις νέες χώρες, τις αγγλόφωνες χώρες πρώην αποικίες της βρετανικής αυτοκρατορίας και στις ισπανικές κτήσεις της Λατινικής Αμερικής, μέχρι και το 1974 που ουσιαστικά έκλεισε το κεφάλαιο των ελληνικών αποδημιών και η Ελλάδα από χώρα πηγή της ιστορικής και μεταναστευτικής διασποράς μεταβλήθηκε σε χώρα υποδοχής μεταναστών, συνολικά η Ελλάδα οδήγησε στον εκπατρισμό 1.200.000 Έλληνες. Οι Έλληνες αυτοί εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ, Καναδά, Λατινική Αμερική, Νότια Αφρική, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία.
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι Έλληνες αυτοί, που συγκρότησαν τη μεταναστευτική διασπορά, ήσαν άνεργοι νέοι των αστικών κέντρων και κυρίως αγρότες της ερειπωμένης υπαίθρου και νησιώτες. Κύρια αίτια της εξόδου, πέρα από την ανεργία ήσαν οι φυσικές καταστροφές, η οδυνηρή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η πολιτική και κοινωνική αστάθεια, η πτώση τις τιμής των ελληνικών προϊόντων στη ευρωπαϊκή αγορά και η προικοθηρία.
Συνολικά πάνω από 250.000 Έλληνες τελικά εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, όπου από το 1892 οργανώθηκαν σε συλλογικά σώματα, έκτισαν τις πρώτες κοινότητες (1898), ίδρυσαν τα πρώτα εθνοτοπικά σωματεία (1912), κυκλοφόρησαν τις πρώτες εφημερίδες (1913), τα πρώτα βιβλία (1916), εγκαθίδρυσαν τα πρώτα θεσμικά όργανά τους, την Ορθόδοξη Εκκλησία (1924) και την Εθνική Αντιπροσωπεία (1926) και ενσωματώθηκαν κοινωνικά και επαγγελματικά.


ΠΟΣΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ


Το 2004, ο συνολικός αριθμός Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων ανερχόταν σε 520.000 άτομα ή το 2,7% του συνολικού πληθυσμού ήτοι η τρίτη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα της χώρας μετά τους Αγγλοκέλτες και Ιταλούς. Στην Απογραφή του 2001, είχαν δηλώσει Έλληνες 449.007 άτομα, από τα οποία οι 227.046 ήσαν άνδρες και οι 221.961 ήσαν γυναίκες. Ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων εποίκων της Αυστραλίας ανέρχεται σε 79.000 άτομα από τα οποία οι 20.652 γεννήθηκαν στην Κύπρο, οι 57.728 στην Αυστραλία και 1300 αλλού.
Ο αριθμός των ανδρών σε όλες τις πολιτείες και επικράτειες της χώρας υπήρξε μεγαλύτερος από αυτόν των γυναικών, με εξαίρεση τη Δυτική Αυστραλία. Οι γυναίκες αρχίζουν να ξεπερνούν αριθμητικά τους άνδρες μόνον μετά την ηλικία των 45 ετών.
Σημαντική υπήρξε η αύξηση αριθμού των Ελλήνων στη Δυτική Αυστραλία με τη ραγδαία εγκατάσταση εκεί Ελλήνων από τη Νότια Αφρική και τις ταραγμένες κοινωνικά και οικονομικά χώρες της Λατινικής Αμερικής αλλά και τη συνεχιζόμενη μετοικεσία και εγκατάσταση Ελλήνων από άλλες πολιτείες της Αυστραλίας. Ο αριθμός των Ελλήνων εποίκων εκεί ανερχόταν το 2001 σε 19.000 άτομα. Στα 2004, σύμφωνα με στατιστικές διασταυρώσεις του ΕΚΕΜΕ, ο αριθμός των Ελλήνων εποίκων της Δυτικής Αυστραλίας ανέρχεται σε 19.204 άτομα.
Ενισχυμένες αριθμητικά παρουσιάσθηκαν και οι ελληνικές παροικίες του Σίδνεϊ, όπου τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε μεγάλος αριθμός νέων Ελλήνων, κυρίως επιστημόνων και επαγγελματιών, από τις άλλες πολιτείες και κυρίως τη Μελβούρνη και την Καμπέρα. Ο αριθμός των Ελλήνων του Σύνδεϊ ανέρχεται σε 153.114 άτομα. Το Σίδνεϊ, όντας το εμπορικό κέντρο της χώρας, προσέλκυσε με περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες νέους επιστήμονες, στο ευρύτερο χώρο της οικονομίας, της τουριστικής βιομηχανίας και της διοίκησης επιχειρήσεων. Αυτό διαφαίνεται επίσης καθαρά από τη μικρή δημογραφική διαφορά στις ομάδες παιδικής ηλικίας (0-14 ετών), μεταξύ των Ελλήνων της Βικτώριας και της Ν.Ν.Ουαλίας. Η διαπολιτειακή αριθμητική διαφορά σε σχέση με τις άλλες ομάδες ηλικίας “κλείνει” γιατί τα παιδιά της ηλικίας (0-14 ετών) είναι ουσιαστικά επίγονοι των νεαρών επιστημόνων που έχουν εγκατασταθεί στο Σίδνεϊ, από τις άλλες πολιτείες της Αυστραλίας.
Η Μελβούρνη παραμένει το εθνογλωσσικό κέντρο του Ελληνισμού της Αυστραλίας, όπου είναι εγκαταστημένοι οι περισσότεροι Έλληνες (188.229) και οι περισσότεροι Ελληνοκύπριοι (40.678). Το 2004, σύμφωνα με στατιστικές διασταυρώσεις με βάση τις ομάδες ηλικίας, τον δείκτη παλιννόστησης και το ρυθμό της βιολογικής εξόδου ο αριθμός των Ελλήνων της Μελβούρνης, συμπεριλαμβανομένων και των Κυπρίων, ανέρχεται σε 231.000 άτομα.
Τρίτη μεγαλύτερη πολιτεία παραμένει η Νότια Αυστραλία με 44,181 εποίκους ελληνικής καταγωγής, αν και τα τελευταία χρόνια σημειώνεται καλπάζουσα αύξηση του αριθμού αυτών που επιθυμούν να εγκατασταθούν στην Κουηνσλάνδη (32.342 άτομα). Μεγάλη κινητικότητα σημειώθηκε στη βόρεια Κουηνσλάνδη με τις μετοικεσίες Ελλήνων στο Κερνς από το 1990 και μετά.
Στην Περιοχή της Πρωτεύουσας ζούνε συνολικά 5381, κυρίως δημόσιοι υπάλληλοι και επιχειρηματίες. Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται σταθερή έξοδος νέων από την Καμπέρα προς το Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη, αν και η αριθμητική απώλεια τελικά εξισορροπείται με την είσοδο δημόσιων υπαλλήλων, κυρίως νέων, στα Υπουργεία της χώρας από τις άλλες πολιτείες.
Σταθερός παρέμεινε ο αριθμός των Ελλήνων στη Βόρεια Επικράτεια και κυρίως στο Ντάργουιν όπου οι 4200 περίπου Έλληνες της περιοχής αποτελούν το 9% του πληθυσμού της πόλης και διαδραματίζουν σπουδαιότατο κοινωνικό και οικονομικό ρόλο.
Οι Έλληνες της Τασμανίας ανέρχονται σε 2575 άτομα και είναι εγκαταστημένοι κυρίως στο Χόμπαρτ και στο Λώσεστον.
Ο συμπαγής όγκος των Ελληνοκυπρίων της Αυστραλίας είναι εγκαταστημένος στη Μελβούρνη (40.678) και το Σίδνεϊ (26.500). Ωστόσο σημαντικές αριθμητικά παραμένουν οι παροικίες Ελληνοκυπρίων στην Αδελαΐδα (5450), στην Κουηνσλάνδη (Brisbane, Home Hill) με 4505 άτομα, στην Πέρθη 696, στην Καμπέρα, 302 και στο Ντάργουιν 203 άτομα.


ΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΣ


Σημαντικότατη είναι η έφεση για σπουδές και επαγγελματική ανέλιξη που παρουσιάζεται στις παροικίες των Ελλήνων της Αυστραλίας. Συγκεκριμένα 148,550 άτομα ελληνικής καταγωγής, ηλικίας 15+ ετών έχουν ολοκληρώσει τις εγκύκλιες σπουδές τους, δηλαδή έχουν τελειώσει το Λύκειο ή αντίστοιχο επίπεδο στην Αυστραλία.
Ο αριθμός των Ελλήνων που τελείωσε μόνον το Δημοτικό σχολείο ανέρχεται σε 69,785 ενώ αυτοί που δεν πήγαν καθόλου σχολείο ανέρχονται σε 14.717 άτομα. Σημειώνεται ότι οι περισσότεροι (91%) από τους αναλφάβητους Έλληνες της Αυστραλίας είναι άνω των 50 ετών. Σημειώνεται επίσης ότι σχεδόν στην ολότητά τους (98.7%) οι Έλληνες αναλφάβητοι είναι ελλαδογεννημένοι μετανάστες ή μετανάστες που γεννήθηκαν σε παλαιότερες ελληνικές επικράτειες της ελληνικής ιστορικής διασποράς και οι οποίοι, το 2004, ανέρχονταν σε 110.000 περίπου άτομα. Σύμφωνα με διασταυρώσεις του ΕΚΕΜΕ, οι αναλφάβητοι αποτελούν το 13% των Ελλήνων μεταναστών πρώτης γενιάς.
Σημειώνεται ότι από το σύνολο των Ελλήνων ηλικίας 15+ ήτοι από τους 360.059, οι 4254 έχουν ενδιατρίψει σε μεταπτυχιακές σπουδές και είναι κάτοχοι ΜΑ και διδακτορικών πτυχίων, οι 3601 έχουν κάποιο άλλο μεταπτυχιακό δίπλωμα, οι 35.518 είναι πτυχιούχοι πανεπιστημίων, οι 19.270 είναι διπλωματούχοι ανωτέρων σχολών ενώ οι 48.973 είναι κάτοχοι ενός πιστοποιητικού. Σημειώνεται ότι 25.358 άτομα δεν δήλωσαν το επίπεδο εκπαίδευσης που έλαβαν.
Σύμφωνα με τις έρευνες του ΕΚΕΜΕ ο αριθμός των φοιτητών ελληνικής καταγωγής στα πανεπιστήμια της Αυστραλίας αποτελεί το 10.3% του συνολικού αριθμού όλων των φοιτητών μη αγγλοκελτικής καταγωγής.


ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΝΕΡΓΙΑΣ
Επώδυνα κοινωνικώς για τις παροικίες των Ελλήνων είναι τα δεδομένα που χαρακτηρίζουν την εργασιακή κατάσταση των Ελλήνων της Αυστραλίας, αφού από το σύνολο των 360.064 ατόμων ηλικίας 15+, μόνον οι 197.289 ή το 54.7% αποτελούν μέρος της παραγωγικής δύναμης της χώρας, δηλαδή εργάζονται. Συγκεκριμένα το σύνολο των εργαζομένων Ελλήνων στη Βικτώρια είναι 81.359, στη Ν.Ν.Ουαλίας 68.829 στη Νότιο Αυστραλία 18.304, στη Κουηνσλάνδη 14.561, στη Δυτ. Αυστραλίας 8517, στην περιοχή Πρωτεύουσας 2665, στη Βόρεια Επικράτεια 1952 και στην Τασμανία 1094.
Σχεδόν το 40% των Ελλήνων της Αυστραλίας ή 142.473 άτομα είναι εκτός εργασιακής δύναμης. Πρόκειται για μια κοινωνικά δυσάρεστη κατάσταση που εγκυμονεί σοβαρότατα προβλήματα για τους Έλληνες και τις οργανώσεις τους. Το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν το υψηλότερο στην Αυστραλία συγκρινόμενο με οποιαδήποτε άλλη εθνοτική ομάδα της χώρας. Ιδιαίτερα ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες είναι οι γυναίκες και οι νέοι.
Συγκεκριμένα ο αριθμός των Ελληνίδων εκτός εργασίας είναι διπλάσιος αυτού των ανδρών (59.033 άνδρες έναντι 83.440 γυναικών). Οι Ελληνίδες, μετανάστριες πρώτης γενιάς είναι πλέον κατά 92% εκτός εργασίας και ιδιαίτερα αυξημένοι είναι οι αριθμοί ανέργων Ελλήνων στις ομάδες 40 έως 64 ετών.
Ιδιαίτερα υψηλός είναι ο αριθμός των Ελλήνων ανέργων ηλικίας 15 έως 39 ετών, σχεδόν διπλάσιος του μέσου όρου των πολιτών της Αυστραλίας. Συγκεκριμένα ο αριθμός των ανέργων για τις ηλικίας 15-19 είναι 13.898, για τις 20-24 είναι 4725, για τις 25-29 είναι 5105, για τις 30-34 είναι 8123 και για τις 35-39 είναι 7205. Επομένως, μιλώντας με ποσοστά, ο αριθμός των ανέργων Ελλήνων ανάμεσα στις πλέον παραγωγικές ηλικίες ανέρχεται στο 28% του συνολικού αριθμού των Ελλήνων ανέργων και συνταξιούχων.
Από το σύνολο των 197,283 Ελλήνων εργαζομένων οι λιγότεροι εργοδοτούνται από επιχειρήσεις ορυχείων της χώρας (510 άτομα) ενώ οι περισσότεροι εργάζονται σε εμπορικά καταστήματα (38.132). Ιδιαίτερα δημοφιλείς για τους Έλληνες παραμένουν οι χώροι των ακινήτων και των μικρών επιχειρήσεων (24,957), των εργατών βιομηχανιών της χώρας (24.923), της παροχής υπηρεσιών (13.995), του εμπορίου (11.176), της τουριστικής βιομηχανίας (10.210) και της εκπαίδευσης όπου εργοδοτούνται συνολικά 10,891 εκπαιδευτικοί. Συγκριτικά ασθενής παραμένει για τους Έλληνες ο χώρος του δημόσιου υπαλλήλου όπου τελικά εργάζονται μόνον 5868 άτομα ελληνικής καταγωγής.


ΑΛΛΑ ΚΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ
Λαμπρό και ελπιδοφόρο όμως παρουσιάζεται το μέλλον του Ελληνισμού της Αυστραλίας από την άποψη της επαγγελματικής του ανέλιξης. Από το σύνολο των 197.284 εργαζομένων ελληνικής καταγωγής ο αριθμός των διευθυντών επιχειρήσεων καθώς και ανωτέρων και ανωτάτων διοικητικών υπαλλήλων ανέρχεται σε 14,609 άτομα (7.4%).
Ο αριθμός των ενεργών Ελλήνων επιστημόνων της χώρας ανέρχεται σε 33.445 (17%) και των βοηθών επιστημόνων σε 27.203 (14%), γεγονός που αποδείχνει ότι η Ομογένεια διαθέτει πλέον ισχυρότατη βάση επιστημόνων και επαγγελματιών, οι οποίοι στο παρόν και στο μέλλον, θα διαδραματίσουν σπουδαιότατο ρόλο στην κοινωνία, την πολιτική και την οικονομία της Αυστραλίας. Όπως αποδείχνεται από τα παραπάνω στοιχεία το 40% περίπου των Ελλήνων εργαζομένων κατέχουν θέσεις κλειδιά στον κρατικό μηχανισμό, την κοινωνία και την οικονομία της χώρας. Σύμφωνα με τις τάσεις που κυριαρχούν στα πανεπιστήμια της Αυστραλίας ο αριθμός των Ελλήνων στις τρεις παραπάνω κατηγορίες θα αυξηθεί στα επόμενα είκοσι χρόνια.
Ενώ οι Έλληνες συνεχίζουν να κυριαρχούν στις βιομηχανίες της αλιείας, των επίπλων, της επεξεργασίας τροφίμων, της παροχής υπηρεσιών, των κατασκευαστικών έργων, προοδευτικά σημειώνεται απόκλιση των Ελλήνων από τα επαγγέλματα που έχουν σχέση με τις βαριές βιομηχανίες. Για παράδειγμα, ο αριθμός των ανειδίκευτων εργατών ελληνικής καταγωγής των βιομηχανιών φθίνει ουσιαστικά από το 1981. Το 2001 ο αριθμός τους σε ολόκληρη την χώρα ανερχόταν σε 17.261 άτομα, ήτοι 8,7%, ενώ το 1981 αποτελούσε το 47% του συνολικού αριθμού των εργαζομένων Ελλήνων.
Ανάλογο είναι και το οικονομικό μέρισμα που προκύπτει από την ενασχόληση των Ελλήνων και την προτίμησή τους σε επαγγέλματα κύρους και εξουσίας. Στην πλειοψηφία τους οι 360.059 ομογενείς άνω της ηλικίας των 15 ετών, δήλωσαν ότι δεν έχουν σημαντικό εισόδημα από την εργασία τους, αφού οι 216.595 (60%) υποστήριξαν ότι το εβδομαδιαίο εισόδημά τους ήταν από ένα μέχρι 599 δολάρια, ενώ 107.240 άτομα ή το 30% δήλωσαν ότι το εισόδημά τους δεν ξεπερνούσε τα 199 δολάρια εβδομαδιαίως, ήτοι τρεις φορές χαμηλότερο από το επίπεδο της φτώχειας.
Ωστόσο, οι δηλώσεις περί εισοδήματος δεν συνάδουν με τη γενικότερη ευμάρεια που σημειώνεται στην κατοχή ακινήτων, όπου οι Έλληνες έχουν κατά μέσο όρο 2,7 σπίτια, ενώ ο μέσος Αυστραλός βρίσκεται στο δείκτη του 0.8.
Τα παραπάνω αποτελούν ένα τμήμα της λεπτομερούς ανάλυσης που εκπόνησε το ΕΚΕΜΕ με θέμα το προφίλ της Ομογένειας. Βέβαια, τα δημογραφικά δεδομένα αποτελούν το στίγμα και τη διάγνωση μιας κοινωνικής ομάδας. “Το μέλλον του Ελληνισμού θα κριθεί από τη μορφή, το εύρος και το σύστημα της οργάνωσης που θα μεθοδεύσουμε ως Ομογένεια, καθώς και από τις σχέσεις που θα αναπτύξουν μεταξύ τους τα θεσμικά όργανά μας, κυρίως οι Κοινότητες, ο επιχειρηματικός κόσμος, η Ορθόδοξη Εκκλησία και τα δύο εθνικά μας Κέντρα η Αθήνα και η Λευκωσία” δήλωσε ο Διευθυντής του ΕΚΕΜΕ, καθηγητής Αναστάσιος Μ. Τάμης.
(Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στο ΕΚΕΜΕ, στον κ. Σταύρο Πέτρου, τηλέφωνα (03) 9479 3177).
<>