Αρχική Νέα Ελλάδα - Κόσμος Ανδρέας Ανδριανόπουλος: Αν το «ναι» είναι πίεση, γιατί όχι και το «όχι»;

Ανδρέας Ανδριανόπουλος: Αν το «ναι» είναι πίεση, γιατί όχι και το «όχι»;

11


Οπως συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα η παραδοξολογία έχει αρχίσει να κυριαρχεί στη δημόσια ζωή της χώρας, με αφορμή τις εξελίξεις σε σχέση με το επικείμενο δημοψήφισμα στην Κύπρο για το Σχέδιο Ανάν. Παρά τις εκατέρωθεν εκκλήσεις για νηφαλιότητα και ψυχραιμία, το θερμόμετρο του φανατισμού συχνά ξεπερνάει τα όρια. Κάποιοι υπεραμύνονται της ανάγκης να πρυτανεύσει η λογική ενάντια στον συναισθηματισμό, ενώ κάποιοι άλλοι ανταπαντούν πως δεν μπορούν να υπάρξουν σωστές πολιτικές αποφάσεις δίχως συναίσθημα. Η έλλειψη συνεννόησης κι επικοινωνίας είναι σχεδόν πλήρης. Ο ελληνισμός, όμως, οφείλει σύντομα να πάρει αποφάσεις κρίσιμες για το μέλλον του. Και μπορεί τυπικά να αποφασίζουν μοναχά οι Κύπριοι. Οι συνέπειες, όμως, θα είναι καταλυτικές για όλους τους Ελληνες.


Εκτιμώ πως υπάρχουν μια σειρά από ζητήματα που υπάρχει ανάγκη, έστω και την ύστατη αυτή ώρα, να συζητηθούν. Το Κυπριακό φέρνει στο προσκήνιο και θέματα που έχουν να κάνουν με τη γενικότερη σύγχρονη κοσμοθεωρία της ελληνικής κοινωνίας. Κι αποκαλύπτουν ενδιαφέρουσες πτυχές του εθνικού μας χαρακτήρα. Διότι οι αντιδράσεις μας δεν περιορίζονται σε ψυχρές εκτιμήσεις για τα υπέρ και τα κατά του Σχεδίου Ανάν. Οι περισσότερες δημόσιες τοποθετήσεις πολιτικών προσώπων, κομμάτων κι επώνυμων πολιτών συνδέουν τις εξελίξεις στην Κύπρο με ευρύτερα γεωστρατηγικά ζητήματα και με συμφέροντα υπερδυνάμεων και των πολιτικών τους αντιπάλων.


Η ελληνική τάση να βγάζουμε συμπεράσματα από το ειδικό για το γενικό και να χρησιμοποιούμε το γενικό για να ερμηνεύουμε το ειδικό έχει εξασφαλίσει την τιμητική της στην περίπτωση του Κυπριακού. Διαπιστώνουμε λοιπόν τον απόλυτα καταγγελτικό λόγο των οπαδών του «όχι», που εντοπίζουν συνωμοσίες, ξένους δάκτυλους και ύποπτες προθέσεις σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο «ναι».
Καταλήγουμε έτσι στο δυσεξήγητο σχήμα πως όσοι υποστηρίζουν το «ναι» να καταγγέλλονται άμεσα η έμμεσα σαν ενεργούμενα ξένων κύκλων εντεταλμένοι, με την άσκηση πίεσης επί των Κυπρίων για τον επηρεασμό του φρονήματός τους.
Ενώ, από την άλλη μεριά, οι οπαδοί του «όχι» θεωρούνται αυταπόδεικτα γνήσιοι κι αγνοί πατριώτες, που δίχως υστεροβουλία λένε απλά τη γνώμη τους δίχως την παραμικρή διάθεση να ασκήσουν πίεση πάνω στον κυπριακό λαό. Κανένας δεν νοιάζεται βέβαια να εξηγήσει το γιατί…


Τελικά ποιος ασκεί πίεση σε ποιον; Για ποιο λόγο η καθαρή δήλωση κι ανάληψη ευθύνης του Γιώργου Παπανδρέου υπέρ της αποδοχής του Σχεδίου Ανάν θεωρήθηκε από κάποιους άκαιρη και κίνηση άσκησης πιέσεων επί της Λευκωσίας, ενώ η νωρίτερα απορριπτική στάση του ΚΚΕ για το ίδιο θέμα δεν ερμηνεύθηκε με τον ίδιο τρόπο;
Το γεγονός πως το ΚΚΕ ήταν από την αρχή εναντίον του Σχεδίου Ανάν δεν εξηγεί τα γεγονότα. Διότι και η κυβέρνηση προηγουμένως του ΠΑΣΟΚ υποστήριζε το Σχέδιο. Ενώ και ο Πρόεδρος της Κύπρου Τ. Παπαδόπουλος εξελέγη πάνω σε μια πλατφόρμα απόρριψης της πρωτοβουλίας του ΓΓ του ΟΗΕ. Εάν αυτό προδίκαζε και την στη συνέχεια συμπεριφορά και στάση του, τότε γιατί συνέχισε τις επαφές, τις συζητήσεις και τις σχετικές διαπραγματεύσεις; Οι επικριτές κατά συνέπεια του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ κινούνται από φτηνές σκοπιμότητες κι όχι από γνήσιο προβληματισμό…


Την ίδια ώρα, οι υποστηρικτές της κυβερνητικής αδράνειας και διστακτικότητας επιμένουν πως η Ελλάδα οφείλει να αφήσει τους Κύπριους ανεπηρέαστους. Γιατί όμως το «οφείλει»; Η Ελλάδα δεν έχει κυβέρνηση; Δεν έχει συμφέροντα κι επιδιώξεις; Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν θα επηρεάσουν τις δικές της τύχες και μελλοντικές κινήσεις κι αποφάσεις; Τι θα πει «απέχουμε από κάθε τοποθέτηση, αλλά θα στηρίξουμε την όποια απόφαση του κυπριακού λαού»;


Οι ελληνοτουρκικές, ελληνοαμερικανικές και ελληνοευρωπαϊκές σχέσεις δεν θα ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους ανάλογα με το αποτέλεσμα του κυπριακού δημοψηφίσματος; Ποιος μπορεί λοιπόν σοβαρά να ισχυρισθεί πως η Ελλάδα «οφείλει» να μην πάρει θέση στο ζήτημα του δημοψηφίσματος;
Οταν όμως αυτό το ισχυρίζονται κυβερνητικοί ακριβώς παράγοντες, τότε το ζήτημα γίνεται επικίνδυνο. Διότι η χώρα φαντάζει σαν να μην έχει καραβοκύρη μπροστά στις θαλασσοθύελλες που έρχονται. Και κινδυνεύει να ξοκείλει πάνω σε απειλητικούς υφάλους της διεθνούς πολιτικής σκηνής.


Αν και όταν η Ελλάδα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα κύμα διεθνών αντιδράσεων με αφορμή το ενδεχόμενο αρνητικό αποτέλεσμα του κυπριακού δημοψηφίσματος θα ξυπνήσουμε και πάλι από έναν ακόμη αθώο λήθαργο; Θα είναι η Νέα Τάξη, οι Αμερικανοί κι ο διεθνής παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός που θα απεργάζονται, αναίτια κατά κάποιους, σενάρια υπονόμευσης της καλοπέρασής μας; Δεν θα είναι όλα αυτά το φυσικό επακόλουθο δικών μας ενεργειών; Θα ενηλικιωθούμε πoτέ σαν κοινωνία αναλαμβάνοντας τις ευθύνες των δικών μας πράξεων;


Επιτέλους, το τι θα γίνει στην Κύπρο θα το αποφασίσουν οι ίδιοι οι Κύπριοι. Θα είναι όμως υποχρεωμένοι κι εκείνοι κι εμείς να ζήσουμε με τις συνέπειες του όποιου αποτελέσματος. Μπορεί η κυβέρνηση να αποστασιοποιείται σήμερα από το γεγονός. Πρέπει όμως να γνωρίζει πως θα διαχειρισθεί υποχρεωτικά τις συνέπειες. Και δεν θα είναι κάποια σκοτεινά ξένα κέντρα, αλλά η δική της αδράνεια που θα έχει προκαλέσει τις επιπλοκές…



Πηγή: ΗΜΕΡΗΣΙΑ