Αρχική Απόψεις Συνεντεύξεις Βασίλης Οικονομίδης: Η Χίος είναι η δεύτερη πατρίδα μου

Βασίλης Οικονομίδης: Η Χίος είναι η δεύτερη πατρίδα μου

128


Μετά από 30 χρόνια στη γραμμή Μυτιλήνη- Χίος- Πειραιάς ο καπετάνιος του ΘΕΟΦΙΛΟΣ της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου, Βασίλης Οικονομίδης από την Ερεσσό της Λέσβου πραγματοποίησε πριν λίγες μέρες το τελευταίο ταξίδι παραδίδοντας στον νέο καπετάνιο.
Τη συνέντευξη έλαβε ο δημοσιογράφος Θοδωρής Πυλιώτης και δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΑ και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ (Χίου).

“Λόγω γήρατος σταματώ”, μας λέει ενώ δεν κρύβει ότι θα του λείψει η θάλασσα.
“Η Χίος έγινε τόσα χρόνια δεύτερη πατρίδα μου”, σημειώνει ενώ μας υποδέχεται στη γέφυρα του βαποριού. Πόσες φορές περάσατε από το νησί τον ρωτάμε. “Αν τα είχα σε δραχμές θα ήμουν πλούσιος!”, η απάντησή του.
12 Ιουνίου το 1964 έκανε το πρώτο του μπάρκο ο καπετάν Βασίλης. Έκλεισε 40 χρόνια στη θάλασσα. Δέκα χρόνια δούλεψε στο εξωτερικό και τα υπόλοιπα 30 με τη Ναυτιλιακή Εταιρεία Λέσβου,
Πρώτο του πλοίο ως καπετάνιος ήταν το “ΑΡΙΩΝ” στα 1981 ακολούθησαν “ΣΑΠΦΩ”, “ΑΛΚΑΙΟΣ” για να παραλάβει από το 1995 το “ΘΕΟΦΙΛΟΣ”.
Ιστορίες ναυτικές δεν θέλει να μας πει. “Κοινός παρανομαστής (για τους ναυτικούς) η στέρηση της οικογένειας, της ελευθερίας, όλα αυτά τα πράγματα. Αυτό που θα κάνω τώρα είναι να πετάξω το ρολόι γιατί τη μια σταματά, την άλλη πάει εμπρός, την άλλη τελειώνει η μπαταρία! Να το πετάξω να ησυχάσω”, μας λέει χαμογελώντας και εξηγεί:


“Μια ζωή με το ρολόι, την τάδε ώρα φτάνουμε στη Χίο, την τάδε στον Πειραιά, την τάδε πρέπει να φύγουμε. Τέρμα τα ρολόγια!”. Αυτό βέβαια που περιμένει να γίνει αιτία καυγά στο σπίτι τουλάχιστον τους πρώτους μήνες θα είναι η συνήθειά του να ξυπνά στις 3.00 το πρωί, όπως γινόταν μέχρι σήμερα που από Πειραιά ταξίδευαν για Χίο. “Θα έχουμε καβγάδες στο σπίτι, να ξυπνάς τώρα στις 3.00 το πρωί και θα πρέπει να περιμένω 2,5 – 3 ώρες για να με ξαναπάρει ο ύπνος. Πριν από τον Καρφά είμαι εδώ στη γέφυρα, να πιω τον καφέ, να ξυπνήσει το μυαλό, να πούμε ένα καλαμπούρι για να καταλάβουμε ότι όλοι δουλεύουν σωστά. Γιατί αλλιώς άμα είσαι μαχμουρλής και η Χίος είναι και μικρή, τελειώσαμε”, μας λέει ο καπετάνιος.
Προτίμηση στον καφέ δεν υπάρχει. Ακόμα και για τον καπετάνιο ο καφές είναι βαπορίσιος, που σημαίνει όπως βγει. “Εκτός και αν το θες σκέτο, τότε τον πετυχαίνουν”, χαμογελά.
Τον ρωτάμε για τις καλές στιγμές που έζησε σε αυτό το δρομολόγιο.
“Είδα κάτι που δεν το έχω δει πουθενά αλλού, σημειώνει. Πριν τρία χρόνια, τότε με τα πολλά χιόνια, ήταν πανσέληνος και ερχόμαστε από Μυτιλήνη. Η Χίος ήταν άσπρη και απάνω σαν πούλιες ήταν τα φώτα από τα χωριουδάκια. Το φεγγάρι έριχνε το φως στη Χίο και έκανε αντανάκλαση. Νόμιζες ότι ήταν ένα φωτοστέφανο! Έκανα ανακοίνωση και βγήκε ο κόσμος να το δει, ένα φοβερό πράγμα”.


Οι χιώτες πάντως θυμόνται και ένα από τα πρώτα σας ταξίδια, ξεκινάμε την κουβέντα… Δεν μας αφήνει να ολοκληρώσουμε, καταλαβαίνει που πάμε την κουβέντα. “Που στουκάραμε εδώ;” ρωτά και μας εξηγεί τι είχε συμβεί.
“Δεν ήταν ατζαμοσύνη δική μου. Δεν με είχαν ενημερώσει για την τεχνολογία που είχε το βαπόρι. Όταν πατάς το κουμπί για να πάρεις τα χειριστήρια απάνω πρέπει να περάσει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Εμένα δεν μου το είχανε πει. Στα πρώτα ταξίδια το καλοκαίρι του ’95 που πήραμε το καράβι είχε μπουνάτσα. Εκείνη την ημέρα επειδή είχε αέρα, είχα αγωνία και καθόμουν στα χειριστήρια. Με το που μου δώσανε τα χειριστήρια πάτησα τη βαλβίδα, αλλά μπήκα μέσα στο λιμάνι χωρίς να τα έχω. Καλά και υπήρχαν αυτά τα χρόνια στην πλάτη και αμέσως κατάλαβα ότι κάτι δεν μπήγε καλά και φουντάρισα από τους ναυτώνες (στην είσοδο του λιμανιού της Χίου), ειδάλλως θα έφτανα μέχρι την πλατεία.
“Αλλά αυτό που μου άρεσε από την ιστορία αυτή, ήταν μετά από καμιά εβδομάδα ένας πιτσιρικάς, δεν ξέρω που ήταν, τον ακούω στο VHF να φωνάζει: “ΘΕΟΦΙΛΟΣ, διανομή κατ’ οίκον”! (Βάζει τα γέλια) Ε το μπαγάσα, ωραίο!
Τον ρωτάμε για τα προβλήματα των λιμανιών που αντιμετωπίζουν τα νησιά μας. “Τα προβλήματα που υπάρχουν στα λιμάνια έχουν επισημανθεί πολλάκις, τονίζει. Η Πολιτεία δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό το πράγμα ότι πρέπει και εκείνη να συμβάλει για να εκλείψουν μερικοί κίνδυνοι. Τα βαπόρια μεγαλώνουν , τα λιμάνια μένουν τα ίδια και υπάρχουν λιμάνια τελείως ακατάλληλα, χωρίς  χερσαίους χώρος”. Σημειώνει επίσης τα προβλήματα που υπάρχουν με το τσεκάρισμα των επιβατών. Πρέπει να γίνει κάτι όπως στα αεροδρόμια, ώστε και το βαπόρι να μπορεί να εξυπηρετήσει τον ταξιδιώτη. Σημειώνει ότι έχει 25 πόρτες στο γκαράζ αλλά δεν τις χρησιμοποιεί ο οδηγός διότι πρέπει να βγει έξω για να τσεκάρει το εισιτήριο!
“Σιγά- σιγά ανεβαίνει το πλήρωμα, του ζητάμε να βγάλουμε μια- δυο φωτογραφίες. Μία με φόντο το λιμάνι η άλλη με τον τιμονιέρη, το Μάρκο Παππά που είναι μαζί 25 χρόνια.
Αυτός μας συνοδεύει μέχρι την έξοδο όπου ήδη είναι έτοιμοι να ανεβάσουν τον καταπέλτη. Τι θα λέγατε για τον καπετάνιο του λέμε καθώς κατεβαίνουμε.
“Πρώτος στις μανούβρες αλλά πάνω από όλα άνθρωπος” η απάντηση.


Θοδωρής Πυλιώτης