Αρχική Απόψεις Aρθρα Γιάννης Μακριδάκης: Θρησκεία, η πιο βαριά βιομηχανία της Ελλάδας

Γιάννης Μακριδάκης: Θρησκεία, η πιο βαριά βιομηχανία της Ελλάδας

10

 Το τελευταίο διάστημα έπεσαν στην αντίληψή μου μια σειρά από γεγονότα που αφορούν την εκκλησία, τη θρησκεία και τη σύγχρονη βιομηχανία που έχει αναπτυχθεί γύρω από αυτήν και σε συνδυασμό με άλλα παλαιότερα έθεσαν χρόνιους προβληματισμούς και ερωτηματικά για άλλη μια φορά.
Τα γεγονότα
1.Σε πρόσφατη επίσκεψή μου στα Μεστά βρέθηκα έκπληκτος μπροστά στα μέχρι στιγμής αποτελέσματα των εργασιών συντήρησης και ανάδειξης του μεγαλεπήβολου ναού του Ταξιάρχη. Οι εργασίες ξεκίνησαν τον περασμένο Νοέμβριο και έχουν ακόμα δρόμο μπροστά τους με μια καλοκαιρινή παύση. Η χρηματοδότηση, όπως πληροφορήθηκα από τους ντόπιους αλλά και τους υπεύθυνους του έργου, το ύψος της οποίας δεν μου ανέφεραν αλλά το φαντάστηκα σε κόστος πολλών εκατομμυρίων, έγινε από «τον ίδιο τον Ταξιάρχη». Aυτό μου το ανέφεραν με μια δόση χολής και υπονοούμενων απέναντι στη στάση της Μητρόπολης, η οποία στέκει μακριά από κάθε τέτοια επιχείρηση με έξοδα.
2.Πλησιάζει πάλι η γιορτή της Αγίας Μαρκέλλας και όλοι ξέρουν ότι το μοναστήρι έχει μετατραπεί σε νομισματοκοπείο, δίνοντας κάθε χρόνο δεκάδες εκατομμύρια στην εκκλησία που εκμεταλλεύεται την αγνή πίστη και την ανάγκη προσφοράς των ανθρώπων αλλά και την επαγγελματική χρήση των περί τον ναό χώρων. Όλοι θυμόμαστε το θέμα που είχε δημιουργηθεί από την παρούσα εφημερίδα πριν δύο χρόνια τέτοια εποχή, όταν εν πολλοίς τέθηκε το ερώτημα πού πάνε τόσα έσοδα, αφού δεν φαίνεται πουθενά η εκκλησία να στέκεται αρωγός στην τοπική κοινωνία της Βολισσού, που φθίνει ολοένα.
3.Το τελευταίο διάστημα γίναμε μάρτυρες δύο συνεδρίων, ένα στη Χίο σχετικό με τα Θεολογικά και ένα στη Σμύρνη σχετικό με τον θρησκευτικό τουρισμό ως σύγχρονη ειδική μορφή και αστείρευτη πηγή εσόδων.
4.Τέλος, το τελευταίο και πλέον σημαντικό γεγονός που μου έφερε στη μνήμη όλα τα προηγούμενα και αποτέλεσε την αφορμή για αυτό το σημείωμα ήταν το εξής περιστατικό: Γνωστή μου κυρία, ηλικίας περί τα ενενήντα χρόνια, μόνιμα κατοικούσα στην Αθήνα και από καιρό σε κατάσταση σωματικής ανεπάρκειας, λόγω της βαθιάς της πίστης, εναποθέτοντας τις τελευταίες ελπίδες στο Θεό για βελτίωση της υγείας της, αποφάσισε να στείλει ένα γράμμα στην ηγουμένη του Αγίου Ραφαήλ στη Μυτιλήνη παρακαλώντας την να προσεύχεται γι αυτήν.
Σε λίγες μέρες έρχεται στο σπίτι της Αθήνας ένας φάκελος με την απάντηση της ηγουμένης προτυπωμένη σε κάρτα, σε ένα κενό της οποίας ήταν συμπληρωμένο χειρόγραφα μόνο το όνομα της γνωστής μου κυρίας και έλεγε ότι τη σκέφτεται και προσεύχεται καθημερινά για εκείνη!!! Μετά από λίγες ακόμα μέρες φτάνει στο σπίτι μια μαυροντυμένη κυρία και δηλώνοντας ότι έρχεται από την ηγουμένη του Αγίου Ραφαήλ φέρνει μια μικρή εικονίτσα, την οποία πρότεινε να αγοράσει η άρρωστη γιαγιά αντί ποσού που είχε ευχαρίστηση!! Πήρε τα δεκαπέντε ευρουδάκια, άφησε την εικονίτσα σαν Θεού θέλημα για να μην υποφέρει η γιαγιά κι έφυγε. Τόσο οργανωμένο πελατολόγιο και τέτοιο δίκτυο διανομής, όπως του Αγίου Ραφαήλ, δεν έχει ούτε η Άλτζιντα νομίζω!
Όλα τα παραπάνω δείχνουν περίτρανα πως η θρησκεία πλέον έχει γίνει μια μεγάλη βιομηχανία με πελάτες τους αγνούς ανθρώπους, τους έχοντες ανάγκη πίστης και έκφρασης και υπαλλήλους τους παπάδες, που τους πληρώνει το δημόσιο χρήμα και τους θεομπαίχτες των μοναστηριών που επιμένουν ακόμα στον 21ο αιώνα να πουλούν θαύματα.
Μια επιδοτούμενη από το δημόσιο λοιπόν βιομηχανία, τα έσοδα της οποίας πάνε σε επισκευές και κατασκευές πολυτελών ναών, σε άμφια και λούσα ανθρώπων που εξ ορισμού θα έπρεπε να είναι λιτοί, απέριττοι και συνεσταλμένοι και ποιος ξέρει πού αλλού. Καμιά συμμετοχή στην καταπολέμηση της κοινωνικής αδικίας καμιά βοήθεια στον άνθρωπο, εκτός από τις γιορτές που βγαίνουν στην εφημερίδα τα φιρμάνια της φιλανθρωπίας.
Και στη Χίο πάλι καλά που ο Διονύσιος είναι Άνθρωπος και προσέχει τους ανθρώπους. Δίνει κατά καιρούς και περιουσιακά στοιχεία της εκκλησίας για δημόσια χρήση. Αλλά ο Διονύσιος δεν φτάνει βέβαια και εκτός αυτού δεν είναι αιώνιος. Το πρόβλημα όμως που έχει δημιουργηθεί με την μετατροπή της εκκλησίας και της πίστης σε στυγνό επιχειρηματία είναι αιώνιο πλέον και θα αποβεί μοιραίο γι’ αυτήν, αφού σε συνδυασμό και με τη μόρφωση των νέων γενιών θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μαράζωμα της θρησκείας όπως την πρεσβεύουν σήμερα οι λειτουργοί του Θεού.


Το Άρθρο του Γιάννη Μακριδάκη έχει δημοσιευτεί στην Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ, στην στήλη «Φτου Ξελεφτερεία»