Αρχική Πολιτισμός Ομιλία Β. Ρουφάκη στην εκδήλωση για τον Πέτρο Μαρτάκη

Ομιλία Β. Ρουφάκη στην εκδήλωση για τον Πέτρο Μαρτάκη

31


Οι ήρωες του Πέτρου Μαρτάκη, Μπουρλής και Τζανής, ξαναζωντάνεψαν στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο, 24 Ιουλίου, στο ΟΜΗΡΕΙΟ από το Σύνδεσμο Φίλων του Κάμπου Χίου του οποίου υπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος.
Για τη ζωή και το έργο του Π. Μαρτάκη μίλησαν πολλοί και αξιόλογοι ομιλητές στην εκδήλωση που συντόνισε η Ξένη Φύλλα, όπως οι: Φανή Αναιρούση, Μαρία Ξύδα, Βαγγέλςη Ρουφάκης, Δημήτρης Λαϊνάς και άλλοι, ενώ η απαγγελία του Τζανή ήταν υπέροχη από το Δημήτρη Αυγουστίδη
Το πρωί του ίδιου Σαββάτου έγινε μνημόσυνο στον Ιερό Ναό Αγίου Ισιδώρου Πετροκοκκίνου με την παρουσία και των δύο θυγατέρων του, Τίνας και Ιωάννας Μαρτάκη.
Στην εκδήλωση κατατέθηκε και μια μεστή επιστολή του κ. Γιώργου Διλμπόη αφιερωμένη στον Πέτρο Μαρτάκη.
Να σημειώσουμε ότι ο Βαγγέλης Ρουφάκης αντί ομιλίας διάβασε τον Αποχαιρετισμό που έγραψε στο Περιοδικό “Δάφνη” για `κείνον, μιμούμενος τον τρόπο γραφής του. “Δεν ήταν κάτι δύσκολο για μένα αφού τα κείμενα του αείμνηστου Πέτρου είναι γραμμένα στη γλώσσα που έμαθε από τη μητέρα του. Τα Δαφνούσικα”, σημείωσε λέγοντας ότι σύντομα το Περιοδικό “Δάφνη” θα τον τιμήσει ανάλογα, προχωρώντας στην έκδοση του βιβλίου του “Χιώτικα αφηγήματα” και στην ανάρτηση της προτομής του στο Δαφνώνα.
Στη συνέχεια δημοσιεύουμε το σχετικό κείμενο:


Καλησπέρα σας
Πέτρος Ι. Μαρτάκης
Ο Δαφνούσης, ο φίλος
Θερμά συγχαρητήρια πρέπει να δώσω στους διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης και να τους ευχαριστήσω για το βήμα που μου παραχωρούν, αν και η προσωπική μου γνώμη ήταν ότι έπρεπε να κάνουμε μια εκδήλωση από κοινού, αφού όπως θα καταλάβετε, αν και γεννημένος στον Κάμπο ο αείμνηστος Πέτρος, ήταν τουλάχιστο Δαφνούσης, όσο και Καμπούσης.
Με τον εκλιπόντα, γνωριστήκαμε το καλοκαίρι του 1984 σε μια εκδρομή της αδελφότητας Δαφνουσίων Αττικής κι από τότε, “μας ευλόγησενε ο Θεός του Δαφνώνα” όπως συνήθιζε να λέει ο Πέτρος και δεθήκαμε με μια ειλικρινή φιλία που κράτησε ως τον πρόωρο χαμό του και θα τιμηθεί από μέρους μου, ως και το δικό μου το τέλος.
Ήταν πρωτεργάτης και Πρόεδρος για αρκετά χρόνια στην Αδελφότητα Δαφνουσίων και κατόπιν Επίτιμος Πρόεδρος. Εξέδωσε και την εφημερίδα “Δαφνώνας” για μικρό διάστημα.
Ο σημερινός Πρόεδρος της Αδελφότητας Αλέκος Φιριπίδης είναι μαζί μας, αλλά συγκινημένος (είναι πρώτος του εξάδελφος), με παρακάλεσε να σας εκφράσω τα συγχαρητήρια και τις ευχαριστίες της Αδελφότητας για την σημερινή εκδήλωση. Το ίδιο και ο Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου του Δαφνώνα.
Η μητέρα του αείμνηστου Πέτρου, Μαργαρίτα Μισιριώτη από το Δαφνώνα, κόρη του Γιώργη του μάστορη (όπως έγραφε για τον παππού ο Πέτρος) και της Ειρήνης το γένος Νεαμονιτάκη.
Ποια ήταν η σχέση του με το Δαφνώνα, δε θα σας πω εγώ. Διαβάστε τα δικά του κείμενα, στο βιβλίο του Μπουρλής-Τζανής που το Ομήρειο εξέδωσε το 1996, στο Περιοδικό “Δάφνη” και στο βιβλίο του “Χιώτικα Αφηγήματα” που ετοιμάζουμε, και θα καταλάβετε.
Μου ζητήθηκε από την σύζυγο του μεταστάντος, όταν γίνει η προτομή του στο Δαφνώνα, που η “Δάφνη” προγραμματίζει, να αφήσουμε χώρο να μεταφερθούν τα οστά του εκεί μετά την εκταφή του.
“Εσύ Βαγγέλη ξέρεις πόσο λάτρευε τον Δαφνώνα και που θα ήθελε να ταφεί. Φρόντισε λοιπόν, για να αγάλλεται η ψυχή του”.
Θα διαβάσω τον Αποχαιρετισμό που έγραψα στο Περιοδικό “Δάφνη” για `κείνον, μιμούμενος τον τρόπο γραφής του. Δεν ήταν κάτι δύσκολο για μένα αφού τα κείμενα του αείμνηστου Πέτρου είναι γραμμένα στη γλώσσα που έμαθε από τη μητέρα του. Τα Δαφνούσικα.
Αποχαιρετισμός
Έεκείνην την ημέρα (5-8-2003) περασμένο μεσημέρι, ηκαούμεστενε στην Πινακοθήκη του Δήμου Χίου με το Μπάμπη κι εκουβεντιάζαμενε για το βιβλίο του Πέτρου Ι. Μαρτάκη “Χιώτικα Αφηγήματα” που `τοίμαζα, κι ευτός α μας ηζωγράφιζενε το οξώφυλλο, για να `ναι λέει πιο όμορφο.
Σαν το κουβεντιάζαμενε με τον Πέτρο λίγες μέρες πριν, μου `πενε: “Πρόσεχε! Ε θα του πούμενε εμείς είντα α κάμει. Οι καλλιτέχνες ξέρουνε. Μόνο α του δώκεις το βιβλίο να το διεβάσει”. (Έτσι ήκαμα, γιατί πρέπει να ξέρετενε πως εγώ παίρνω από λόγια). Και το `καμενε το οξώφυλλο ο Μπάμπης κι είναι είντα όμορφο!
Το απόεμα της ίδιας μέρας, ηπήαμενε στα Μεστά στης φιλονάδας μας της Ξένης κάμποσοι λωλοί, για να κουβεντιάσομενε τα προβλήματα της Χίος, λες και μας εψήφισενε κανείς να το κάωμενε. (Κι ευτοί που ψηφίζωμενε δηλαδή είντα κάμνουνε; Μα τέλος πάντων).
Είμεστεν εκεί εκτός απ` εμένα και τη Ξένη ο Μπουρλής, ο Τζαννής, ο Δημήτρης απέ την Καλλιμασιά, η Μαίρη αφ` την Αθήνα, έεκείνη μωρέ η Χιώτισσα που κάμνει τα αγάλματα σαν τη Γοργόνα στην Αιγνούσα, τον Πλαστήρα στη Χίο (που καποιονώνε εν τος αρέσει και θένε να κάμουν άλλονε) κι άλλα πολλά στον κόσμον όλο κι επεριμέναμενε και τον άλλονε… είντα ειν` μωρέ που τονε λένε, το Δημήτρη που ανεκατεύγεται με το Σύλλογο τω Χιωτώ στη Θεσσαλονίκη και τη γυναίκαν του, που είχαμενε σκοπό να πάμενε για πιοτί στο Λιμένα το βράδυ.
Εκαταλέαμενε λοιπόν τι λιώς α κάωμενε τούτο, τι λιώς α κάωμενε τ` άλλο κι εχάλαν ο κόσμος αφ` τις φωνές και τα γέλια. Κι αφού ήπιαμενε τον καβέ που μας ήκαμενε η Ξένη, ηδιεβάζαμενε απέ τη “Δάφνη” για τον Αμανενέ, τα κουντουρούδια και τα κατσικοπρόβατα που “ήταν παλουκωμένα απ` εδώ κι απ` εκεί μα ήταν κι ευτά ησυχασμένα, γιατί απέ τον περασμένο μήνα επήανε στον τράγο που ήτανε θυμισμένα κι ετρέχαν τα σάλια τος κι ανεγαλλιάσανε και γκαστρωθήκανε”. Και κα χα κου χου πια κι ηγελούσαμενε.
Κι άξαφνα εχτύπησενε το τηλέφωνο κι άμαν το πιασενε η Ξένη, απέ το ύφος της εκαταλάβαμενε πως κάτι εν ηπήαινενε καλά. Πριχού να κλείσει το τηλέφωνο, μας ήδωκενε το μαύρο μαντάτο.
Ο Πέτρος!
Ο Πέτρος ο δικός μας, ο δικός σας, ο Πέτρος του Μπουρλή και του Τζαννή, ο Πέτρος του Κάμπου και του Δαφνώνα, ο Πέτρος της Χίου ολόκληρης, εν ήτανε πια μαζί μας. Ήσβησενε άξαφνα το μεσημέρι, την ώρα που ηλέαμενε με το Μπάμπη για το ζωγραφιστό οξώφυλλο του βιβλίου του, που εν ήτανε γραφτό να το δει τελειωμένο.
Κι εβάλαμενε όλοι τις φωνές και τα κλιάματα, μα πιο πολύ απ` όλους ηκλαίανε ο Μπουρλής κι ο Τζαννής που ηθαρρούσανε πως ήρτενε και το δικόν τος το τέλος. Εν ηκαταλάβανε οι ούριοι πως απ` έεκείνην την ώρα ηπαιρνούσανε μαζί με το δημιουργόν τος στην αθανασία.
Κι ώσπου να το καλοσκεφτούμενε, μου τηλεφώνησενε ο αδερφός του ο Σταυρινός και μεσ` τους λυγμούς του, ηπολέμαν να μου πει… κι εγώ του `πα πως α περάσω αφ` το σπίτι να τονε `δω.
Ηφύαμενε όχωνούς εγώ, ο Μπουρλής κι ο Τζαννής κι εν εξέρω τι λιώς ηκατηβήκαμενε στον Κάμπο. Μας ήπαιρνενε το παράπονο κι ηκλαίαμενε όλο το δρόμο και τρεις φορές εσταμάτησα να καθαρίσω τα γυαλιά μου, γιατί οι αφορισμένοι μου φωνάζανε πως αφ` τα κλιάματα εν εβλέπω και α τους ξεραχώσω σε καένα χαντάκι…
(Εδεδέτσι βουρκωμένα είναι τα μάτια μου και τώρα που στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς, στο πλευρό κάποιου αλλονού φίλου που παλεύει μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα, γράφω τούτενές τις γραμμές).
Έχω ένα βάρος και μιαν πίκρα που εν ήμουνε στην εκφορά του αείμνηστου Πέτρου, αφού την ίδια μέρα ήμουν ανεκατεμένος στην οργάνωση μιανής εκδήλωσης, ούτε και στα Σαράντα του, αφού είχα μουσαφίρηδες αφ` την Αθήνα. Πιστεύω όμως πως μιαν από τις επόμενες μέρες που α πα να τονε δω στην τελευταίαν του κατοικία και α του ζητήσω συγνώμη, α με συχωρέσει.
Εφτάσαμενε λοιπόν στον Κάμπο στο σπίτι του Σταυρινού και τον εσυνάντησα μες το περιβόλι να κάμνει δουλειές που ούτε ο ίδιος εν ήξερενε είντα, για ν` αποξεχνιέται κι άμαν αγκαλιαστήκαμενε, καταλαβαίνετενε είντα ήγινενε…
Οι πορτοκαλιές κι οι μαντερινιές κι οι λεμονιές κι οι κουκουναριές και τα ταφλάνια και τα σαρκίμια και τα γιασεμιά του Κάμπου, μου φάνηκενε πως είχανε ζαρωμένα τα φύλλα τος. Μα και τα πουλάκια που καθίζανε στα δέντρα κι ετοιμαζούντανε για τη βραδινή δοξολογία πριχού να κοιμηθούνε, ήτανε κι ευτά μαμουκιασμένα.
Κι αργότερα σαν ήφυα κι ολομόναχος πια ηνήβαινα για το Δαφνώνα, όλα κι εκεί ήτανε αλλιώτικα. Η συκαμιά, το κυπαρίσσι, το καμπαναριό, η βρύση, εν είχανε τη χάρη που `χανε πάντα. Και κάτω τα Καμπόχωρα, ο Κάμπος, ο Άγιος Μηνάς, ο Μεγαλιμιώνας, η θάλασσα στα στενά, όλα ήτανε θολά λες κι είχενε πέσει καταχνιά.
Και το σπίτι του πάππου Μισιριώτη, γερμένο μου φάνηκενε κι ευτό, έτοιμο να πέσει.
Και σαν που στέκουμουνε όξω αφ` το σπίτι μου κι ήβλεπα ίσια κάτω και η καμπάνα ηχτύπησενε λυπητερά για `κείνονε, ησκέφτηκα πως έεδώ στη γωνιά του κήπου μου, κάτω απέ τη λεμονιά πρέπει να μπει η προτομή του αθρώπου που αγάπησενε και ύμνησενε το Δαφνώνα όσο καένας άλλος και να βλέπει όλα έεκείνα που ήβλεπενε απέ το τσαρδάκι του πάππου σαν ήτανε παιδί κι εμείνανε χαραγμένα στο νου και την καρδιάν του όσο ήζηενε, για να ανεγαλλιάζει η ψυχή του “εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν”.
Ένας απέ το Δαφνώνα
Σύντομα κι εμείς στο Περιοδικό “Δάφνη” θα τιμήσουμε ανάλογα τον αείμνηστο Πέτρο Ι. Μαρτάκη, προχωρώντας στην έκδοση του βιβλίου του “Χιώτικα αφηγήματα” και στην ανάρτηση της προτομής του στο Δαφνώνα. Πιστεύουμε πως θα σας έχουμε όλους κοντά μας, συμπαραστάτες και αρωγούς.
“Αμβροσία και νέκταρ που ήλεενε ο χωρατατζής ο Βουρλής (γράφει ο Πέτρος) που και είχεν ακουστά για το φαΐ και το πιοτί των θεών! Με τη φαντασία του, που ήκαμνενε τη Μπατού να γελά, ήβλεπενε όλα τα ποικιλόχρωμα φλώρια και τ` άλλα, πως ήταν εκείνοι οι θεοί που εγίνανε πουλιά!”
Ένα τέτοιο πουλί κι ο Πέτρος, ευχαριστημένος μας κοιτά από ψηλά.
Ευχαριστώ”.
Βαγγέλης Ρουφάκης

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΛιγότερα Charter φέτος τον Ιούλιο
Επόμενο άρθροΤην επιχορήγηση του 2002 περιμένει η ΕΠΣ