Αρχική Νέα Εκπαίδευση - Επιστήμη ΠΑΙΔΕΙΑ: Ο ΟΟΣΑ βάζει στο τελευτάιο θρανίο την Παιδεία μας

ΠΑΙΔΕΙΑ: Ο ΟΟΣΑ βάζει στο τελευτάιο θρανίο την Παιδεία μας

18

Ζοφερή εικόνα για το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας αποκαλύπτει έρευνα του ΟΟΣΑ με συγκριτικά στοιχεία για 30 αναπτυγμένες οικονομικά χώρες.

Η Ελλάδα είναι με εντυπωσιακή στατιστική «συνέπεια» στις τελευταίες θέσεις σε όλους τους οικονομικούς δείκτες της εκπαίδευσης: Από τις συνολικές κρατικές δαπάνες για την παιδεία, τους πόρους για την μέση εκπαίδευση, την αναλογία χρημάτων ανά φοιτητή, μέχρι την επιχορήγηση εξειδικευμένων ερευνητικών προγραμμάτων και τις υποτροφίες και την κοινωνική στήριξη των σπουδαστών.

Τα αρνητικά ρεκόρ επεκτείνονται και στους δείκτες ποιότητας: Οι έλληνες μαθητές της πρώτης λυκείου κατατάσσονται χαμηλά στα τεστ γενικών γνώσεων αλλά και στα μαθηματικά παρ’ότι έχουν τις περισσότερες ώρες διδασκαλίας.

Οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν υψηλότερο ποσοστό ανεργίας, καθώς πολύ πιο εύκολα βρίσκουν δουλειά οι ανειδίκευτοι.


Στα πρόθυρα της απαξίωσης βρίσκεται το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα: με ελάχιστους πόρους αδυνατεί να μορφώσει τα ελληνόπουλα ενώ δημιουργεί άνεργους ή άεργους πτυχιούχους.


Επιβραβεύει τους «αμόρφωτους» και στηρίζει την ιδιωτική παιδεία στην οποία αναγκάζονται να προσφύγουν οι γονείς για να μορφώσουν τα παιδιά τους. Η Ελλάδα δίνει για την εκπαίδευση το πιο μικρό κομμάτι του προϋπολογισμού σε σχέση με κάθε άλλο κράτος-μέλος του ΟΟΣΑ: μόλις το 6,6% του συνόλου των δαπανών, γεγονός που αναγκάζει τα νοικοκυριά να πληρώσουν από την τσέπη τους ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα.

Η πενία, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι η αποσύνδεση των πανεπιστημίων από την αγορά εργασίας. Εχει ως αποτέλεσμα οι πτυχιούχοι να έχουν σήμερα πιο λίγες πιθανότητες να βρουν δουλειά από ό,τι όσοι δεν έχουν απολυτήριο λυκείου. Η ανεργία στις τάξεις των κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σπάει παγκόσμιο ρεκόρ (μεταξύ των 30 πιο πλουσίων κρατών), και έχει ως παράπλευρη απώλεια την απόσυρσή τους από την αγορά εργασίας. Το πρόβλημα είναι μάλιστα ιδιαίτερα έντονο στις γυναίκες.

Η παιδεία «παράγει» όμως και αμόρφωτους πολίτες: οι 15χρονοι Ελληνες ονειρεύονται να γίνουν «στελέχη», δεν έχουν όμως τα «όπλα». Οι γνώσεις τους λαμβάνουν μετά βίας τη «βάση» στη διεθνή κατάταξη, ενώ πολύ λίγοι μπορούν πραγματικά να εκφραστούν, να γράψουν και να κατανοήσουν τις φυσικές επιστήμες.

Σε καμία άλλη χώρα του κόσμου το κράτος δεν δίνει τόσο λίγα χρήματα για την παιδεία. Οπως προκύπτει από στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2004 μόλις το 6,6% του προϋπολογισμού οδεύει προς την εκπαίδευση όταν στην Ελβετία το κράτος δίνει το 14,2%, στη Νορβηγία το 15,3%, στο φτωχό Μεξικό το 22,4% και στην Ουγγαρία το 12,9%.

Πρόκειται για χρήματα που αντιστοιχούν στο 3,8% του ΑΕΠ και τα οποία ως αναλογία στο εισόδημα της χώρας όχι μόνο δεν αναμένεται να αυξηθούν φέτος, αλλά δεν αποκλείεται να ψαλιδιστούν περαιτέρω: το προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού καταγράφει οριακή μείωση των δαπανών για παιδεία, ως ποσοστό του ΑΕΠ παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις για τη σταδιακή αύξησή τους στο 5% του.

Στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα δίνει λιγότερα (ως ποσοστό του ΑΕΠ) απ’ ό,τι όλα τα υπόλοιπα 30 ανεπτυγμένα οικονομικά κράτη που συμμετέχουν στον Οργανισμό: Αντιστοιχεί το 2,67% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ελλάδας που υστερεί ακόμα και από τις δαπάνες της γειτονικής Τουρκίας και μάλιστα ίσια ίσα καλύπτει τις δαπάνες μισθοδοσίας αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για επιπλέον παροχές.

Ολα σε μισθούς

Στα σχολεία, οι μισθοί και οι υπόλοιπες λειτουργικές δαπάνες καλύπτουν το 91% των πιστώσεων (το 2,62% του ΑΕΠ). Αποτέλεσμα: περισσεύει μόνο το 0,05% για μεταφορές, σίτιση, στέγαση και άλλες δραστηριότητες. Για όλα αυτά περισσεύουν το χρόνο μόλις 65 ευρώ ανά έλληνα μαθητή, έναντι 274 ευρώ κατά μέσο όρο στα κράτη του ΟΟΣΑ και 913 ευρώ στη Γαλλία.

Οπως είναι επόμενο, τα χρήματα που δεν δίνει το κράτος βγαίνουν από την τσέπη των νοικοκυριών: Κάθε χρόνο δίνουν ποσό ίσο με το 0,3% του ΑΕΠ (το 8,6% της συνολικής δαπάνης για πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση). Η συνεισφορά τους «επισήμως» είναι η πέμπτη υψηλότερη μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομικά κρατών. Ουσιαστικά η ιδιωτική δαπάνη για εκπαίδευση είναι ακόμα μεγαλύτερη, καθώς δεν λαμβάνεται υπόψη η «παραπαιδεία» και τα χρήματα που ξοδεύονται χωρίς απόδειξη.

Ούτε στα πανεπιστήμια η κατάσταση είναι καλύτερη, παρότι το ελληνικό κράτος αύξησε σημαντικά τη ροή χρημάτων τα τελευταία χρόνια κατά 116% ποσοστό που είναι το υψηλότερο με διαφορά από τα υπόλοιπα κράτη του ΟΟΣΑ.

Σήμερα, η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων φτάνει το 1,1% του ΑΕΠ. Πιο υψηλή αναλογία καταγράφεται μόνο σε κράτη της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Σουηδία η Φιλανδία, η Δανία αλλά και του Καναδά.

Από το ποσό αυτό, οι μισθοί καλύπτουν το 57% του συνόλου (το 0,87% του ΑΕΠ), ενώ για σίτιση και στέγαση δίδονται πόροι ίσοι με το 0,05% του ΑΕΠ (δηλαδή αναλογούν 204 ευρώ ετησίως ανά φοιτητή έναντι 454 ευρώ μέσου όρου).

Και πάλι όμως τα χρήματα δεν αρκούν: αν η χρηματοδότηση υπολογιστές -ανά φοιτητή δίνουμε συνολικά για πανεπιστημιακή εκπαίδευση 4.280 ευρώ ετησίως, έναντι 10.052 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ και 20.230 ευρώ στην Ελβετία (τιμές σε μονάδες αγοραστικής δύναμης).

Γιατί συμβαίνει αυτό; Λόγω της πληθώρας των φοιτητών, πολλοί από τους οποίους τελικά καταλήγουν… «αιώνιοι». Η μέση φοίτηση υπολογίζεται στα 5,7 έτη, έναντι 4,2 κατά μέσο όρο στο σύνολο των χωρών. Ετσι, τελικά, στον μέσο φοιτητή «αναλογεί» για το σύνολο των σπουδών του ποσό 24.255 ευρώ έναντι 42.906 ευρώ του μέσου όρου (το ποσό είναι προσαρμοσμένο με βάση το κόστος ζωής), δηλαδή πιο λίγο από κράτη όπως η Ισλανδία, η Κορέα και το Μεξικό που έχουν πολύ πιο σύντομη φοίτηση.

Υπερπαραγωγή φοιτητών

Η συμμετοχή των Ελλήνων στην ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε σημαντικά από το 1995 μέχρι σήμερα, κατά 78%. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη άνοδο από κάθε άλλο κράτος μετά την Ουγγαρία (40% είναι η μέση αύξηση σε όλα τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ).

Συνέπεια όλων αυτών είναι να παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές και οι παροχές προς τους φοιτητές, με τη μορφή υποτροφιών ή επιδομάτων οι οποίες φτάνουν στο 6,4% της δημόσιας δαπάνης για την εκπαίδευση έναντι του 30% στη Δανία. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μάλιστα, αντίστοιχες παροχές είναι είδος υπό εξαφάνιση: μόλις 0,3% του συνόλου, οι χαμηλότερες μετά τη Βρετανία (0,2%).

Τα ελληνικά πανεπιστήμια μπορεί να παράγουν πολλούς απόφοιτους (εκ των οποίων πολλοί δεν έχουν δουλειά), υστερούν όμως σε κάτι πολύ σημαντικό: σε αποφοίτους εξειδικευμένων ερευνητικών προγραμμάτων. Ανάλογα πτυχία λαμβάνει ετησίως μόνο το 0,7% του πληθυσμού, η πέμπτη πιο χαμηλή αναλογία, έναντι 1,2% μέσου όρου και 2,8% του πληθυσμού στη Σουηδία.

Το πρόβλημα βρίσκεται στις πολύ χαμηλές δημόσιες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη: σε αυτές καταλήγει ποσό ίσο με το 0,2% του ΑΕΠ. Μόνο το Μεξικό και η Σλοβακία δίνουν λιγότερα χρήματα για την ανάπτυξη έρευνας στα πανεπιστήμια, όταν στη Σουηδία δίδεται ποσό ίσο με το 0,75% του ΑΕΠ.

Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
 

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΔ. Αβραμόπουλος: νέα προγράμματα ύψους 54 εκατ. ευρώ
Επόμενο άρθροΒρέθηκε μετά από 2 μέρες γιαγιά από το Πυργί!