Αρχική Νέα Ελλάδα - Κόσμος Ομιλία Ελπίδας Τσουρή στο 9ο Συνέδριο εκλεγμένων γυναικών στην ΤΟ.Α.

Ομιλία Ελπίδας Τσουρή στο 9ο Συνέδριο εκλεγμένων γυναικών στην ΤΟ.Α.

9


Δημοσιεύουμε στη συνέχεια την ομιλία της βουλευτή Χίου Ελπίδας Τσουρή στο 9ο Συνέδριο Εκλεγμένων Γυναικών που πραγματοποιήθηκε στη Χίο από 22 έως 24 Οκτωβρίου 2004 στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο.
Η δημοσίευση έχει ενδιαφέρον για αρχειακούς λόγους, ενώ η είδηση είναι ότι έστω και με καθυστέρηση φαίνεται να αρχίζει να λειτουργεί η ιστοσελίδα της κας Τσουρή που μετά τις εκλογές του Μάρτη 2004, όπως και των άλλων υποψηφίων, έπεσε σε αδράνεια.
Θυμίζουμε ότι η διεύθυνση είναι: www.tsouri.gr

Ομιλία Ελπίδας Τσουρή
“Κοινωνικό κράτος και κοινωνική οικονομία στην Αυτοδιοίκηση, μέσα από το πρίσμα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου”.
Η Ελλάδα προσπαθεί να προαγάγει το κοινωνικό κράτος και την κοινωνική οικονομία, ούσα κομμάτι της Ευρωπαϊκής Οικογένειας που προσπαθεί να παραγάγει σταδιακά το δικό της συλλογικό κοινωνικό μοντέλο• συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, που θα υπάρχει στη βάση του διαλόγου μεταξύ κοινωνικών εταίρων, με προέκταση το διάλογο των πολιτών. Η πορεία για ένα πιο εκτεταμένο κοινωνικό μοντέλο σε εθνικό, αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεί μια από τις προκλήσεις που πρέπει να φέρουν σε πέρας οι σοσιαλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης.
Πρέπει, μάλιστα, να τονίσω ότι η προάσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων που περιέχει αυτό που αποκαλούμε ευρωπαϊκό κεκτημένο, έχει άμεση σχέση με την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία, έχει και ένα συγκεκριμένο και ιστορικά καθορισμένο κοινωνικό περιεχόμενο, μια σειρά προϋποθέσεων για την ανεμπόδιστη άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων, προϋποθέσεων με αναφορά στην κοινωνική (και οικονομική) κατάσταση του πολίτη. Υπάρχει, έτςι, ένας κοινωνικός και οικονομικός χώρος στον οποίο, και επί του οποίου αναπτύσσεται το πεδίο της πολιτικής. Υπάρχουν κοινωνικοί και οικονομικοί προσδιορισμοί που καθορίζουν τη θέση του πολίτη και έτσι καθορίζουν το δημοκρατικό πολίτευμα.
Πρόκειται, επίσης, για ένα από τα σημεία τα οποία λειτουργούν ως συνδετικός ιστός για ολόκληρη την προοδευτική πολιτική σκέψη στην Ευρώπη, από το Ρουσώ κι έπειτα: για τη διαπίστωση, δηλαδή, ότι η εμπέδωση της πολιτικής δημοκρατίας είναι αδιανόητη χωρίς την κρατική πολιτική, για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, χωρίς τη μέριμνα υπέρ των κοινωνικά ασθενέστερων και την ταχύτερη στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων.
Για να χρησιμοποιήσω μια διατύπωση του καθηγητή Κώστα Βεργόπουλου “ο άνεργος, ο άστεγος και ο άπορος, περισσότερο και από το πρόβλημα της επιβίωσης αντιμετωπίζουν και το πολιτικό πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού τους”. Ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν συνιστά, έτσι, μονάχα, κοινωνική παθογένεια, αλλά και σαφές πρόβλημα που αναφέρεται στην άσκηση των δικαιωμάτων, στο εφικτό, τελικά, της δημοκρατίας.
Ο εικοστός αιώνας θεωρήθηκε από πολλούς ο αιώνας της ουτοπίας, μέσα από το πείραμα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Με την αποτυχία της ουτοπίας αυτής πολλοί συνέδεσαν το τέλος της Ιστορίας, με την έννοια ότι ένα πλέον θεωρείται το κυρίαρχο μοντέλο: το παραδοσιακό μοντέλο της αγοράς που θέτει σε δεύτερη μοίρα το κοινωνικό κράτος.
Έτσι, το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι, αν πρέπει να αναζητήσουμε μια νέα ουτοπία ή, έστω, όπως είπε ένας συνδικαλιστής, μια “εξορθολογισμένη ουτοπία”, για να επαναφέρουμε την Ιστορία σε νέα τροχιά, αν δεν θέλουμε να παραδοθούμε στο μοντέλο της αγοράς.
Γι’ αυτούς που γνωρίζουν τις συλλογικές διαδικασίες και τους συλλογικούς αγώνες, οι αναφορές στο κοινωνικό όραμα είναι απαραίτητες, όχι μόνο για μεγαλύτερη συσπείρωση, αλλά και για αποτελεσματικότερη επιδίωξη συγκεκριμένων, ορατών στόχων. Η έλλειψη, επί του παρόντος, τέτοιων αναφορών είναι ένας από τους παράγοντες που έχουν αποδυναμώσει την πολιτική.
Μπροστά στις εξελίξεις αυτές οι νεοφιλελεύθεροι βρήκαν την απάντηση για την πλήρη επάνοδο στους νόμους της αγοράς. Από την άλλη πλευρά, οι αριστερές και σοσιαλιστικές δυνάμεις δίνουν τη μάχη για τη διατήρηση και τη διεύρυνση ενός κοινωνικού μοντέλου που στηρίχτηκε στις εξελίξεις της βιομηχανικής κοινωνίας. Ενός μοντέλου που τουλάχιστον στην Ευρώπη, βασίστηκε στη διεκδίκηση και τη διαμόρφωση του Κράτους Πρόνοιας, με συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Οι σοσιαλιστές, στηρίζουν και στηρίζονται στο κεκτημένο της ιστορίας, που πρεσβεύει ότι η σύγχρονη δημοκρατία δε σημαίνει μόνο τυπική ελευθερία, αλλά είναι συνδυασμός ελευθερίας και ουσιαστικής ισότητας, με πεδίο δράσης τη δημιουργία παρεμβατικών νόμων, ως εξισορροπητικών των νόμων της αγοράς, και την προώθηση των αξιών της αλληλεγγύης, ως αντιστάθμισμα της ελλείπουσας αλληλεγγύης από την αγορά.
Μπορεί οι αναζητήσεις αυτές να μην είναι πάντοτε επιτυχείς. Είναι, όμως, οι μόνες που μπορούν να επαναπροσδιορίσουν το κοινωνικό μοντέλο με τέτοιο τρόπο, ώστε να το ενσωματώσουν στις νέες παραγωγικές σχέσεις και να το καταστήσουν ανταγωνιστικό απέναντι στο αμερικανικό μοντέλο. Είναι, ταυτόχρονα οι πολιτικές που συνιστούν τη μοναδική ρεαλιστική εναλλακτική λύση, απέναντι στην προοπτική της ασύδοτης λειτουργίας της αγοράς, που γεννά τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη “νέα φτώχεια” και την περιθωριοποίηση των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων.
Προϋπόθεση είναι να γίνει κοινή αρχή, ότι η κοινωνική συνοχή και η αλληλεγγύη αποτελούν όχι μόνο συστατικό στοιχείο της κοινωνικής δημοκρατίας αλλά και αναπόσπαστο μέρος του οικονομικού μοντέλου το οποίο επιδιώκουμε.
Η συνθήκη του Άμστερνταμ έδωσε τη δικαιοδοσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση να συντονίζει τις εθνικές πολιτικές στα κοινωνικά θέματα. Αυτή έχει τη ευθύνη για την κοινωνική πολιτική, όπως έγινε και με την οικονομική. Η συζήτηση που οδήγησε σ’ αυτή την κατάληξη έχει μακρά και περίπλοκη διαδρομή στην ιστορία της Ένωσης. Και βέβαια υπήρξε πάντοτε πεδίο αντιπαράθεσης των νεοφιλελεύθερων με τις σοσιαλιστικές απόψεις. Θα θυμίσω μόνο τη σκληρή αντίθεση της θατσερικής Βρετανίας στη δεκαετία του 1980, απέναντι σε ανάλογες επιδιώξεις της περιόδου Ντελόρ στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί, ότι δεν είναι δυνατόν σήμερα ένα κράτος-μέλος της ΕΕ από μόνο του να ασκήσει επιτυχώς μια σύγχρονη κοινωνική πολιτική, γιατί νοθεύονται οι κανόνες του ανταγωνισμού που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής αγοράς. Από την άλλη πλευρά, ανταγωνισμός που επιχειρείται να γίνεται με έκπτωση της κοινωνικής προστασίας πρέπει να αποκλειστεί. Αυτή η βασική αρχή έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, μπροστά στο νέο σκηνικό που φέρνει μαζί της η διεύρυνση της ΕΕ.
Έχει, νομίζω ιδιαίτερη σημασία να δούμε πως υλοποιούνται αυτές οι γενικές αρχές που περιέγραψα στο επίπεδο των χωρών – μελών, αλλά και στο τοπικό επίπεδο. Επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από την περιφέρεια που βρισκόμαστε, αυτήν του Β. Αιγαίου. Η ΕΕ στηρίζει πολιτικές που πριμοδοτούν την περιφερειακή ανάπτυξη κι αυτό απεικονίζεται και σε προγράμματα όπως αυτά που υλοποιούνται και στην περιοχή του βορείου Αιγαίου. Στον κύριο όγκο τους τα προγράμματα αυτά αφορούν στον εξοπλισμό σχολείων, που βελτιώνουν την υποδομή στην εκπαίδευση, εκσυγχρονισμό των κτιριακών υποδομών και του εξοπλισμού σε Νοσοκομεία, την αποχέτευση, την ύδρευση, τη βελτίωση των εγκαταστάσεων των λιμένων, την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την επιχορήγηση προγραμμάτων για τους ανέργους, τους νέους και τις γυναίκες, την αναβάθμιση του Πανεπιστημίου Αιγαίου, τις δομές υποστήριξης ανθρωπίνου δυναμικού, την ενίσχυση της γεωργίας, την προώθηση της κοινωνίας της πληροφορίας, την βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, την προστασία των δασών, την οδοποιία, την ανάδειξη μνημείων.
Αυτή δεν είναι παρά μια ενδεικτική σταχυολόγηση των έργων που είναι ενταγμένα στο ΠΕΠ Βορείου Αιγαίου, για το νομό της Χίου. Όπως θα παρατηρήσατε, χαρακτηρίζονται κατ’ εξοχήν από κοινωνικό χαρακτήρα και αποδεικνύουν ότι προτεραιότητα της ΕΕ αποτελεί η ενδυνάμωση της κοινωνικής πολιτικής και της κοινωνικής οικονομίας, στην περιφέρεια του βορείου Αιγαίου. Ο στόχος της αναπτυξιακής υποστήριξης για την περιφέρεια, έχει σαφώς και μια κοινωνική διάσταση. Οι υποδομές, για παράδειγμα, δε σημαίνουν μόνο τη δημιουργία ενός καλύτερου οικονομικού περιβάλλοντος, αλλά και περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερες δυνατότητες και υπηρεσίες, προς όφελος των πολιτών της περιφέρειας. Η καταπολέμηση των περιφερειακών ανισοτήτων, η άρση της απομόνωσης των νησιών και η αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη γεωγραφική μας θέση, αποτελούν πτυχές του αιτήματος για ισότητα ευκαιριών και κοινωνική δικαιοσύνη, όπως το βιώνουμε εμείς οι κάτοικοι της περιφέρειας.
Πρέπει λοιπόν εμείς, ως μέλη των τοπικών κοινωνιών να μη μένουμε στην απλή μεταφορά πόρων, αλλά, μέσα από συλλογικές δράσεις, να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την παραγωγή πόρων και τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Η προώθηση καινοτομικών δράσεων με την υποστήριξη της ΕΕ, η επένδυση σε νέου τύπου οικονομικές δραστηριότητες (νέες τεχνολογίες, ποιοτικός τουρισμός, προώθηση παραδοσιακών τοπικών προϊόντων κ.λπ.) είναι μερικές μόνο από τις πτυχές αυτής της πρόκλησης. Και είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να πετύχουμε αυτούς τους στόχους χωρίς συλλογική δράση αλλά και συνεργασία της “κοινωνίας των πολιτών” και των φορέων της. Εδώ αναδεικνύεται ως πολύ σημαντικός ο ρόλος των εκλεγμένων τοπικών αρχών αυτοδιοίκησης, οι οποίες κατακτούν όλο και μεγαλύτερο χώρο στη διαμόρφωση και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής.
Το κοινωνικό μοντέλο καλύπτει πολλούς τομείς: από την εκπαίδευση και την κατάρτιση, έως την απασχόληση. Από την πρόνοια και την κοινωνική προστασία, έως το διάλογο μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των εργοδοτών• από την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία έως την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων.
Η πολιτική απασχόλησης και η κοινωνική πολιτική εμπεριέχουν την πεποίθηση ότι χρειαζόμαστε τον ισχυρό ανταγωνισμό μεταξύ των φορέων της οικονομίας και της αγοράς για τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης. Παράλληλα όμως δεν είναι δυνατόν να απεμπολήσουμε και την ανάγκη για αναπτυγμένο αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, για τη βελτίωση των συνθηκών που δημιουργούν μια συνεκτική κοινωνία, χωρίς αποκλεισμούς. Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με νέα φαινόμενα αποκλεισμού και νέες προκλήσεις για την αντιμετώπισή τους. Μακροχρόνια άνεργοι, μετανάστες, οικονομικοί πρόσφυγες, “ηλεκτρονικά αναλφάβητοι”, ευπαθείς κοινωνικές ομάδες που μένουν έξω από την ομπρέλα προστασίας του κράτους πρόνοιας, είναι μόνο μερικές από τις κοινωνικές κατηγορίες που έρχονται αντιμέτωπες με το “νέο αποκλεισμό”. Το κοινωνικό όραμα που έχουμε δοκιμάζεται στο πεδίο αυτών των προκλήσεων. Γι’ αυτό και οι πολιτικές θέσεις για το κοινωνικό μοντέλο δε συνιστούν ένα οποιοδήποτε πολιτικό θέμα, αλλά είναι το κατεξοχήν πολιτικό θέμα.
Το σημαντικό χαρακτηριστικό του κοινωνικού κράτους και κατ’ επέκταση, της κοινωνικής οικονομίας είναι η νομιμοποίηση της συλλογικής ευθύνης με παρεμβάσεις ex ante (προληπτικά) και όχι με παρεμβάσεις ex post (αποκαταστατικά).
Έτσι, το κοινωνικό κράτος δεν είναι μόνο θέμα κοινωνικής ευαισθησίας. Είναι πρωτίστως θέμα πολιτικής στήριξης της δημοκρατίας και της δημόσιας ασφάλειας. Η δημοκρατία παράγει ανισότητες, αλλά συντηρείται κατά το μέτρο που πετυχαίνει να τις αντιμετωπίζει. Το κοινωνικό μοντέλο δρα και ως πρόληψη των ανισοτήτων.
Το κυριότερο χαρακτηριστικό του κοινωνικού μοντέλου είναι η καθολικότητά του. Απευθύνεται στο σύνολο των πολιτών, έστω και αν διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος των αναγκών, με κύριο στόχο την κοινωνική ενσωμάτωση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού πολιτών. Έχει ένα αξιόλογο επίπεδο ποιότητας υπηρεσιών, όσο και αν συχνά τίθεται υπό αμφισβήτηση από την ποιότητα των υπηρεσιών του ιδιωτικού τομέα. Γνωρίζει προβλήματα, ως προς την αποτελεσματικότητα, αλλά αυτά συνδέονται περισσότερο με τη μη προσαρμογή του παρά με τη φύση του συστήματος.
Η πολιτική και κοινωνική ιστορία έχουν δείξει, ότι μακροχρονίως η αγορά μεγεθύνει τις ανισότητες, γιαυτό και οι κοινωνίες χωρίς κοινωνικοοικονομικές παρεμβάσεις γνωρίζουν σοβαρά ρήγματα στη συνοχή τους.
Μέσα σε ένα κόσμο ανταγωνιστικό δεν αρκεί να είμαστε σύμφωνοι για το τί είναι καλό, αλλά πρέπει να εξασφαλίσουμε και τη βιωσιμότητα καταστάσεων και συστημάτων. Αυτό είναι ένα κρίσιμο θέμα. Η βιωσιμότητα του κοινωνικού μοντέλου σήμερα αμφισβητείται από πολλούς.
Άλλο όμως η κριτική ενός συγκεκριμένου τρόπου λειτουργίας του κοινωνικού μοντέλου, που οικοδομήθηκε με βάση τις παραγωγικές σχέσεις της βιομηχανικής εποχής και τις κλειστές σε σχέση με το σήμερα κοινωνίες, και άλλο αμφισβήτηση των αξιών που το θεμελιώνουν και το καθιστούν ποιοτικά ανώτερο. Γιατί η ανταγωνιστικότητα ενός συστήματος είναι συνάρτηση της ενεργοποίησης όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού μελών και η ασφάλεια του συστήματος συνάρτηση του βαθμού συνοχής των μελών του.
Γενικά, πρέπει να δοθεί ώθηση και στις πολιτικές πρόβλεψης, επίβλεψης, ενθάρρυνσης επιθυμητών δράσεων και αποθάρρυνσης μη επιθυμητών. Σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, με διασφαλισμένη πρόσβαση στο σύνολο των πολιτών, θα πρέπει να τις αποτυπώσουμε σε ένα χάρτη, τη Χάρτα των κοινωνικών υπηρεσιών, μαζί με τους βασικούς κανόνες λειτουργίας τους.
Όλες αυτές οι επιμέρους μεταρρυθμίσεις πρέπει να συμβαδίσουν με την εμφύσηση στον πολίτη των αρχών που στηρίζουν το κοινωνικό κράτος, όπως είναι η αρχή της αλληλεγγύης και της συλλογικής ευθύνης.
Καταληκτικά λοιπόν, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι, παρά τα προβλήματα που εμφανίζονται, και τις επί μέρους αμφισβητήσεις που πιθανόν υπάρχουν, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, παραμένει αξιόπιστη εναλλακτική λύση στις στρεβλώσεις της ασυδοσίας της αγοράς και μοναδικός παράγοντας για την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής. Αν στόχος μας είναι να διαμορφώσουμε κοινωνίες ευημερίας, αυτές οι κοινωνίες δεν μπορούν παρά να είναι και κοινωνίες αλληλεγγύης, να διασφαλίζουν δηλαδή τη συλλογική απόλαυση των αγαθών και των υπηρεσιών τους.
Με αυτές τις βασικές αρχές, σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα, εργαζόμαστε όχι μόνο για την προάσπιση των βασικών αρχών του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου, αλλά και την εξέλιξή τους, ώστε να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις της εποχής μας.
Στη δευτερολογία της η κυρία Τσουρή ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι η Πολιτεία, τα τελευταία οκτώ χρόνια, φρόντισε να δημιουργήσει τις βάσεις, να βάλει τα θεμέλια ενός δικτύου κοινωνικής προστασίας. Θεσμοί όπως τα Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων, τα ΚΑΠΗ παλαιότερα, το πρόγραμμα Βοήθεια στο Σπίτι δημιουργούν τις απαραίτητες υποδομές που ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις της Πολιτείας. Όμως, είναι μόνο η βάση. Πρέπει να διεκδικήσουμε τόσο από την κεντρική εξουσία, όσο και από την ΕΕ τη συνέχιση και επέκταση της λειτουργίας τους.
Κατά την άποψή μου, βέβαια, όσοι θεσμοί και αν δημιουργηθούν από την Πολιτεία, όσοι πόροι και να διατεθούν ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο με την κατάλληλη παιδεία. Η ευαισθητοποίηση του κοινωνικού μας περίγυρου είναι απαραίτητη για την ενσωμάτωση των ευπαθών κοινωνικών ομάδων. Μια ευαισθητοποίηση η οποία πρέπει να ξεκινήσει από το επίπεδο της γειτονιάς και να φθάσει στα ΜΜΕ.
Προσωπικά, ως γυναίκα και ως μητέρα με προσβάλλουν εκπομπές τύπου reality, που εκμεταλλεύονται ανθρώπους με νοητική στέρηση, προβλήματα ψυχικής υγείας, τώρα τελευταία και με ανέργους. Μόνο έτσι, εμείς που ζούμε το πρόβλημα στην ουσία του μπορούμε να είμαστε περήφανες, γιατί παραδώσαμε στα παιδιά μας μια πιο δίκαιη κοινωνία.


Ομιλία της βουλευτή Χίου Ελπίδας Τσουρή στο 9ο Συνέδριο Εκλεγμένων Γυναικών που πραγματοποιείται στη Χίο από 22 έως 24 Οκτωβρίου 2004 στο Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο.
Περίληψη Εισήγησης
“Κοινωνικό κράτος και κοινωνική οικονομία στην Αυτοδιοίκηση, μέσα από το πρίσμα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου”.
Η Ελλάδα προσπαθεί να προαγάγει το κοινωνικό κράτος και την κοινωνική οικονομία, ούσα κομμάτι της Ευρωπαϊκής Οικογένειας, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, που θα υπάρχει στη βάση του διαλόγου μεταξύ κοινωνικών εταίρων, με προέκταση το διάλογο των πολιτών. Η πορεία για ένα πιο εκτεταμένο κοινωνικό μοντέλο σε εθνικό, αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεί μια από τις προκλήσεις που πρέπει να φέρουν σε πέρας οι σοσιαλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης.
Πρέπει μάλιστα να τονιστεί, ότι η προάσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων που περιέχει αυτό που αποκαλούμε ευρωπαϊκό κεκτημένο, έχει άμεση σχέση με την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας. Υπάρχουν κοινωνικοί και οικονομικοί προσδιορισμοί που καθορίζουν τη θέση του πολίτη και καθορίζουν έτσι το δημοκρατικό πολίτευμα.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι, αν πρέπει να αναζητήσουμε μια νέα ουτοπία ή, έστω, όπως είπε ένας συνδικαλιστής, μια “εξορθολογισμένη ουτοπία”, για να επαναφέρουμε την Ιστορία σε νέα τροχιά, αν δεν θέλουμε να παραδοθούμε στο μοντέλο της αγοράς.
Γι’ αυτούς που γνωρίζουν τις συλλογικές διαδικασίες και τους συλλογικούς αγώνες, οι αναφορές στο κοινωνικό όραμα είναι απαραίτητες όχι μόνο για μεγαλύτερη συσπείρωση, αλλά και για αποτελεσματικότερη επιδίωξη συγκεκριμένων ορατών στόχων. Η έλλειψη, επί του παρόντος, τέτοιων αναφορών είναι ένας από τους παράγοντες που έχουν αποδυναμώσει την πολιτική.
Οι σοσιαλιστές στηρίζουν και στηρίζονται στο κεκτημένο της ιστορίας, που πρεσβεύει ότι η σύγχρονη δημοκρατία δεν σημαίνει μόνο τυπική ελευθερία, αλλά είναι συνδυασμός ελευθερίας και ουσιαστικής ισότητας, με πεδίο δράσης τη δημιουργία παρεμβατικών νόμων, ως εξισορροπητικών των νόμων της αγοράς, και την προώθηση των αξιών της αλληλεγγύης, ως αντιστάθμισμα της ελλείπουσας αλληλεγγύης από την αγορά.
Ο στόχος της αναπτυξιακής υποστήριξης για την περιφέρεια, έχει σαφώς και μια κοινωνική διάσταση. Οι υποδομές, για παράδειγμα, δε σημαίνουν μόνο τη δημιουργία ενός καλύτερου οικονομικού περιβάλλοντος, αλλά και περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερες δυνατότητες και υπηρεσίες, προς όφελος των πολιτών της περιφέρειας. Η καταπολέμηση των περιφερειακών ανισοτήτων, η άρση της απομόνωσης των νησιών και η αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη γεωγραφική μας θέση, αποτελούν πτυχές του αιτήματος για ισότητα ευκαιριών και κοινωνική δικαιοσύνη, όπως το βιώνουμε εμείς οι κάτοικοι της περιφέρειας.
Το κοινωνικό μοντέλο καλύπτει πολλούς τομείς: από την εκπαίδευση και την κατάρτιση έως την απασχόληση. Από την πρόνοια και την κοινωνική προστασία, έως το διάλογο μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των εργοδοτών• από την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία έως την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων.
Το σημαντικό χαρακτηριστικό του κοινωνικού κράτους και συνεπακόλουθα της κοινωνικής οικονομίας είναι η νομιμοποίηση της συλλογικής ευθύνης με παρεμβάσεις ex ante (προληπτικά) και όχι με παρεμβάσεις ex post (αποκαταστατικά).
Έτσι, το κοινωνικό κράτος δεν είναι μόνο θέμα κοινωνικής ευαισθησίας. Είναι πρωτίστως θέμα πολιτικής στήριξης της δημοκρατίας και της δημόσιας ασφάλειας. Η δημοκρατία παράγει ανισότητες, αλλά συντηρείται κατά το μέτρο που πετυχαίνει να τις αντιμετωπίζει. Το κοινωνικό μοντέλο δρα και ως πρόληψη των ανισοτήτων.


 

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθροΠρος κινητοποίηση οδεύουν οι φοιτητές
Επόμενο άρθροΠαρουσίαση βιβλίου για τον Κήπο Χίου