Αρχική Απόψεις Face-tweet Αγιοβασιλιάτικα βαποράκια, απο «Το τσέρκι στην κατηφόρα» της Μ. Τσακού

Αγιοβασιλιάτικα βαποράκια, απο «Το τσέρκι στην κατηφόρα» της Μ. Τσακού

88

Επίκαιρο απόσπασμα από το βιβλίο μου «Το τσέρκι στην κατηφόρα». Με ευχές για Καλοχρονιά σε όλους μας! (Από τη σελίδα κοινωνιΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ ΤΗΣ Μ. ΤΣΑΚΟΥ

Κάθε παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πρώτα απ’ όλα, συνηθίζουν να έρχονται οι εργάτες κι οι παραγιοί του παππού μου στο σπίτι μας να μας «τα πούνε», τις πιο πολλές φορές κουβαλώντας και το καραβάκι τους. Να σας εξηγήσω εδώ ότι στη Χίο έχομε αυτό το έθιμο με τα Αγιοβασιλιάτικα καραβάκια, που κρατάει από τα πολύ παλιά χρόνια. Σε κάθε γειτονιά και συνοικία, δηλαδή, οι νέοι και τα παιδιά βάζουνε «ρεφενέ» και καταπιάνονται να φτιάξουνε ένα καραβάκι με λαμαρίνες και ξύλα. Τους παίρνει πολύ καιρό να το τελειώσουνε γιατί το φτιάχνουνε με όλες τις λεπτομέρειες ενός αληθινού σκαριού, με κατάρτια κι άλμπουρα, με πανιά ή με διπλά καταστρώματα, με φινιστρίνια και μπουκαπόρτες, με αμπάρια και γέφυρα, με φουγάρο που βγάζει ατμό και σφυρίζει, ακόμα και με κανόνια, αν το καραβάκι είναι πολεμικό. Γιατί, άλλες φορές φτιάχνουνε απομίμηση πολεμικού καραβιού, άλλοτε φορτηγού, άλλοτε τράτας ή καϊκιού, ανάλογα με τα λεφτά που έχει η κάθε παρέα για να διαθέσει για την κατασκευή του καραβακιού. Άμα το τελειώσουνε, το βάφουνε, του βάζουνε μέχρι και φωτάκια σε γιρλάντες να κρέμονται από τα κατάρτια, που δουλεύουνε με μπαταρία, ως και μπαρούτι στα κανόνια βάζουνε για να «τραβούνε» καμιά κανονιά και να γίνεται σαματάς! Είναι πολύ όμορφα, κυρίως γιατί είναι το αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς, καλής συνεργασίας και με σκοπό τη διατήρηση του εθίμου. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όλα τα καραβάκια από όλες τις συνοικίες της πόλης μας, τριγυρίζουνε στις γειτονιές, λένε τα «πληρώματα» τους τα κάλαντα του Αγιου-Βασιλιού, με μπόλικα «παινέματα», και, άμα συναντηθούνε σε κανένα σταυροδρόμι, προσπαθούνε να αποδείξουνε πως το δικό τους είναι το καλύτερο εκείνης της χρονιάς. Δεν είναι εύκολο να το πεις ούτε και να διαλέξεις, και κάθε χρόνο γίνονται φασαρίες από τους παρεξηγιάρηδες, μα το έθιμο δεν σταματάει, και δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ!

Με ένα τέτοιο καραβάκι, λοιπόν, έρχονται οι εργάτες μας στο σπίτι, όχι όλοι, βέβαια, μα οι περισσότεροι, κυρίως οι λεύτεροι, όπως ο Σταμάτης ο Τάγκινης, που είναι πολύ φίλος μου και πολύ καλό παιδί, κι ας είναι μεγαλύτερος από μένα, καθώς επιστρέφουνε από τη γύρα τους στα σοκάκια και τους δρόμους. Τους ανοίγομε την πόρτα και μας λένε τα κάλαντα και τα παινέματα, που, επειδή ξέρουνε ποιοι μένομε σ’ αυτό το σπίτι, τα έχουνε προσαρμόσει ανάλογα, όπως «έχεις και γιο και μονογιό, και γιο και κανακάρη. Να τον αξιώσει ο Θεός να πάρει ένα καράβι!» Αυτό το λένε για μένα, αλλά εγώ δεν θέλω να γίνω ναυτικός! Προτιμώ να πατώ στη στεριά. Για την αδερφή μου πάλι λένε «έχεις και κόρη έμορφη, το μήλο της Ευρώπης. Το μήλο της Ανατολής κι όλης της ανθρωπότης» κι εκείνη πια θαρρεί πως είναι εκείνη η ώρα! Καμαρώνει σαν το γύφτικο σκεπάρνι! Λένε κι άλλα πολλά παινέματα για τον παππού μου, όπως «εσένα αφέντη πρέπει σου ζώνη μαλαματένια», ή το άλλο που λέει «εσένα αφέντη πρέπει σου καρέκλα καρυδένια, για ν’ ακουμπάς τη μέση σου τη μαργαριταρένια», στιχάκια που του εύχονται να πιάνει πέτρα και να γίνεται χρυσάφι. Λένε μετά και για τη γιαγιά μου και τη μαμά μου, που είναι πολύ νοικοκυρά, και τέτοια, κι άμα τελειώνουνε, ρίχνει ένας μια κανονιά από το καραβάκι, και ξεσηκώνεται όλη η γειτονιά! Ύστερα, τους κερνάει η γιαγιά μου και τους δίνει λεφτά ο παππούς μου, αλλά δε λέει πόσα, γιατί θα τον μαλώσει η γυναίκα του που «τα σκορπά δεξιά κι αριστερά», και φεύγουνε για να πάνε και σ’ άλλα σπίτια. Άμα πάνε σε κάποιο σπίτι, που ξέρουνε πως οι νοικοκυραίοι είναι μέσα αλλά δεν θένε να τους ανοίξουνε, τους λένε ένα κοροϊδευτικό στιχάκι: «εσένα αφέντη πρέπει σου του τράγου το κουδούνι. Να το φοράς στη μούρη σου και να’ σαι σα γουρούνι!», κι αφού δώσουνε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα φεύγουνε για άλλο σπίτι.