Αρχική Πολιτισμός Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2 Αλκυονίδες μέρες, της Ολγας Κοτοπούλη

Αλκυονίδες μέρες, της Ολγας Κοτοπούλη

222

Τρεις πυροβολισμοί και ένας σκοτωμένος κορμοράνος στα χέρια του Νίκου ήταν η αφορμή που τον αγάπησε, με την πρώτη ματιά, η Σοφία. Πέντε μέρες είχε στο χωριό ̇ άκουσε διάφορα για αυτόν στον καφενείο αλλά δεν είχε τύχει να τον συναντήσει. Οικολόγο – κουλτουριάρη τον έλεγαν ειρωνικά και μια συμβουλή της έδιναν όλοι, μείνε μακριά του μόνο μπελάδες δημιουργεί.

της Ολγας Κοτοπούλη
(Τα κείμενα είναι γραμμένα
στα πλαίσια του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου,
με εμψυχωτή τον Γιάννη Μακριδάκη και
δημοσιεύονται με τη σύμφωνη γνώμη
των δημιουργών τους.
).

Πριν ένα μήνα η ζωή της είχε αλλάξει ξαφνικά. Αυτό που από καιρό φοβόταν είχε συμβεί. Ένα email Παρασκευή βράδυ που γύρισε από την δουλειά την ενημέρωνε για την απόλυση της. Έτσι απλά έχασε την δουλειά της , μαζί και το αφιλόξενο έδαφος της βρετανικής γης κάτω από τα πόδια της που τη φιλοξένησε για 23 συναπτά έτη. Ευτυχώς που ήταν σχετικά προετοιμασμένη ̇ είχε κάποια χρήματα στην άκρη ̇ δεκάδες συνάδελφοι της , στην χρηματιστηριακή εταιρεία, είχαν απολυθεί τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2012 .

Στη ζωή είχε μάθει να τα βλέπει όλα σαν καινούρια ευκαιρία ̇ έτσι είδε την απόλυση της. Αυτό που ενδόμυχα ήθελε μα δεν τολμούσε, τώρα θα το έπραττε. Επιστροφή στην πατρίδα και ας ήταν δύσκολες οι συνθήκες. Δεν θα επέστρεφε όμως στο πατρικό της σπίτι, ήταν αποφασισμένη .Το μικρό σπίτι που κληρονόμησε από τον παππού της , σε ένα παραθαλάσσιο χωριό στη Βόρεια Ελλάδα, δίπλα στις εκβολές του ποταμού , ήταν το κατάλληλο μέρος . Εκεί θα πήγανε. Με καθαρό μυαλό , ξεκούραστη, θα αποφάσιζε το επόμενο βήμα της.

Έτσι βρέθηκε τέλος Γενάρη στο χωριό .Αλκυονίδες μέρες ήταν ̇ αναστάτωση υπήρχε λόγω των εγκαινίων του λαογραφικού μουσείου και των επερχόμενων εκλογών. Τι μουσείο δηλαδή, δύο αίθουσες, όλες και όλες, σε ένα σπίτι που κάποιος είχε κληροδοτήσει στην κοινότητα, με τον όρο, να φέρει το όνομα του. Ο πάρεδρος αμέσως την κάλεσε στα εγκαίνια ̇ από ευγένεια του το υποσχέθηκε μα σαν έφτασε η ώρα το είχε μετανιώσει.

Εκείνο το απόγευμα περπατούσε πάνω κάτω στην ακροθαλασσιά όταν είδε τρεις κορμοράνους να γλιστρούν στο νερό σαν Ρωσίδες χορεύτριες. Η ευτυχία είναι εδώ σκέφτηκε, καθώς τους χάζευε. Γύρισε στο σπίτι με βαριά καρδιά ̇ άρχισε να ετοιμάζεται για τα εγκαίνια. Έφτιαχνε ένα καφέ όταν άκουσε πυροβολισμούς από κυνηγετικό όπλο. Πάλι οι κυνηγοί μονολόγησε.

Νωρίς ξεκίνησε για τα εγκαίνια ̇ δεν ήθελε να αργήσει, κατάλοιπα της προηγούμενης ζωής της στην Αγγλία. Ο Πάρεδρος φουσκωμένος σαν παγώνι που επί των ημερών του έγινε το λαογραφικό μουσείο μαζί με τους συγγενείς του δωρητή ήταν στην είσοδο του κτηρίου και υποδέχονταν τον κόσμο ̇ ανάμεσα τους από ότι κατάλαβε και πολλοί υποψήφιοι. Όταν μαζεύτηκε όλο το χωριό ο παπάς άρχισε το ευλογητός. Φωνές ξαφνικά ακούστηκαν ̇ όλοι παραμέρισαν όταν ένα άνδρας με βαρύ αργό βήμα μπήκε στην αίθουσα κρατώντας στο δεξί του χέρι έναν νεκρό κορμοράνο. Μια γραμμή από αίμα διέγραφε την πορεία του. Γούρλωσε τα ματιά η Σοφία έκπληκτη και έντρομη. Θυμός άρχισε να την κατακλύζει βλέποντας τον. Κοιτά τον εγκληματία σκέφτηκε μα είδε κατακόκκινα τα ματιά του, γεμάτα δάκρυα. Ο άνδρας στάθηκε στη μέση της αίθουσας ̇ με φωνή γεμάτη απόγνωση και μίσος είπε ̇ Και αυτό δικό σου έργο είναι Πάρεδρε, σε είδα από μακριά ̇ τους σκότωσες και τους τρεις , που να αντέξεις τόση ομορφιά.