Αρχική Green Life Διαδρομές Αναμνήσεις από ένα τόσο μακρινό μέλλον, γράφει η Ελίνα Παπαδοπούλου

Αναμνήσεις από ένα τόσο μακρινό μέλλον, γράφει η Ελίνα Παπαδοπούλου

64
Τα κυνήγησα μέχρι την άκρη της πόλης. Ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί όμοιά τους. Τρισδιάστατα και ψιλοκρεμαστά, πάλλευκα, κρουστά κι αφράτα σαν παγωτό καϊμάκι. Μου έγνεψαν ακαταμάχητα καθώς έβγαινα από το θηριώδες ξενοδοχείο δίπλα στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, που ακόμα διατηρούσε στην οροφή του φωτεινή πινακίδα με τη φράση «Πόλη-Ήρωας Λένινγκραντ».

Αγόρασα ένα βαπορίσιο καφέ από το απέναντι κατάστημα κι έπιασα να κατηφορίσω τη λεωφόρο Νιέφσκι προς το ποτάμι. Είχα να προλάβω τα σύννεφα.
Όχι δε θα έμπαινα σε κάποιο Λάντα, παράνομο ταξί που σε πήγαινε οπουδήποτε με πέντε ευρώ και που δεν είχες παρά να κάνεις πως ξύνεις το κεφάλι σου για να κοκκαλώσει αυτομάτως μπροστά σου.
Είχα σκοπό να περπατήσω με βήμα γοργό, ντυμένη απρεπέστατα αθλητικά, ανάμεσα σε δεκάδες γυναίκες με μίνι, τακούνια, βαμμένα νύχια και μαλλιά κομμωτηρίου και άντρες με παγερά ασυγκίνητα μάτια που πήγαιναν βιαστικά στη δουλειά.

Αυτά, έτρεχαν ιλιγγιωδώς, καρφωμένα σ’ ένα βαθύ μπλε ουρανό, λουσμένο στο φως του θερινού ηλιοστασίου, που δεν αποσύρεται παρά μονάχα για δυό τρεις ώρες αυτήν την εποχή, ίσα που να σου επιτρέψει να πάρεις ένα σύντομο υπνάκο πίσω απ’ τα χωρίς παντζούρια και με λευκές κουρτίνες παράθυρα των ξενοδοχείων.
Τα πρόφτασα να καθρεφτίζονται στο κανάλι που οδηγεί στην εκκλησία όπου στα θεμέλιά της ρέει αίμα βασιλικό. Ένας βαρύτονος ξεκίνησε να τραγουδά τα λυπητερά τραγούδια του καταμεσής του δρόμου.
Αχ αυτές οι ρούσικες ψυχές, σκέφτηκα, και κατευθύνθηκα προς τα κει. Θα περνούσα απ’ το παρακείμενο παζάρι με τις αραδιασμένες μπαμπούσκες, τις ξύλινες ζωγραφιστές σκατούλκες και τα κεχριμπαρένια κολιέ, ν’ αγοράσω ανυπερθέτως ένα λευκό γούνινο σκούφο, πράγμα απαραίτητο εξάλλου για τους σκληρούς χειμώνες της Αθήνας…

Έφαγα μια πάβλοβα στο καφενείο δίπλα στο σπίτι της πιο διάσημης μπαλαρίνας όλων των εποχών και έπειτα κίνησα να εκπορθήσω για άλλη μια φορά τα χειμερινά ανάκτορα. Λαχταρούσα να σταθώ ξανά στο κέντρο της αχανούς πλατείας, με τα μάτια κλειστά, να προσποιηθώ τάχα πως μ’ ενοχλεί το τολμηρό αεράκι που μου φουσκώνει τα παντελόνια, την ώρα που θα με σκουντάει τ’ αγριεμένο πλήθος.
Πέρασα το δρόμο τρέχοντας, μα δεν του ξέφυγα, του τροχονόμου, που απαίτησε να γυρίσω πίσω και να ξαναδιασχίσω τη λεωφόρο απ’ τη διάβαση αυτή τη φορά. Τι κι αν επιστράτευσα το πιο λαμπρό χαμόγελό μου. Η βλοσυρή του φάτσα παρέμεινε αναλλοίωτη.
«Του Έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει» ψιθύρισα, μα δυστυχώς υπάκουσα στην παράλογη προσταγή.

Μετά τα είδα να χάνονται, να μου χασκογελούν πολύ ψηλά πια πάνω απ’ τη γέφυρα, ψηλά πάνω απ’ τον Νέβα, αυτό το κομμάτι θάλασσας που πλημμυρίζει την πόλη. Μήπως ήθελαν να κουρνιάσουν στη γνωστή πλατφόρμα εκεί κοντά, όπου σωρηδόν έφταναν τα νιόπαντρα ζευγάρια ν’ ανοίξουν σαμπάνιες, να φωτογραφηθούν και να χορέψουν στους ήχους μιας μικρής ορχήστρας; Να χωθούν κάτω από φουσκωτά νυφικά, να γίνουν εσάρπες διαφανείς για ώμους τρυφερούς, μαντηλάκια μεταξένια για συγκινημένα μάτια; Μα αυτά αιφνιδιαστικά έστριψαν προς την αντίπερα όχθη.

Είχαν σκοπό πάλι να μου βγάλουν την πίστη. Την προηγουμένη, για χατίρι τους χάθηκα σ’ άγνωστα τρένα και σε αποβάθρες πολύβουες, με κυριλλικές επιγραφές και μόνο. Όταν αργά το βράδυ επιτέλους βρήκα το δρόμο του γυρισμού, έπρεπε να ξυπνήσω τον άμοιρο ρεσεψιονίστ, που κοιμόταν σ’ ένα ράντσο εκστρατείας στο διάδρομο του τερατώδους ξενοδοχείου, για να μου εγχειρήσει τα κλειδιά της κάμαράς μου.
Έτρεξα ξοπίσω τους λαχανιασμένη και ξέπνοη. Τέτοια χαριτωμένα σύννεφα, μπαμπακένια και παιχνιδιάρικα, ατρόμητα και στιβαρά, επ’ ουδενί θα τα ‘χανα απ’ τα μάτια μου. Πέρα μακριά ακούστηκαν κανόνια να ηχούν. Θα μ’ έπιανε η αυγή στο δρόμο.

Elina Papadopoulou