Αρχική Πολιτισμός Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2 Δάκρυ ανακούφισης, της Όλγας Κοτοπούλη

Δάκρυ ανακούφισης, της Όλγας Κοτοπούλη

302

Έτρεμε το χέρι του Λουκά καθώς πήρε την αραχνοΰφαντη ρόμπα από τα χέρια της νοσοκόμας. Γδυθείτε, όταν είστε έτοιμος θα έρθει ο τραυματιοφορέας να σας πάρει του είπε εκείνη και τον άφησε μόνο του στο μικρό δωμάτιο. Με τα μάτια έψαχνε απεγνωσμένα να με δει, να ζητήσει βοήθεια. Αρρωστοφοβικός από μικρός και σαν ενήλικας, πέρασε από όλα τα στάδια, υγιεινή διατροφή, χορτοφαγία, γυμναστική, ομοιοπαθητική. Όταν δε, με γνώρισε και γνώρισε μαζί μου την ωμοφαγία, ήταν πια σίγουρος ότι δεν θα αρρωστήσει ποτέ.

της Ολγας Κοτοπούλη

Εγώ με τον καιρό, καταρχάς με τις εγκυμοσύνες, μετά λόγω των παιδιών σιγά- σιγά άλλαξα ̇ φάση ήταν, πέρασε για μένα. Εκείνος όμως υπερβολικός σε όλα του καθώς είναι έμεινε φανατικός οπαδός. Έτσι συνέβη το κακό. Ένας πόνος ψηλά στη μέση που δεν έλεγε να περάσει, τον οδήγησε με τρόμο στο γιατρό. Η διάγνωση ήταν πέτρα στα νεφρά. Η μόνη λύση, λόγω του μεγέθους της πέτρας, ήταν η λιθοτριψία. Δηλαδή νοσοκομείο, δηλαδή εγχείρηση και νέος φόβος μέσα του.
Πρόβαλε στην πόρτα ̇ μου φώναξε, μπήκα στο δωμάτιο. Μου ερχόταν να βάλω τα γέλια έτσι φοβισμένο που τον είδα αλλά τον λυπήθηκα σαν δαρμένο σκυλί που ήταν και είπα να τον παρηγορήσω. Μην φοβάσαι Λούκα μου, μέχρι να σε κοιμίσουν, θα ξυπνήσεις. Και αν δεν ξυπνήσω, ρώτησε εκείνος. Έλα μην σκέφτεσαι βλακείες, σκέψου μια φορά θετικά σε παρακαλώ, το βράδυ θα είμαστε σπίτι, στα παιδιά μας του είπα με δήθεν αυστηρό ύφος.
‎Ο τραυματιοφορέας ήρθε. Ο Λουκάς κάθισε στην καρέκλα που στα μάτια του φάνταζε για ηλεκτρική, μου κράτησε το χέρι σφιχτά και δεν μου το άφησε παρά μόνο όταν μπήκε στην πόρτα που έγραφε με μεγάλα γράμματα ‘’Χειρουργείο’’. Η πόρτα έκλεισε ̇ έμεινα απέξω με άλλους συνοδούς αρρώστων.

Χάζευα στο κινητό μου όταν η φωνή μιας νοσοκόμας που φώναξε, κυρία Πρωτογεράκη ελάτε, με έκανε να σηκώσω τα μάτια. Ήθελα να δω από περιέργεια την γυναίκα που θα πλησίαζε την νοσοκόμα ̇ Εκείνη την ώρα βγήκε και ένας γιατρός από την πόρτα του χειρουργείου. Κάτι είπαν στην γυναίκα που άρχισε να κλαίει βουβά. Ακούμπησε στον τοίχο, σήκωσε ψηλά το κεφάλι ̇ διάβασα στα χείλη της τις λέξεις, γιατί θεέ μου, γιατί τον Αλέξη μου. Ένας άνδρας εμφανίστηκε τρέχοντας από το βάθος του διαδρόμου. Την πλησίασε, την πήρε αγκαλιά, της χάιδεψε τα μαλλιά. Εύκολα τον αναγνώρισα ̇ ήταν ο Παύλος, ο αδελφός του Αλέξη, του φοιτητικού μου έρωτα. Οι ματιές μας διασταυρώθηκαν ̇ κατέβασα το κεφάλι, δεν ήθελα να δει τα δάκρυα που άρχισαν να τρέχουν. Έμεινα έτσι και δεν πρόσεξα τον γιατρό του Λουκά που με πλησίασε. Όλα πήγαν μια χαρά μου είπε, μην κλαίτε, σε λίγο ο σύζυγος σας θα είναι επάνω, στη βραχεία νοσηλεία, εκεί να τον περιμένετε. Τον ευχαρίστησα και πήγα πιο πέρα ̇ σκούπισα τα μάτια μου ̇ το τελευταίο δάκρυ που έτρεξε ήταν ανακούφισης ̇ μακάρισα την τύχη μου που δεν ήμουν εγώ η κυρία Πρωτογεράκη, που δεν άφησε ορφανά, δικά μου παιδιά ο Αλέξης. Μα αμέσως τρόμαξα με τον εαυτό μου και ντράπηκα που σκέφτηκα κάτι τέτοιο.