Αρχική Πολιτισμός Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2 Ελ Μαλεκόν, του Ζαννή Στρογγυλού

Ελ Μαλεκόν, του Ζαννή Στρογγυλού

137

Σε ένα μπορντέλο στην Αβάνα, ακούστηκε το πρώτο σου κλάμα. Πουτάνες ήταν οι Μοίρες που σε μοίραναν. Η φτιασιδωμένη γριά ματρόνα ήταν αυτή που σε έβγαλε από μέσα μου. Πάνω στο κρεβάτι που έβρισκαν την πληρωμένη ηδονή οι ναυτικοί και οι ξεπεσμένοι ντόπιοι νταήδες που θα κρατούσαν το στόμα τους κλειστό. Πέντε δολάρια στην γριά και ένα καλσόν, κρυφά από τα τσιράκια του Φιντέλ. Με το σωρό τα αγόραζαν από την Αμερική. Να τα χαρίζουν στις κοπέλες. Σε αυτές που θα εκπλήρωναν τις από καιρό ανεκπλήρωτες ερωτικές τους ορμές, και ένα πακετάκι τσίχλες δυόσμου. Πώς να καλύψεις την μπόχα από τον καπνό του πούρου, του νοθευμένου ρουμιού και του πληρωμένου έρωτα με λίγο δυόσμο; Ακόμα και τώρα που τελειώνω την ζωή μου δεν λέει να καθαρίσει το σώμα μου και η ψυχή μου.

 Ελ Μαλεκόν,
του Ζαννή Στρογγυλού

Γιώργη τον έλεγαν τον πατέρα σου, Χόρχε τον φώναζα εγώ και του άρεσε. Έλληνας ήταν, ανθυποπλοίαρχος στα καράβια. Άντρας δυο μέτρα. Δεν του πουλούσα τον έρωτα, δεν τον αγόραζε. Ήταν ο άντρας μου, ήμουν η γυναίκα του. Για είκοσι μέρες. Το ήξερα, όμως αφέθηκα και έζησα σαν να ήταν οι τελευταίες είκοσι μέρες της ζωής μου. Ερχόταν και με έπαιρνε κάθε απόγευμα για μια ώρα που μπορούσα να βγω έξω. Πηγαίναμε βόλτα στο Μαλεκόν, πιασμένοι χέρι-χέρι. Αγναντεύαμε την θάλασσα, μου μιλούσε για την χώρα του, τα ταξίδια του στον κόσμο, για την ζωή του. Κι εγώ έκανα όνειρα, αφού ακόμα κι αυτά μέχρι τότε, ήταν απαγορευμένα για μένα. Μου άρεσε να τον ακούω να μιλάει με τα σπαστά Ισπανικά που γνώριζε. Κοκκίνιζε από ντροπή όταν τον διόρθωνα. Πόσο μου άρεσε να τον βλέπω έτσι. Τον άφηνα να μιλάει μόνο εκείνος. Το βράδυ γυρίζαμε στο δωμάτιo , αφού αυτό ήταν το σπίτι μου. Έδινε στην γριά κάτι παραπάνω και εκείνη δεν μου έστελνε πελάτη.
Όσο αργά περνούσαν οι μέρες της ζωής μου στο μπορντέλο, τόσο γρήγορα πέρασαν οι μέρες μαζί του. Έφυγε το καράβι, θα σου γράψω μου είχε πεί. Και γω περίμενα κάθε μέρα . Δεν μου έγραψε, όμως πάντα περίμενα. Και μετά γεννήθηκες εσύ. Και τότε ήρθε κι εκείνος, μέσα από σένα. Στα μάτια σου έβλεπα τα δικά του, ξαναζούσα τις στιγμές μαζί του στο Μαλεκόν. Και συ, μεγάλωνες και ομόρφαινες και του έμοιαζες. Εγώ συνέχισα να δέχομαι άντρες στο κρεβάτι μου. Να τους δίνω αυτό που ήθελαν, όσο κι αν μαύριζε η ψυχή μου.
Όμως , ποτέ δεν ξέρεις πόσο πιο σκληρή και άδικη μπορεί να γίνει η ζωή από την μια στιγμή στην άλλη. Γυρίζαμε από το Μαλεκόν που σε είχα πάει. Σου έδειχνα πέρα μακριά στην θάλασσα και σου έλεγα για το καράβι του πατέρα σου. Ότι θα ερχόταν να μας πάρει μαζί του. Και συ με άκουγες και χαμογελούσες. Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι εγώ σε κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου. Φοβόμουν μην κρυώσεις. Καθώς πλησίαζα είδα ότι δυο μυστικοί περίμεναν έξω από το σπίτι. Πελάτες μου κανόνισε η ξεδοντιάρα, σκέφτηκα στην αρχή, όταν τους είδα στα σκαλιά να με κοιτάζουν. Ο ένας έγνεψε στον άλλον, αυτή είναι. Πάλι έπρεπε να χαμογελάσω, πάλι έπρεπε να σαγηνεύσω, πάλι έπρεπε να γίνω πουτάνα και να ανοίξω τα πόδια. Σε έσφιξα στην αγκαλιά μου για να πάρω δύναμη από σένα. Εσύ φοβήθηκες βλέποντάς τους να πλησιάζουν και άρχισες να κλαις. Κρατώντας ένα χαρτί που μου κόλλησαν σχεδόν στο πρόσωπο, απαίτησαν να σε παραδώσω σε αυτούς. Εκτελούσαν, λέει, εισαγγελική εντολή. Θα σε έβαζαν σε κάποιο ίδρυμα, μέχρι να βρεθεί κάποια οικογένεια να σε υιοθετήσει. Να σε πουλήσουν ήθελαν, ψυχή μου. Σε έσφιξα τόσο πολύ, δίχως να νιώθω τι έκανα. Σε πονούσα και άρχισες να κλαις ακόμα πιο δυνατά. Πλησίασαν για να σε αρπάξουν από μένα. Δυνατή μουσική ακουγόταν από το απέναντι σπίτι και ένα ζευγάρι μάλωνε. Πρόσωπα φοβισμένα πρόβαλαν από τα μισάνοιχτα παράθυρα. Οι μυστικοί άρχισαν να με χτυπούν στο πρόσωπο αφού αρνιόμουν να σε αφήσω. Με κλώτσησαν στα πόδια και λύγισα. Πεσμένη στα σκαλιά ούρλιαζα ζητώντας βοήθεια. Κανείς δεν ήρθε. Σκοτείνιασαν όλα γύρω μου. Σε πήραν βίαια από τα χέρια μου και σε έχασα. Έκλαιγα, φώναζα, έβριζα. Έμεινα εκεί έχοντας στο χέρι το ένα παπουτσάκι σου. Ότι μου είχε μείνει από σένα και τον Χόρχε.
Είμαι εδώ στο δωμάτιο , καθισμένη στο κρεβάτι με τα βρώμικα σεντόνια και σου γράφω τώρα που φεύγω. Ο Έλληνας μηχανικός που μόλις βγήκε από το δωμάτιο, δεν γνώριζε κάποιον Χόρχε ανθυποπλοίαρχο αλλά μου χάρισε ένα Αμερικάνικο καλσόν και ένα πακετάκι τσίχλες δυόσμου.
Μαρία-Πιλάρ Φερνάντεζ , αγνώστου πατρός, πουτάνα.
Δίπλωσε το γράμμα που μόλις είχε διαβάσει η Σίλια. Γραμμένο σε ένα βρώμικο χαρτί περιτυλίγματος από Αμερικάνικο καλσόν. Κρυμμένο στο κάτω συρτάρι ενός ξεχαρβαλωμένου κομοδίνου, στο από χρόνια κλειστό δωμάτιο που της είχε παραχωρήσει η νέα ιδιοκτήτρια εκείνου του μπορντέλου στην Αβάνα. Πάνω από το κηλιδωμένο με αίμα χαρτί ένα παιδικό δεξί παπουτσάκι. Το αριστερό βρισκόταν στην τσάντα της.